Τις προάλλες διάβαζα ένα essay της συγγραφέως, φεμινίστριας και ακτιβίστριας Audre Lorde, με τίτλο «Age, Race, Class and Sex: Women Redefining Difference» (Ηλικία, Ράτσα, Τάξη και Φύλο: Οι Γυναίκες Επαναπροσδιορίζοντας τη Διαφορά) και ένα συγκεκριμένο σημείο στο κείμενο με άγγιξε ιδιαίτερα. Έλεγε το εξής: «είναι τα μέλη των καταπιεσμένων ομάδων, που όλοι περιμένουν να απλώσουν το χέρι τους και να γεφυρώσουν το χάσμα ανάμεσα στις πραγματικότητες των ζωών μας, και την συνείδηση του καταπιεστή μας. […] Γιατί για να μπορέσουμε να επιβιώσουμε, έπρεπε να παρακολουθούμε, να οικειοποιηθούμε με τη γλώσσα και τον κώδικα συμπεριφοράς του καταπιεστή, υιοθετώντας τες ακόμα κάποιες φορές για να ‘χουμε την ψευδαίσθηση πως είμαστε προστατευμένοι».

Και θυμήθηκα πόσες φορές έπρεπε να το κάνω εγώ αυτό σαν μέλος της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας απέναντι σε αυτούς που με καταπίεζαν, σε αυτούς που με είχαν κάνει να ντρέπομαι για τη φύση μου. Γιατί είναι κοινώς γνωστό πως τα περισσότερα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα περνούν δύσκολα μέχρι να αποδεχτούν πλήρως τον εαυτό τους. Δε μου κάνει εντύπωση που οι περισσότερες ιστορίες γκέι ατόμων ξεκινούν από χαμηλά, με πόνο, με απόρριψη, με εξορία. Εντύπωση μου κάνει, όταν ακούω ανθρώπους που τους αποδέχτηκαν κατευθείαν, ανθρώπους που μεγάλωσαν σε σπιτικά γεμάτα αγάπη, άνευ όρων και προϋποθέσεων. Και ανυπομονώ για την ημέρα, που αυτή θα είναι η πραγματικότητα όλο και περισσότερων ατόμων.

Προς το παρόν όμως, για να μπορέσουμε να πάμε σαν κοινωνία ένα βήμα μπροστά, πρέπει να αναγνωρίσουμε τα λάθη που θεμελιώνουν το οικοδόμημά της, τα λάθη που έπρεπε εμείς σαν ΛΟΑΤΚΙ+ να λύσουμε και να επιδιορθώσουμε, να βάλουμε χανζαπλάστ σε ανοιχτές πληγές, να σταθούμε μπροστά στη ροή του τραύματος και να βγούμε αλώβητοι. Πριν το κάνουμε αυτό, κανείς από αυτούς που μας καταπίεζαν δεν ενδιαφέρθηκε να βοηθήσει. Οι καταπιεστές μας απλά παρακολουθούσαν την πτώση μας… λεπτό προς λεπτό.

Θυμάμαι τις πρώτες φορές που έπρεπε να πω στην οικογένειά μου για τη φύση μου, θυμάμαι ολωνών την αντίδραση, σχεδόν έχω μαρκάρει τις ημερομηνίες. Θυμάμαι τα βλέμματα απογοήτευσης, την στεναχώρια, τη δυσπιστία. Θυμάμαι κουβέντες που ακολούθησαν τη δυσπιστία, «Μπας και δεν είναι σίγουρο για τις προτιμήσεις του το παιδί και έχει μπερδευτεί. Δε θες να ζήσεις ζωή σου με λάθος σεξουαλικότητα» . Θυμάμαι όλες τις φορές που έπρεπε να πω «Μην το κάνεις αυτό. Μην το λες αυτό. Μη μου μιλάς έτσι, με στεναχωρεί» για να καταλάβει ο άλλος ότι η συμπεριφορά του δεν άρμοζε. Όπως τότε, που μου ‘παν να μην αντιδράσω περίεργα, όταν ο καλεσμένος που θα ερχόταν σπίτι έλεγε αστεία με πούστηδες και Αλβανούς, κι ας ήταν ο ίδιος Αλβανός. Γιατί έπρεπε να το ανεχτώ αυτό; Όμως σώπασα.

Σώπασα, όταν μου ‘παν να μην το πολυλέω για να σεβαστώ το όνομα της οικογένειάς μας. Σώπασα, όταν μου έλεγαν πως θα τους φέρω σε δύσκολη θέση. Σώπασα, όταν παραλίγο να διαγράψω υλικό από το διαδίκτυο που πρόδιδε τη φύση μου. Μπορεί φαινομενικά να μη σώπασα, γιατί τίποτα από όλα όσα ανέφερα, δεν πέρασε χωρίς μάχη, χωρίς πάλη σώμα με σώμα, το πατριαρχικό σώμα της κοινωνίας απέναντι στο σώμα μου,  αλλά σώπασα αλλάζοντας τακτική, προσέχοντας τι λέω από εδώ κι από εκεί, διαλέγοντας ένα προσωπείο που δε θα έφερνε κανέναν ποτέ σε δύσκολη θέση.

Αναγκάζομαι να τους ενημερώνω όλους. Από τους δικούς μου μέχρι και την κοινωνία ολόκληρη. Σαν ΛΟΑΤΚΙ+ άτομο είμαι αναγκασμένος να πω κάτι στο οικογενειακό τραπέζι, όταν κάποιος πετάει κάτι ομοφοβικό και ταυτόχρονα δεν μπορώ να το κάνω για να μη φανερωθώ σε όσους δεν ξέρουν. Είμαι αναγκασμένος να ανεβάσω στο facebook άρθρα για την τιμωρία των ομοφυλόφιλων στο Ιράν, για να ενημερώσω αυτούς που δεν ξέρουν, που δεν έχουν ιδέα, γιατί πολύ απλά δεν ενδιαφέρθηκαν ποτέ να μάθουν. Είμαι αναγκασμένος να βλέπω το ομοφοβικό σχόλιο του Τάκη απ’ το χωριό και να τον κάνω επιτόπου διαγραφή, ξέροντας πως από τη μια προστατεύω τον εαυτό μου από τύπους, που δε χρειάζεται να βλέπουν τι κάνω, και από την άλλη χάνω την ευκαιρία να τον ενημερώσω για την καταπίεση που τρώει η κοινότητά μου, αφού από μόνος του δε θα το ψάξει ποτέ. Σχεδόν έχω υιοθετήσει τον ρόλο του Ερμή, το αγγελιαφόρου, εκείνου που πρέπει να ενημερώνει τους άλλους. Σχεδόν το απολαμβάνω που μέσα από τη σελίδα μου άνθρωποι που δεν ανήκουν στην κοινότητα μπορούν να ανοίξουν ένα παράθυρο και να δουν για λίγο τις ζωές μας, πώς περνάμε και πώς τις ζούμε.

Και αυτά είναι πολλές φορές τα άτομα που χρειαζόμαστε για να ακουστούμε. Πολλές φορές δεν ακούμε cis ετεροφυλόφιλους σκηνοθέτες να κάνουν ΛΟΑΤΚΙ+ ταινίες; Πολλοί δεν εξοργίζονται μ’ αυτό, όπως θα ‘πρεπε, γιατί η ίδια η ορατότητα της κοινότητάς μας επιτυγχάνεται από κάποιον που δεν έχει την παραμικρή ιδέα της εμπειρίας μας; Κι όμως, σε αυτήν την κοινωνία πολλές φορές χρειαζόμαστε έναν στρέιτ σύμμαχο, που θα πει στα σκυλιά του να μη γαβγίζουν, όπως εκείνος ο στρέιτ φίλος μας στο γυμνάσιο, που μας υπερασπίστηκε εκείνη τη μέρα ενάντια στους λύκους που είχαν μαζευτεί γύρω μας για να μας κατασπαράξουν.

Η ΛΟΑΤΚΙ+ αναγκάζεται να πει στο κράτος ότι είμαστε άνθρωποι, που αγαπάμε και αγαπιόμαστε, έχουμε συναισθήματα και εμπειρίες, και πως θέλουμε να έχουμε το δικαίωμα του γάμου. Εάν δεν το πούμε, κοινώς διαδηλώσουμε για αυτό, τι θα κάνουν; Θα μυρίσουν τα νύχια τους; Αν δεν τους πούμε ότι είμαστε άνθρωποι, μπορεί να συνεχίσουν κάποιοι να μας βλέπουν σαν φετίχ. Γιατί, εννοείται πως το σύστημα στο οποίο μιλάμε, δεν έχει μόνο ετεροφυλόφιλα άτομα. Αλλά, το φίδι της πατριαρχίας ξέρει πού τρυπώνει, και ξέρει καλά να δημιουργεί ενοχές σε όλους, κι ό,τι δεν τους αρέσει να βγει στο φως, να το φωνάζουν φετίχ. Ούτως ή άλλως, το ακούμε συνέχεια για το «τι κάνει ο άλλος στο κρεβάτι του» που πρέπει να μένει κρυφό. Κανείς δε συνειδητοποιεί πως το να είσαι γκέι δεν έχει να κάνει μόνο με το κρεβάτι σου.

Όλοι περιμένουν από εμάς να τους ενημερώσουμε για τα δικαιώματά μας και τα συναισθήματά μας, και όταν τους ενημερώνουμε, μας λένε πως τους το τρίβουμε στην μούρη, τόσο πολύ που χορτάσανε. Δε μπορούνε άλλη «γκέι προπαγάνδα». Βαρέθηκαν να το βλέπουν παντού.

Παίρνουμε τον ρόλο του καταπιεστή μας για να προστατευτούμε, κάνουμε παρέα με τα κακά παιδιά του σχολείου για να ‘μαστε μέρος της κλίκας, δε μιλάμε για την σεξουαλικότητα μας στη δουλειά για να μην αλλάξει ο τρόπος που μας κοιτάνε, κι όταν ένας ΛΟΑΤΚΙ+ φίλος μας περπατάει το βράδυ στον δρόμο, φοβόμαστε μην τον σπάσουνε στο ξύλο. Και μετά φοβόμαστε να το ‘πουμε στους αστυνομικούς για να μην τον χλευάσουν, όπως τότε που δυο γκέι ατόμα πηγαίνανε στο νοσοκομείο, γιατί ο ένας είχε συμπτώματα κορωνοϊού και οι αστυνομικοί στον δρόμο γέλασαν και ρώτησαν «Είσαι σίγουρος πως δεν είναι aids;».

Χρειάζεται μια ίση προσπάθεια για να γεφυρωθεί το χάσμα μεταξύ μας. Το κενό ανάμεσα στην εμπειρία μας και την άγνοια τόσων ανθρώπων. Δε χρειάζεται να είσαι μέλος μιας κοινότητας για να ψάξεις για αυτήν, για να την υποστηρίξεις, για να γίνεις σύμμαχος. Για να δεις το πιο απλό: ότι είναι πολλοί, και οι ιστορίες τους υπήρχαν πάντα. Άρα; Στο τέλος της ημέρας είμαστε όλοι άνθρωποι και αν μας κοιτάξεις δε θα δεις διαφορά. Όμως, σε αυτήν ακριβώς τη διαφορά πρέπει να εστιάσεις για να μας γνωρίσεις, για να γίνουμε όλοι ένα κομμάτι σε αυτό το πανανθρώπινο παζλ, όπου εμπειρίες, ιδέες, ιδεολογίες, ζωές αναμιγνύονται και δημιουργούν μαγεία. Η αλλαγή γίνεται και στους δρόμους, αλλά και από τα σπίτια μας: αν η γκέι εμπειρία καταφέρει να μην αναδύεται απ’ το τραύμα, τότε θα ξέρουμε πως όλοι, γκέι ή στρέιτ, θα έχουμε συμβάλει σε αυτό. Με την ενημέρωση… αλλά και το ενδιαφέρον να ενημερωθούμε. Με το να παρατηρούμε την κοινωνία και τις συμπεριφορές των ανθρώπων. Με το να παίρνουμε θέση, όταν δούμε κάποιον να καταπιέζεται. Με το να φροντίζουμε, ώστε κάποια μέρα να μην καταπιέζεται κανείς.


Γράφει ο Οφήλιος

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.