Δεν ξέρω πώς μου ξέφυγε και δεν είχα ξανακούσει ποτέ γι’ αυτήν την ταινία… Μου την πρότεινε μια φίλη από το antivirus, και ενώ ήμουν επιφυλακτική, καθώς έχω ξοδέψει αμέτρητα δίωρα της ζωής μου σε ταινίες που τελικά δεν άξιζαν, αποφάσισα να τη δω ένα από τα πολλά βράδια της καραντίνας.

Τελικά, το μόνο που μπορούσα να κάνω, μετά την ταινία, είναι να θέλω να ευχαριστήσω τη φίλη μου τη Μάχη, που μου πρότεινε μία τόσο όμορφη και με ροή ταινία, αλλά και να της θυμώσω, που μου έμαθε μία ταινία, που με τάραξε, προκαλώντας μου έντονα συναισθήματα. Θα ήθελα να μιλήσω για πολλά πράγματα σχετικά με την ταινία και για τη σημασία τους, αλλά αναγκαστικά θα περιοριστώ, επειδή δε θέλω να τη σποϊλάρω σε κανέναν, μόνο να σας προτρέψω να τη δείτε.

Η ταινία ονομάζεται Portrait of a Lady on Fire (αυθεντικός τίτλος: Portrait de la jeune fille en feu) και η ιστορία της εξελίσσεται κατά το τέλος του 18ου αίωνα, στη Γαλλία, και πιο συγκεκριμένα σε ένα απομονωμένο νησί της περιοχής Brittany. Η Marianne (Noémie Merlant), μία ζωγράφος, καλείται να ζωγραφίσει το πορτραίτο μίας κοπέλας, η οποία πρόκειται να παντρευτεί. Η μέλλουσα νύφη Héloïse (Adèle Haene), είναι απρόθυμη ως προς την ιδέα του γάμου της, και αρνείται να ποζάρει για να ζωγραφιστεί. Η ζωγράφος, υπό τις οδηγίες της μητέρας της Héloïse, παρουσιάζεται ως απλή παρέα στην Héloïse, ώστε να την παρατηρήσει και να τη ζωγραφίσει. Όσο το πορτραίτο ετοιμάζεται, η σχέση και η δυναμική των δύο γυναικών εξελίσσεται.

Ένα από τα πιο ευχάριστα και όμορφα στοιχεία της ταινίας είναι το περιβάλλον στο οποίο εκτυλίσσεται. Πολλές σκηνές βρίσκουν τις πρωταγωνίστριες στην παραλία, μπροστά στη θάλασσα, και έτσι απολαμβάνουμε συχνά ένα πολύ όμορφο φυσικό τοπίο, αποτελούμενο κυρίως από μία άγρια και όμορφη θάλασσα, και μία εκτενή παραλία. Η σκηνοθέτιδα (Céline Sciamma), εκμεταλλευόμενη την αντίθεση ανάμεσα στα πράσινα μάτια και τα ξανθά μαλλιά της πρωταγωνίστριας Héloïse, χρησιμοποιεί κοντινά πλάνα, ώστε να πιάσει απροετοίμαστες/ους τόσο τη/τον θεατή, όσο και τη συμπρωταγωνίστρια, τη Marianne. Η ταινία αποτελείται από όμορφα χρώματα και έξυπνα τοποθετημένα αντικείμενα και πλάνα, που προσδίδουν στην ταινία ακόμα περισσότερη ποιότητα.

Όλα αυτά συνοδεύονται από την τέχνη της ζωγραφικής, ένα υπέροχο κομμάτι κλασσικής μουσικής και από αναφορές σε έναν έρωτα της μυθολογίας, που με έκανε να τσιμπήσω ακόμα περισσότερο, ούσα ρομαντική ψυχή ας πούμε. Δε λέω περισσότερα -και πολλά είπα-είναι μία ωραία ταινία για να δει κανείς ένα βράδυ που αναρωτιέται με τί ακόμα θα μπορούσε να ασχοληθεί εν μέσω καραντίνας.