Στις 7 Οκτωβρίου 1998, ένας ποδηλάτης ανακαλύπτει τυχαία έναν βαριά χτυπημένο νεαρό άνδρα, δεμένο σ’ έναν φράχτη κάποια χιλιόμετρα έξω απ’ την πόλη Λάραμι του Γουαϊόμινγκ. Είναι ο Μάθιου Σέπαρντ,  ένας γκέι φοιτητής, που το προηγούμενο βράδυ είχε χτυπηθεί και βασανιστεί βίαια από δύο άντρες.

Ο θάνατος του έδωσε τεράστια ώθηση στη νομοθεσία για τα εγκλήματα μίσους στην Αμερική εκείνη την εποχή. Ο τότε Πρόεδρος Μπιλ Κλίντον επέκτεινε την ομοσπονδιακή νομοθεσία περί εγκλήματος μίσους, ώστε να συμπεριλάβει τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα και τα άτομα με αναπηρία, ενώ νόμος για την πρόληψη εγκλημάτων μίσους ψηφίστηκε το 1999.

Δέκα χρόνια αργότερα, το 2009, ο Πρόεδρος Ομπάμα υπέγραψε νόμο βάσει της πρόληψης των εγκλημάτων μίσους λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου, με αφορμή τον Μάθιου Σέπαρντ. 

Η αληθινή ιστορία της δολοφονίας του Μάθιου Σέπαρντ το 1998 κάνει πρεμιέρα στις 21 Φεβρουαρίου στο θέατρο Σφενδόνη. Ο σκηνοθέτης της παράστασης «Υπόθεσης Λάραμι», Άρης Λάσκος, καθώς και οι ηθοποιοί Θάνος Τσακαλίδης και Ειρήνη Φαναριώτη μιλούν για το εγχείρημα αυτό αλλά και τα κοινά σημεία της ιστορίας του Σέπαρντ μ΄αυτή του Βαγγέλη Γιακουμάμη και του Ζακ Κωστόπουλου.

Θάνος Τσακαλίδης, Ειρήνη Φαναριώτη & Άρης Λιάσκος

Γιατί πήρατε την απόφαση να καταπιαστείτε με αυτό το έργο;

ΑΡΗΣ: Ίσως είναι βαρύγδουπο, αλλά θα ξεκινήσω μ΄ έναν αφορισμό: Θεωρώ ότι το θέατρο είναι -και πρέπει να είναι- μια ακραιφνώς πολιτική τέχνη. Σε άμεσο διάλογο και ευθεία αναφορά με το κοινωνικό γίγνεσθαι. Αν θα μπορούσα, λοιπόν, να συνοψίσω τα βασικά κριτήρια για την επιλογή ενός έργου να το σκηνοθετήσω, είναι πρώτα τι μας λέει το έργο αυτό σήμερα, έπειτα η καθαυτή αξία του ως καλλιτεχνικού έργου. Επίσης, το προς τα πού θέλω εγώ ως καλλιτέχνης να κινηθώ (από πού έρχομαι και προς τα πού θέλω να πάω, τι θέλω να ερευνήσω, ποιες είναι οι αγάπες μου, ποια η κλίση μου) και κυρίως, να με αφορά προσωπικά. Να λέει με άλλα λόγια αυτά που εγώ θέλω να πω. Και η ΥΠΟΘΕΣΗ ΛΑΡΑΜΙ «βάζει τικ» σε όλα αυτά.

Έχουμε λοιπόν εδώ ένα έργο, που μιλά για μια υπόθεση δολοφονίας που ενώ, εξιχνιάστηκε σε 2 μέρες και οι δίκες των καθ΄ ομολογία τους δραστών ολοκληρώθηκαν σε μόλις έναν χρόνο, διχάζει ακόμα – είκοσι χρόνια μετά – την Αμερικανική κοινωνία. Ακόμα και τα βασικά στοιχεία της υπόθεσης, είκοσι χρόνια μετά, έχουν αλλοιωθεί στην συλλογική μνήμη. Αρκεί μια επίσκεψη σε βίντεο γύρω από την υπόθεση στο YouTube και θα καταλάβετε από τα σχόλια τον βαθμό διαστρέβλωσης της αλήθειας. Απλά και μόνο από την ανάγνωση της υπόθεσής του, καταλαβαίνει κανείς πόσο άμεση σχέση έχει με ό,τι ζούμε στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια. Μια παραβολή για την κοινωνική μας πραγματικότητα. Μια ιστορία που, όπως συνηθίζω να λέω, είναι μεν ξένη, αλλά ταυτόχρονα τόσο οικεία.

Ήθελα λοιπόν να ανεβάσω ένα τέτοιο έργο, που να μας καλέσει να αντιληφθούμε πόση ενέργεια απαιτείται για να μπούμε σε έναν υγιή διάλογο, πόσο μόχθο και πόσο κόπο χρειάζεται να καταβάλουμε για να προσεγγίσουμε την αλήθεια. Πόση «τέχνη» χρειάζεται να εφεύρουμε, για να μπορέσουμε να συνυπάρξουμε ως κοινωνία.

φωτογραφία: Αναστασία Γιαννάκη

Όλα αυτά μέσα από όλες τις αρετές που συνήθως έχει ένα αμερικάνικο έργο: ρυθμός, ταχύτητα, σαφήνεια, απλότητα. Με έναν ακραία καθημερινό λόγο– καθώς μιλάμε για αποσπάσματα απομαγνητοφωνήσεων συνεντεύξεων από κατοίκους της πόλης Λάραμι – που όμως ταυτόχρονα εμπεριέχει μια βαθιά ποιητικότητα: δίνοντας τον λόγο σε εκπροσώπους όλων των κοινωνικών ομάδων, δημιουργεί ένα ψηφιδωτό που αν το δεις από ψηλά, είναι σαν να βλέπεις σε κάτοψη την κοινωνία σου, σαν να βλέπεις ένα μοντάζ της καθημερινής μας ζωής.

Πρόκειται, τέλος, για ένα έργο σύγχρονο. Γραμμένο στις αρχές του 2000. Κάτι που και χρειάζεται, αλλά και λείπει από την ελληνική θεατρική πραγματικότητα. Χωρίς να θέλω για κανένα λόγο να μειώσω την καλλιτεχνική τους αξία, δεν ξέρω γιατί πρέπει κάθε χρόνο να ανεβαίνουν τόσοι Τσέχωφ για παράδειγμα στην Αθήνα. Έχω καημό που αγνοούμε τη σύγχρονη δραματουργία, έργα που γράφτηκαν στη διάρκεια της δικής μας ζωής και μιλάνε τόσο γλαφυρά για την δική μας ζωή τελικά!

Ποιο σημείο στην υπόθεση του Σέπαρντ, σας έχει προβληματίσει περισσότερο και γιατί;

ΕΙΡΗΝΗ: Κυρίως αυτό που συμβαίνει κάποια χρόνια μετά την δολοφονία του. Καθώς απομακρυνόμαστε απ’ το γεγονός, ο καθένας λέει το μακρύ και το κοντό του για το τι συνέβη. Η διάθεση των ανθρώπων είτε να αλλοιώσουν τα γεγονότα είτε να διαβάλλουν τον Σέπαρντ. Μου είναι κάτι πολύ οικείο αυτό. Μου θυμίζει δικές μας υποθέσεις, που “τρέχουν” αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα. Πώς ο κάθε άνθρωπος αντιδρά σε ένα τέτοιο βίαιο γεγονός. Με προβληματίζει στο ότι προχωράμε μεν, με πολύ αργούς ρυθμούς δε. Σκέφτομαι πώς είναι δυνατόν κάποιοι άνθρωποι να μην μπορούν να δουν καθαρά. Το γεγονός.

Η ιστορία του Σέπαρντ αποτυπώνει τόσο τη βία που δέχονται τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα όσο και την πρόθεση μιας κοινωνίας να δικαιολογήσει αυτή τη βία. Πώς χειρίζεται η παράσταση αυτές τις αποτυπώσεις;

ΘΑΝΟΣ: Οι άνθρωποι συνήθως ταυτίζουν τη βία κυρίως με την πρόκληση σωματικής βλάβης, που φυσικά από μόνο του είναι κάτι πολύ σοβαρό. Αυτό που πολλοί αγνοούν, είναι πως υπάρχουν άπειρες μορφές λεκτικής βίας, που πολλές φορές δεν είναι ευδιάκριτες και γίνονται δύσκολα αντιληπτές. Είναι κατά τη γνώμη μου πολύ πιο επικίνδυνο να εκφράζονται υπόγεια και ‘’διακριτικά’’ τέτοιες απόψεις, γιατί αυτό ακουμπά πάνω σε βαθιά ριζωμένες παθογένειες της κοινωνίας και μπορεί πολύ εύκολα να γλιστρήσει στη δικαιολογία και την ‘’κανονικοποίηση’’ ρητορικών μίσους. Η παράσταση ουσιαστικά προβάλλει όλες αυτές τις εκφάνσεις βίας υψώνοντας έναν καθρέφτη απέναντι στον θεατή–χωρίς όμως να του κουνά το δάχτυλο- και παρουσιάζοντας του με ευθύ και πολλές φορές ωμό τρόπο τις επιπτώσεις που προκαλούν τέτοιες συμπεριφορές. Δυστυχώς, όταν έχουν υπάρξει τόσα πολλά περιστατικά βίας που έχουν οδηγήσει ανθρώπους μέχρι τον θάνατο, σταματάμε να μιλάμε ακόμη και για το ενδεχόμενο χαλαρής ‘’πλάκας’’. Όλοι έχουμε ευθύνη απέναντι στους συνανθρώπους μας, γιατί όλοι είμαστε μέλη της κοινωνίας. Κάθε φορά που κάποιος χρησιμοποιεί υποτιμητικά, υβριστικά σχόλια για τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα ή προσπαθεί να βρει ωραιοποιημένες δικαιολογίες, πιστεύω πως κι αυτό είναι βία.

φωτογραφία: Αναστασία Γιαννάκη

Από την υπόθεση του Σέπαρντ, σ΄ αυτή του Γιακουμάμη και του Ζακ Κωστόπουλου; Ποια κοινά σημεία αναγνωρίζετε σ΄ αυτές τις υποθέσεις;

Ε: Κυρίως την άρνηση της κοινωνίας να δει τα πραγματικά γεγονότα. Να τα δεχθεί ως γεγονότα και να δει πως θα προχωρήσει μετά από αυτό. Ο Γιακουμάκης ήταν ένα παιδί που δέχτηκε τεράστια βία. Δεν μπορούμε να μην συνδέσουμε αυτή τη βία με το πού και πώς κατέληξε αυτό το παιδί. Κι όμως υπάρχουν άνθρωποι που αρνούνται να δουν τη σύνδεση. Από την άλλη ο Ζακ. Αχ άλλη υπόθεση κι αυτή. Ένας τόσο άδικος χαμός. Ακούστηκαν τόσα πολλά για την προσωπικότητα, για το ποιος ήταν. Μόνο και μόνο να για να δικαιολογηθούν οι πράξεις κάποιων ανθρώπων. Όπως και στον Μάθιου Σέπαρντ έτσι και στον Ζακ υπήρξαν τηλεοπτικές εκπομπές που έκαναν κι είπαν φρικτά πράγματα. Όχι μόνο τόλμησαν να προσβάλουν τη μνήμη δυο θυμάτων επίθεσης, αλλά υποτίμησαν τον ίδιο τον κόσμο που τους έβλεπε. Προσπάθησαν να δημιουργήσουν συνειδήσεις στα μέτρα τους. Με θυμώνει πραγματικά πολύ αυτό.

Τι μπορεί να μας διδάξει τελικά το έργο αυτό για τη διαφορετικότητα και τον τρόπο με τον οποία αυτή γίνεται αντιληπτή από την κοινωνία;

Θ: Τα τελευταία χρόνια είναι πολύ πιο συχνός ο τρόπος με τον όποιο έχουμε εντάξει την πολιτική ορθότητα στις συζητήσεις μας. Οι απόψεις μας έχουν γίνει πιο προσεγμένες, αν όχι πιο προσεκτικές. Το ζήτημα της διαφορετικότητας και το πώς αγκαλιάζουμε πια οτιδήποτε μέχρι τώρα αποτελούσε ταμπού, έχει αλλάξει εντυπωσιακά. Αυτό από τη μια πλευρά είναι πολύ θετικό και χρήσιμο, καθώς συντελεί σε μια πρόοδο που ίσως κάποια χρόνια νωρίτερα δεν μπορούσαμε καν να φανταστούμε. Από την άλλη, όμως, επειδή στηρίζεται– και καλά κάνει για αρχή- σε μια παγκόσμια τάση και όχι απαραίτητα σε μια οργανική ανάγκη της κοινωνίας, παραμένει προς το παρόν σε πολύ επιφανειακά επίπεδα. Οφείλουμε ως κοινωνία να το πάμε ένα βήμα παρακάτω. Πάντα οι άνθρωποι ήμαστε και θα είμαστε διαφορετικοί μεταξύ μας, με διαφορετικές καταβολές, καταγωγές και ερεθίσματα. Το σπουδαίο είναι όταν κάτι ξεπερνά όλες τις βασικές μας ιδιότητες και μπορούμε να πάμε πάνω και πέρα από αυτές. Τη στιγμή δηλαδή που ανοίγει πραγματικά η σκέψη και η κατανόηση του άλλου γίνεται προτεραιότητα. Για παράδειγμα, η υπόθεση του Μάθιου Σέπαρντ άλλαξε τα μυαλά αλλά και τις ζωές πολλών ανθρώπων που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν μπορούσαν αντιληφθούν τι πραγματικά συμβαίνει έξω από το δικό τους πλαίσιο ασφαλείας. Και επειδή πρόκειται για υπαρκτά πρόσωπα είναι ακόμη πιο σημαντικό και επιτακτικό. Οι γονείς, ένας αστυνομικός, ένας ιερέας μια απλή νοικοκυρά κ.ά. τάσσονται υπέρ του θύματος αυτή τη φορά κι αυτό δεν είναι αυτονόητο. Είναι συγκινητικό.

Ποιες προκλήσεις κρύβει η σκηνοθεσία ενός έργου που βασίζεται σε αληθινές έρευνες και καταγραφές μιας τέτοιας υπόθεσης;

Α: Ένας βασικός στόχος μου ήταν η παράσταση να αποφύγει, όσο γίνεται, τη «δημοσιογραφική» καταβολή του έργου. Επειδή η πληροφορία είναι πάρα πολλή, κι επειδή μιλάμε για αμερικάνικη δραματουργία, υπάρχει ο κίνδυνος να γίνουμε απλοί αφηγητές πληροφοριών ειδησεογραφικού χαρακτήρα, γραμμικά παρατεθειμένων. Εμπιστεύτηκα λοιπόν το βασικό εύρημα του έργου: μόλις έξι ηθοποιοί καλούνται να παίξουν 60 ρόλους. Αυτό διατηρείται αυτούσιο στην παράστασή μας και εξαρχής σημαίνει ότι δεν μιλάμε για ταύτιση ή για ερμηνεία ρόλου. Όλα χρησιμοποιούνται για να πάμε παρακάτω την αφήγηση της ιστορίας. Επίσης, αυτή η διαδικασία εναλλαγής ρόλων, ενέχει μια δόση χιούμορ, μια πιο ανάλαφρη διάθεση, που λειτουργεί υπέροχα αντιστικτικά με το πόσο «βαριά» είναι αυτή η ιστορία. Χρειάστηκε όμως και μια διασκευή του υπάρχοντος υλικού, ώστε να «μην τα δηλώνουμε όλα» και να αφήσουμε την σκηνική πράξη να τα αφηγηθεί. Να «ανακαλύψουμε» περιοχές σιωπής ή αντικατάστασης των λέξεων από εικόνα. Να μη φοβηθούμε, επίσης, το συναίσθημα που υπάρχει τόσο πηγαία σε αυτήν την υπόθεση: φόβος, λύπη, απελπισία, χαρά. Ίσα ίσα να το αναδείξουμε κιόλας. Έπρεπε, επίσης, να προσέχουμε πάρα πολύ να μη γίνουμε γραφικοί: τόσο με την έννοια της γραφικής απεικόνισης της βίας, αφού μιλάμε για μια εξαιρετικά βίαιη ιστορία, όσο και με την έννοια της «Οποιαδήποτε ομοιότητας με πρόσωπα και καταστάσεις (σ.σ.: που δεν) είναι συμπτωματική.»: είναι τόσο ευθείες οι αναφορές της ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΛΑΡΑΜΙ στην ελληνική πραγματικότητα, που ειλικρινά πιστεύω πως θα ήταν χυδαίο να θυμίζουμε έστω και λίγο κάτι από όλα αυτά για τα οποία μιλάμε. Και πάλι η λύση ήταν η αφαίρεση: γι’ αυτό τα ρούχα των ηθοποιών δεν θυμίζουν κάποια εποχή, γι’ αυτό ο ήχος είναι υπαινικτικός, ενώ τα τραγούδια της παράστασης παραπέμπουν ηθελημένα σε αμερικάνικους εκκλησιαστικούς ήχους, γι΄ αυτό το σκηνικό είναι συμβολικό και πολυσήμαντο, γι’ αυτό δεν υπάρχουν σκηνές βίας.

Θέλαμε σε μια τόσο σαφή και ευανάγνωστη ιστορία κάθε θεατής να μπορεί να προβάλει τους δικούς του στοχασμούς και συνειρμούς. Να είμαστε όσο πιο παραβολικοί γίνεται.

φωτογραφία: Αναστασία Γιαννάκη

Τι άλλο πρέπει να γνωρίζουμε για εσάς;

Α: Είμαι Κριός με ωροσκόπο Ταύρο, βαθιά συναισθηματικός, ανελέητα οργανωτικός, τετράγωνης λογικής, αριστερής ιδεολογίας και λατρεύω την Celine Dion, αλλά και την Ελευθερία Αρβανιτάκη. Έχω και πτυχίο Νομικής. Πιστεύω στον άνθρωπο. Φοβάμαι τα γηρατειά και δεν είμαι αισιόδοξος για την κατάσταση της ελληνικής κοινωνίας. Τρικυμία εν κρανίω. Απλά.

Ε: Ότι είμαι φιλόζωη, χορτοφάγος. Ζω με τη Δόμνα, τη Τζίνη και την Πολυξένη, σκυλίτσα και γάτες αντίστοιχα. Και παράλληλα με την παράσταση Υπόθεση Λάραμι κάνω γυρίσματα για μια φιλοζωική διαδικτυακή εκπομπή που θα λέγεται stray stories.

Θ: Αν ήμουν τραγούδι θα ήμουν σίγουρα ένα ελαφρύ country pop ντουέτο με μικρές πινελιές psychedelic trance ανάμεσα στον Στράτo Διονυσίου και την Diamanda Galás. Νομίζω αυτό με περιγράφει απόλυτα.


INFO

Παραστάσεις: Από 21 Φεβρουαρίου έως 5 Απριλίου
Μέρες και ώρες παραστάσεων: Παρασκευή και Σάββατο στις 21.00 και Κυριακή στις 18.00
Διάρκεια: 90 λεπτά
Τοποθεσία: Θέατρο Σφενδόνη, Μακρή 4, Μακρυγιάννη (Μετρό στάση Ακρόπολη)

Από μικρός ήθελα να γίνω αστροναύτης. Εξάλλου, πάντα θυμάμαι να μου λένε ότι "πετάω στα αστέρια". Λόγω όμως σχετικής υψοφοβίας αποφάσισα να αλλάξω επαγγελματικό προσανατολισμό και να γίνω δημοσιογράφος (απ' το κακό στο χειρότερο), Μπήκα στο Πάντειο (Τμήμα Επικοινωνίας, Μέσων & Πολιτισμού) και λίγους καφέδες αργότερα πήρα το πτυχίο μου. Έκτοτε το επαγγελματικό μου μετερίζι με έχει οδηγήσει στην πόρτα ανθρωπιστικών οργανισμών (Διεθνή Αμνηστία, Έλιξ) αλλά και πολλών έντυπων και διαδικτυακών μέσων (Esquire, Nitro, Protagon, κλπ). Η σχέση μου με το Antivirus ξεκίνησε τυχαία τον Μάρτιο του 2013. Έκτοτε έγινε λατρεία... Είτε εδώ είτε στο περιοδικό, όλο και κάπου θα με πετύχετε. Αν τώρα θέλετε να κάνετε και κάποιο σχόλιο... θα με βρείτε στο vth@avmag.gr. Cu!