Ξαναμπαίνοντας στο γκέι μπαρ χωρίς να κοιτάξω πίσω

Το Σάββατο το ξημέρωμα στο τελείωμα της βάρδιας στο γκέι μπαρ που δουλεύω βγήκα να πετάξω τις σακούλες στα σκουπίδια. Όπως έκανα την κίνηση να ρίξω μια σακούλα στον κάδο, το μάτι μου έπεσε πάνω στην πόρτα της εισόδου. Ξαφνικά είδα αυτή την ίδια πόρτα κοντά είκοσι χρόνια πριν. Όταν κι εγώ ήμουν κοντά στα είκοσι. Θυμήθηκα τις πάμπολλες νυχτερινές μου απόπειρες να μπω εκεί μέσα. Θυμήθηκα τον φόβο και την ντροπή που ένιωθα μην με δει κανείς. Θυμήθηκα πόσες φορές έφτασα ως την πόρτα και δεν μπήκα.

Ώσπου βέβαια μια μέρα μπήκα. Νομίζω πρέπει να ήμουν κουκουλωμένος σαν αποτυχημένο undercover αστυνομικό σε ελληνική ταινία. Πρέπει να έτρεμα και τα μάτια μου να πετάριζαν από αγωνία για αυτό που θα αντίκριζα. Και όντως, αυτό που αντίκρισα με τάραξε. Μπήκα μέσα και είδα ανθρώπους να διασκεδάζουν, να γελάνε και να γλεντάνε. Τρόμαξα με τον φόβο και την μιζέρια μου. Εκεί μέσα βρέθηκα ανάμεσα σε ανθρώπους που γούσταραν τους εαυτούς τους και το γιόρταζαν. Εγώ όμως δεν με γούσταρα και δεν μπορούσα να με γιορτάσω. Συνέχισα για πολλά χρόνια να πηγαίνω μόνος, στα κρυφά και μουλωχτά για να βρω παρέα. Δεν είχα πότε όμως στο νου να πάω εκεί για να περάσω καλά. Το βλέπα μόνο σαν ευκαιρία γρήγορης γνωριμίας και εκτόνωσης.

Αυτά τα μυαλά είχα βλέπεις όταν πρώτο μπήκα στο γκέι μπαρ. Πίστευα ότι δεν ανήκω εκεί. Ότι δεν είμαι μια «αδερφή του συρμού» και ότι δεν ανήκω στα «κυκλώματα». Άραγε υπάρχει πιο ανόητη φράση από «τα γκέι κυκλώματα»; Σήμερα λοιπόν που γράφω κείμενα εδώ στο antivirus και δουλεύω σε γκέι μπαρ, με κοιτώ στον καθρέφτη κάνα βράδυ και λέω «εσύ αγάπη μου είσαι το κύκλωμα ολόκληρο μονάχη σου». Βλέπεις, όσο κι αν προσπάθησα να είμαι κρυφή ή «εκτός κυκλωμάτων», εγώ γεννήθηκα λαμπερή πεταλουδίτσα που γλεντάει την στιγμή. Άλλωστε το φαλακρό μου κρανίο φωταγωγεί από χιλιόμετρα.

Ξαναμπήκα λοιπόν στο γκέι μπαρ αποφασισμένος να με γλεντήσω και να μην με ξανακρύψω. Άσε που τώρα που το σκέφτομαι, μπαινοβγαίνω τόσες φορές κατά την διάρκεια της βάρδιας  που θα χα πάθει κρίση πανικού αν φοβόμουν «μην με δει κανείς». Μάλλον καμιά φορά κορδώνομαι επιδεικτικά όταν διασχίζω την πόρτα του γκέι μπαρ για να με δουν ότι δουλεύω εκεί.

Κι όταν καμιά φορά είμαι τις μαύρες μου και μονολογώ «και τι κατάλαβες από την ζωή» ή «τι κατάφερες». Να ξέρεις την πόρτα του γκέι μπαρ σκέφτομαι και κάπως γελάω και λέω «μάλλον κάτι κατάφερες». Γιατί το καταπιεστικό, φοβικό, κρυψίνικο πλαίσιο που σκεφτόμουν για τον εαυτό μου όταν έμπαινα εκεί μέσα πρώτη φορά, το σπασα, το διέλυσα. Με διέλυσα δηλαδή και με ξαναχτίζω. Άλλωστε, ο εαυτός, η εαυτή, το εαυτό δεν είναι κάτι που βρήκαμε έτοιμο αλλά κάτι που δημιουργούμε και επαναδημιουργούμε συνεχώς και μέχρι το τέλος.

Θέλει δύναμη και νεύρο να φτιάξεις τον εαυτό σου όπως σου γουστάρει. Αλλά μάλλον αξίζει. Φιλάκια

Γιάννης Παυλόπουλος

Στο μεταπτυχιακό (Επικοινωνία και ΜΜΕ στο ΕΚΠΑ) αντί να κάνω διπλωματική για τον Αλμοδόβαρ έκανα για το Ζεϊμπέκικο. Στη δραματική σχολή («δήλος» - Δήμητρα Χατούπη) αντί να παίξω την Πατρόνα έπαιζα τον Καπετάνιο. Γράφω μπας και θυμηθώ κάτι από το ταμπεραμέντο της παιδικής ηλικίας, εκείνου του αγοριού που φόραγε τα τακούνια της μαμάς και έπαιζε με τη barbie και τη bibibo. Αγαπημένη μου φράση: «Ο καθωσπρεπισμός και οι νοικοκυραίοι μου μαύρισαν την ψυχή. Ευχαριστώ, δε θα πάρω.»




Δες και αυτό!