Για 3 ακόμα παραστάσεις θα παίζεται η μεταφορά του βιβλίου του Κώστα Ταχτσή «Ρέστα» στο θέατρο «Άλφα Ιδέα» τις Tρίτες στις 21:15 έως τις 2 Ιανουαρίου 2018. Συναντήσαμε τους δύο ηθοποιούς που ενσαρκώνουν τον Κώστα Ταχτσή, Γιώργο Μακρή και Θοδωρή Χιντζίδη, στο φουαγέ του θεάτρου, όπου μας μίλησαν για το θεατρικό έργο, για την αμφιλεγόμενη στάση του Ταχτσή απέναντι στην γκέι κοινότητα της εποχής και την αγάπη του για το crossdressing (παρενδυσία). Οι δύο ηθοποιοί στέκονται κριτικά απέναντι στις απόψεις του Ταχτσή, αλλά και στην καταπίεση που δέχεται από τις γυναίκες της ζωής του, τη μητέρα και τη γιαγιά του και μας μιλούν για τη δική τους στάση απέναντι στα ΛΟΑΤΚΙ θέματα σήμερα.

Σε λίγες μέρες ολοκληρώνεται άλλος ένας κύκλος παραστάσεων του έργου «Ο μικρός εγώ» στο θέατρο «Άλφα Ιδέα».

Γιώργος Μακρής: Έχουμε ξεκινήσει από τις 10 Οκτωβρίου και η παράσταση έχει ξαναπαιχτεί το 2013 σε ένα παλιό τουρκικό σπίτι, με πολλά δωμάτια. Τα δωμάτια και οι κόσμοι του Ταχτσή αλλάζαν ρεαλιστικά, ανάλογα με την πορεία της ζωής του συγγραφέα. Συνεχίστηκε και το 2014, μετά διακόψαμε και κάναμε άλλες παραγωγές και τώρα επιστρέψαμε σε αυτό, γιατί το θέλαμε πάντα.

Θοδωρής Χιντζίδης: Εγώ δεν ήμουν τότε. Είμαι καινούριος στην ομάδα.

Γ.Μ.: Είμαστε η ομάδα «Αίολος». Έχουμε κάνει το «Ο μικρός εγώ», το «Ματωμένος Γάμος» στο Θέατρο του Νέου Κόσμου και το «Οδός Ολύμπου 12» που ήταν βασισμένο στην ελληνική μυθολογία του Νίκου Τσιφόρου, πάλι στο Θέατρο του Νέου Κόσμου. Σκηνοθέτης είναι ο Βασίλης Ανδρέου. Εκτός από μας τους δύο, οι ηθοποιοί είναι η Νατάσα Σφενδυλάκη, η Φαίδρα Παπανικολάου, η Βλασία Κουτσού και παίζει μουσική ο Σπύρος Παρασκευάκος.

Ποιες είναι οι διαφορές φέτος σε σχέση με το πρώτο ανέβασμα της παράστασης;

Γ.Μ.: Πλέον οι εικόνες γίνονται αφήγηση. Υπάρχει μεγάλη διαφορά, δεν αλλάζουμε μαζί με το κοινό δωμάτια. Δεν έγινε καμία αλλαγή στο κείμενο. Άνθρωποι που έχουν δει την παλιά εκδοχή, δραματουργικά δεν διαφέρει πολύ. Τώρα σκηνοθετικά έπρεπε να γίνει προσαρμογή.

Θ.Χ.: Κάτι που άλλαξε ήμουν εγώ. Με αφορμή ένα φεστιβάλ που έγινε το καλοκαίρι στο θέατρο Γκλόρια, είχα πάει εγώ για μία αντικατάσταση και όταν αποφασίστηκε να ανέβει η παράσταση σε κλειστό χώρο, μου έγινε η πρόταση και δέχτηκα με μεγάλη χαρά.

Πού βασίζεται το έργο «Ο μικρός εγώ»;

Γ.Μ.: Στο βιβλίο «Ρέστα» του Κώστα Ταχτσή, ένα από τα λίγα βιβλία που έχει γράψει. Τη διασκευή την έχει κάνει όλη η ομάδα «Αίολος» με τον Βασίλη Ανδρέου.

Θ.Χ.: Επίσης, έχουμε πάρει στοιχεία από συνεντεύξεις του, από όλο το έργο και τη ζωή του.

Η ιδέα να ασχοληθείτε με αυτό το θέμα ποιανού ήταν;

Γ.Μ.: Το είχα δει σε εξετάσεις του Βασίλη, γιατί είναι δάσκαλος σε δραματικές σχολές. Είχε βάλει κάποια ελληνικά διηγήματα να κάνουν τα παιδιά. Όταν πήγα να τις δω, άκουσα την πολύ ωραία φράση με την οποία ξεκινάει το βιβλίο του Ταχτσή και αυτό μου κίνησε πολύ το ενδιαφέρον για να το κάνω στο θέατρο. Ξεκινάει με το «Έφτυσα! Αλίμονό σου αν χαζέψεις πάλι στο δρόμο!»

Πρώτη φορά άκουγα τόσο άμεσο, γιατί εξαιτίας της σχολής που ακούς πιο κλασικά πράγματα, μου έκανε μεγάλη εντύπωση αυτή η τόσο ελληνική φράση. Τότε το πρότεινα στο Βασίλη και άρχισε σιγά-σιγά να χτίζεται αυτό το πράγμα.

Η ομοφυλοφιλία του Ταχτσή είναι διάχυτη στο έργο;

Γ.Μ.: Δεν υπάρχει μόνο η ομοφυλοφιλία του Ταχτσή, υπάρχει και η παρενδυσία του Ταχτσή. Ντυνόταν γυναίκα. Υπάρχει το γκέι στοιχείο, αλλά δεν πραγματεύεται τίποτα από αυτά καθαρά. Υπάρχει η παρενδυσία διακριτικά μέσα στην παράσταση, όχι για να μην προκαλέσουμε, απλώς το χειριστήκαμε με ευαισθησία στην παράσταση που φτιάξαμε. Αναφερόμαστε περισσότερο στους δαίμονες που τον οδήγησαν σε αυτό. Όχι το να γίνει ομοφυλόφιλος, αλλά το πώς αντιλαμβανόταν αυτό η οικογένειά του, που το υποψιαζόταν κάποιες φορές και κάποιες φορές όχι. Ο φόβος της μάνας ή της γιαγιάς να μη γίνει το παιδί τους γκέι. Η σχέση του Ταχτσή με τις γυναίκες της ζωής του βρίσκεται παντού στην παράσταση.

Θ.Χ.: Αυτό είναι το κεντρικό στοιχείο της παράστασης, οι σχέσεις με τις γυναίκες της ζωής του. Βλέπεις στην παράσταση και από τη μάνα του και από τη γιαγιά του ένα φόβο και μία υποψία που είναι σα να ξέρανε τι είναι, αλλά δεν θέλανε να το παραδεχτούνε (σ.σ. το ότι είναι ομοφυλόφιλος).

Γ.Μ.: Ο Ταχτσής ντυνόταν γυναίκα. Έχουν γραφτεί πάρα πολλά γι’ αυτό. Όταν ντυνόταν, ήταν πιο γυναίκα απ’ τις γυναίκες! Όταν εμφανιζόταν ως άντρας, ήταν πιο άντρας από τους άντρες. Ήθελε να είναι η τέλεια γυναίκα, να μην αναγνωρίζεται ότι είναι άντρας. Ειδικά για τη δεκαετία του ’80 αυτό ήταν τρομερό.

Είχε μεράκι

Γ.Μ.: Είσαι τρελός; (γέλια) Είναι συγκινητικό γιατί αυτές τις γυναίκες που αναφέραμε τις αγαπούσε και τελικά πώς καταλήγει κι αυτός να ντύνεται γυναίκα, με επιρροές από όλες τις γυναίκες. Ντυνόταν κυρία, φόραγε το ταγιέρ της και πήγαινε στα εστιατόρια κι έτρωγε.

Θ.Χ.: Και από αυτά που έχουμε ακούσει κι εμείς είναι ότι έτρωγε ξύλο από άλλες τρανς.

Ο Γιώργος Μακρής

Γ.Μ.: Ναι, γιατί τότε ο Ταχτσής είχε ένα κόλλημα με την «γκετοποίηση», με το οποίο δεν ξέρω αν συμφωνώ πολύ. Μέχρι και τώρα υπάρχουν άτομα που αυτοκτονούν επειδή δεν γίνεται αποδεκτά από την οικογένειά τους. Φαντάσου τότε τι γινόταν. Ο Ταχτσής ήθελε λίγο να είναι ο καθένας ανεξάρτητος και να μην υπάρχουν αυτά τα «γκέτο», οι γκέι, οι τρανς κ.λπ., με αποτέλεσμα να γίνει πολύ μισητός στην κοινότητα των γκέι.

Θ.Χ.: Δεν μπορούσε να δεχτεί και να καταλάβει πώς γίνεται ένας άντρας να πηγαίνει με ένα άλλο πλάσμα, που ενώ φαίνεται γυναίκα, να ξέρει ότι είναι άντρας. Δηλαδή του φαινόταν πολύ παράξενο να θέλει ένας άντρας να πάει με μια τρανσέξουαλ. Ή με έναν πιο θηλυπρεπή άντρα. Αυτός όταν ντυνόταν…

Γ.Μ.: Τον άντρα τον ήθελε να… οδηγεί νταλίκα!! Δεν μπορούσε να πάει με έναν πιο θηλυπρεπή. Για παράδειγμα το Athens Pride δεν θα το ήθελε, ίσως κατά τη γνώμη μου ήταν αρκετά εγωιστής. Ίσως και να του άρεσε το παράνομο, να κρύβεται, να κρύβει την ταυτότητά του. Του άρεσε η ομορφιά της νύχτας, του άρεσε το «δεν θέλω να σου πω ότι είμαι γκέι, θέλω να τα κάνω χωρίς να τα ξέρεις», η ίντριγκα.

Θ.Χ.: Και το τυχαίο επίσης. Ότι θα βγω έξω, θα κάνω ό,τι θέλω, με όποιον θέλω, χωρίς να με κρίνεις, χωρίς να πεις τίποτα για μένα, γιατί έτσι θέλω να το κάνω.

Γ.Μ.: Ήταν όλα αυτά που παλεύουμε σήμερα σε ένα, ντυνόταν γυναίκα, ήταν κρυφογκέι…

Εσάς ποια είναι η απόψή σας πάνω στο να κρύβει κάποιος την σεξουαλική του ταυτότητα;

Γ.Μ.:  Έχω αποδεχτεί από μικρός αυτό που είμαι, ότι είμαι ομοφυλόφιλος και ποτέ δεν βρήκα εμπόδια απέναντι σε αυτό. Ούτε η μάνα μου έδειρε… Με αποτέλεσμα αυτό να με έχει κάνει πιο κουλ με το θέμα. Τώρα στα 28-29 μου σκέφτομαι πλέον λίγο παραέξω. Λέω οκ, εγώ είμαι κουλ, γιατί έτυχε, ο άλλος που έχει τον μπαμπά που του λέει ότι «άμα μάθω ότι είσαι γκέι θα σε σκοτώσω» ή «θα σε αποκληρώσω», ο άλλος που λέει «προτιμώ να σε δω νεκρό»: Τι κάνεις για αυτούς τους ανθρώπους, από τη στιγμή που εσύ είσαι εντάξει μέσα σου; Κι άρχισα σιγά-σιγά να συμμετέχω σε όλο αυτό. Για όλους όσους έχουν αυτό το πρόβλημα. Ακόμα κι αν είναι ένας ή είκοσι. Δυστυχώς είναι περισσότεροι.

Θ.Χ.: Χωρίς να θέλω να πω για μένα κάτι, αυτό που υπερασπίζομαι είναι ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα να κάνει ό,τι θέλει και δεν μπορεί κανένας να τον κρίνει γι’ αυτό. Οι άνθρωποι πρέπει να είναι ελεύθεροι να αποφασίσουν ό,τι θέλουν να είναι, είτε γκέι, είτε τρανσέξουαλ κ.λπ.

Γ.Μ.: Παρακολούθησα όλα αυτά που έγιναν με την ταυτότητα φύλου και θεωρώ ότι ήταν μία βέβαιη νίκη. Μπαίνουμε σε μια τελική ευθεία ως προς τα ΛΟΑΤΚΙ δικαιώματα, αν και ποτέ δεν ξέρεις… Βλέπω τους άλλους ανθρώπους, τους οικογενειάρχες, που λένε «γιατί το παιδί να είναι έτσι;» και «τι θα πω στο παιδί μου;», αν έρθει ένα παιδί στο σχολείο και πει «εγώ έχω δύο μπαμπάδες»… Κατ’ αρχήν την κοινωνία εμείς τη χτίζουμε. Άρα όπως το είπαν τότε έτσι, να το πούνε σήμερα κι αλλιώς. Όπως μάθαν τα παιδιά να μισούν αυτούς τους ανθρώπους, να τα μάθουν τώρα να τους αγαπούνε.

Πόσο σας έχει επηρεάσει προσωπικά αυτή η παράσταση;

Γ.Μ.: Αυτή η παράσταση ξεκινά από το νεκρό Ταχτσή, ο οποίος αφηγείται και την ιστορία της ζωής του. Μέσα από το έργο μαθαίνουμε και τις επιρροές του, ακούς ατάκες από τον Αριστοφάνη, πράγματα που κάπως τα συνδέσαμε και βγάλαμε την ιστορία.

Ο Θοδωρής Χιντζίδης

Θ.Χ.: Να διευκρινίσουμε ότι στην παράσταση δεν δείχνουμε τη ζωή του, αλλά το έργο του, ένα μέρος του οποίου είναι βασισμένο σε αυτοβιογραφικά στοιχεία. Υπάρχουν και μυθιστορηματικά στοιχεία όμως, δεν ξέρεις τι είναι αληθινό και τι όχι στην παράσταση.

Γ.Μ.: Ο νεκρός Ταχτσής ξεκινά να αφηγείται την ιστορία του από μια παλιά αυλή, και βλέπουμε στη συνέχεια τον μικρό Ταχτσή. Όλο το έργο ξεκινάει από τον μικρό Ταχτσή που του έβαλε η γιαγιά του μια φουστανέλα τις Αποκριές και η μάνα του δεν το αποδέχεται, ότι το παιδί φοράει φουστάνι, αν και φοράει φουστανέλα… Αυτό τον άνθρωπο τον ακολουθούμε σε όλη τη διάρκεια της ενηλικίωσής του. Δηλαδή βλέπουμε την πρώτη κοπέλα που γνώρισε, η οποία ήταν ΑΜΕΑ. Τα πρώτα μαθήματα πιάνου, που δεν τον άφηναν οι γονείς του να πάει. Την πρώτη του επαφή με τα βιβλία, την πρώτη επαφή με το θέατρο και με όλα αυτά.

Δεν θα πω γιατί είμαστε δύο, αλλά το έργο κλείνει με μια σκηνή ανάμεσα στους δύο Ταχτσήδες, οι οποίοι έρχονται σε μία εσωτερική κόντρα, μία πάλη. Στην ουσία ο Ταχτσής όταν αρχίζει το έργο σου λέει πώς θα ‘ταν τα πράγματα αν ήταν αλλιώς. Και τελικά καταλήγουν να είναι τα ίδια, γιατί πάλι πεθαίνει, πάλι τον στραγγαλίζουν.

Για την κοινωνία ήταν απλά ένας ανώμαλος. Δεν υπήρχε το «γκέι», «λεσβία», «τρανς». Υπάρχουν όλες αυτές και πολλές ακόμα ταυτότητες και πιστεύω ότι έχει προχωρήσει το θέμα και πλέον η κοινωνία πρέπει να βλέπει τους ανθρώπους ως μονάδες, όχι ως ομάδες. Ο κάθε άνθρωπος έχει τις δικές του ανάγκες και θέλω. Οι γκέι και οι λεσβίες βέβαια μέχρι πριν μερικά χρόνια κάνανε κοινότητες για να επιβιώσουν, να προστατευτούν από τις επιθέσεις. Και σήμερα γίνεται αυτό.

Θ.Χ.: Όσον αφορά το πόσο μας έχει επηρεάσει, σίγουρα τον κάθε άνθρωπο που βλέπει την παράσταση τον επηρεάζει διαφορετικά. Ένα πράγμα που με έχει συνδέσει με αυτόν τον άνθρωπο, που έζησε όλα αυτά, είναι ίσως η απόρριψη που είχε βιώσει. Εγώ κάπως με αυτό έχω συνδεθεί και νομίζω ότι αυτό είναι πέρα από οποιαδήποτε ταμπέλα και πέρα από οτιδήποτε. Η απόρριψη και η μοναξιά που έχει ζήσει αυτός ο άνθρωπος…

Γ.Μ.: Δεν είναι μια παράσταση για έναν άνθρωπο. Δεν κάνουμε κους κους πάνω στη ζωή του Ταχτσή. Το θέμα δεν είναι η ζωή του, είναι η οικογένειά του, είναι η οικογένεια ολονών μας.

Σε ένα κομμάτι του έργου λέει ότι «εγώ τις γυναίκες της ζωής μου δεν τις εξόρισα από τη ζωή μου, τις αποκεφάλισα. Κι από τότε ζω μόνο και μόνο για να ‘χω τύψεις.»

Σε όλο το έργο υπάρχει αυτή η διαμάχη, του μικρού μας εγώ.

Εγώ πιστεύω ότι γενικά ο άνθρωπος όσο λιγότερα απωθημένα έχει, όσο κάνει αυτό που θέλει, έχει πιο υγιή ψυχή. Και νομίζω ότι η κοινωνία χρειάζεται υγιείς ψυχές. Αυτό είναι το διακύβευμα του έργου. Για μένα ο Ταχτσής ήταν ένας άνθρωπος, που προσπαθούσε να έχει μια υγιή ψυχή και το κατάφερε μέσα από τα έργα του. Να καθαρίσει την ψυχή του. Δεν ξέρω πόσο καθαρή ψυχή έχει ένας άνθρωπος που πιέζεται να κάνει οικογένεια, ενώ κατά βάθος θέλει κάτι άλλο. Αυτό γινόταν κατά κόρον πριν από 20 χρόνια, αλλά σε μερικές περιπτώσεις το βλέπουμε και σήμερα. Να υπάρχουν άνθρωποι που να ακολουθούν την σεξουαλικότητά τους μετά τα 50, επειδή πέθαναν οι γονείς τους…

Πιστεύω στο δαίμονα που λέγεται οικογένεια. Αυτή είναι η αρχή του καλού και του κακού σε όλη μας την πορεία στη ζωή.

Θ.Χ.: Θα ήθελα να δει ο κόσμος πόσο υπάρχει εκεί έξω και να έχουμε λίγο περισσότερη καλοσύνη και αγάπη μεταξύ μας.

Γ.Μ.: Όπως λέει κι ο σκηνοθέτης μας η ηθική της καλοσύνης.

Info

«Ο Μικρός Εγώ»

Κάθε Τρίτη στις 21.15 μέχρι και τις 2 Ιανουαρίου στο θέατρο «Άλφα Ιδέα», Πατησίων 37 & Στουρνάρη 51, 2105238742, www.alfaidea.gr

Σκηνοθεσία: Βασίλης Ανδρέου

Διασκευή: Βασίλης Ανδρέου, Ομάδα Αίολος

Βοηθός Σκηνοθέτη: Σοφία Καστρισίου

Μουσική Σύνθεση: Σπύρος Παρασκευάκος

Τραγούδι: Νεφέλη Κουρή

Φωτογραφία: Γιάννης Μπορομπόκας

Ενδυματολόγοι: Αφροδίτη Μηλιώνη- Δήμος Κλιμενώφ

Ερμηνεύουν: Βλασία Κουτσού, Γιώργος Μακρής, Φαίδρα Παπανικολάου, Νατάσα Σφενδυλάκη, Θεόδωρος Χιντζίδης

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Στο Δημοτικό, όταν η δασκάλα μας έβαλε "Σκέφτομαι και γράφω" να πούμε τι θέλουμε να γίνουμε όταν μεγαλώσουμε, απάντησα: Πρώτα γιατρός και όταν γεράσω περιπτεράς. Από μικρός μου άρεσε η ποικιλία και τη σύνταξη ούτε καν που τη σκεφτόμουνα. Στη συνέχεια ασχολήθηκα ερασιτεχνικά με σχολικές εφημερίδες και όταν πέρασα στο Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ άρχισα να δουλεύω κανονικά στον ειδικό τύπο σχεδόν από το πρώτο έτος. Το Αntivirus το αγαπάω όπως ο Αθηναίος το χωριό του. Ενώ είμαι αναγκασμένος να ζω από την κανονική μου δουλειά, το Antivirus είναι η πραγματική δημοσιογραφία και το ρεπορτάζ που θα ήθελα να κάνω. Από το 2007 υπάρχει αυτή η σχέση αγάπης.