Ο πρωτοπόρος Μαύρος, γκέι ακτιβιστής Ken Jones, ο οποίος εργάστηκε για δεκαετίες στο ΛΟΑΤΚ κίνημα, πέθανε μετά από τη μάχη με τον καρκίνο στο Ιατρικό Κέντρο του Σαν Φρανσίσκο VA, σύμφωνα με τον Cleve Jones, ο οποίος ανακοίνωσε τον θάνατο του φίλου του, την Τετάρτη 13/01/21 στο Facebook.

“Ο Ken Jones ήταν ένας ήρωας”, δήλωσε ο Cleve Jones. «Επιβίωσε σε πολλούς αγώνες. Αγάπησε βαθιά την οικογένεια και την κοινότητά του και αφιέρωσε όλη του τη ζωή στο κίνημα ειρήνης και δικαιοσύνης. Ήταν πολύ ευγνώμων σε όλους εσάς, που επικοινωνήσατε μαζί του με μηνύματα ενθάρρυνσης και αγάπης κατά τη διάρκεια της ασθένειάς του.

 «Σήμερα ο Ken έχασε τον αγώνα του ενάντια στον καρκίνο. Μία τελετή για τη μνήμη του θα οργανωθεί, όταν είναι και πάλι ασφαλείς οι συνθήκες για να συγκεντρωνόμαστε. Αναπαύσου σε δύναμη, Ken. Σε αγαπώ».

Ken Jones
Ken Jones

Ο Ken Jones διαγνώστηκε με καρκίνο της ουροδόχου κύστης τον περασμένο Σεπτέμβριο, σύμφωνα με το The Bay Area Reporter. Σε μια από τις τελευταίες αναρτήσεις του στο Facebook, στις 22 Δεκεμβρίου, έγραψε:

“Σήμερα, αποφάσισα ότι δεν έχει σημασία πόσους ήλιους και φεγγάρια έχεις δεις, αλλά πόσο μπορείς να αντέξεις (με όλη σου την καρδιά) και να παλέψεις γι’ αυτά!” , αν μπορώ να μείνω στο (υπαρξιακό) εδώ και τώρα (όπου όλα είναι καλά) και να μην παγιδευτώ στις περιστάσεις μου, που είναι μόνο προσωρινές… Έχω πολλά πράγματα να κάνω καθώς το ρολόι χτυπά (δυνατά).» 

Ken Jones
Ken Jones

Γεννημένος στο Νιου Τζέρσεϋ, ο Jones υπηρέτησε τρεις περιόδους στο Βιετνάμ πριν τοποθετηθεί στο Treasure Island του Σαν Φρανσίσκο το 1972. Εκεί, ξεκίνησε μια δια βίου δέσμευση για τον ΛΟΑΤΚΙ+ ακτιβισμό και τη μάχη ενάντια στον ιό του HIV, εθελοντικά με το Ίδρυμα AIDS του Σαν Φρανσίσκο και έγινε ο πρώτος αφρικανοαμερικάνος που έλαβε μία θέση στο San Francisco Pride, όπου εργάστηκε για να ανυψώσει τις φωνές των περιθωριοποιημένων ανθρώπων. Επιπλέον, ήταν χειροτονημένος διάκονος.

Η ιστορία του Jones παρουσιάστηκε στη μίνι σειρά ττου Dustin Lance Black για το ΛΟΑΤΚΙ+ κίνημα, “When We Rise” του 2017. Τον ενσάρκωσε ο Jonathan Majors στα νεανικά του χρόνια και ο Michael K. Williams, ως μεγαλύτερος ενήλικας.