Υπάρχει μια ολοένα και πιο ανησυχητική τάση σε μερίδα τηλεοπτικών πάνελ, ανά τακτά διαστήματα, να επιστρατεύουν τη ρητορική μίσους απέναντι σε ΛΟΑΤΚΙ+ ανθρώπους ως εργαλείο τηλεθέασης. Δεν πρόκειται για καμία «άποψη» ούτε για «ελευθερία του λόγου», αλλά για μια συνειδητή επιλογή, στο να μετατρέπεται η ανθρώπινη αξιοπρέπεια και η ταυτοτική υπόσταση των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων σε αντικείμενο δημόσιας κατανάλωσης. Σε τηλεοπτικές κρεατομηχανές όπως το «Το Πρωινό», του ΑΝΤ1, βλέπουμε επανειλημμένα να φιλοξενούνται τοποθετήσεις που δεν συμβάλλουν στον διάλογο, αλλά αναπαράγουν στερεότυπα, φόβο και κοινωνικό αυτοματισμό. Όταν δε πρόσωπα όπως η Δέσποινα Καμπούρη επιλέγουν να χτίσουν παρουσία μέσα από τη στοχοποίηση, το πρόβλημα τότε παύει να είναι προσωπικό. Είναι βαθιά πολιτικό και κοινωνικό.
*Γράφει η Άννα Απέργη Κωνσταντινίδη
Ας ξεκινήσουμε, λοιπόν, από τα βασικά.
Αρχικά, δεν μιλάμε για «Gay Pride», αλλά για Pride ή Φεστιβάλ ΛΟΑΤΚΙ+ Υπερηφάνειας. Και αυτή η λεπτομέρεια δεν είναι καθόλου αθώα. Όταν περιορίζεις ένα πολυσύνθετο κίνημα σε μια μονοδιάστατη ταυτότητα, αναπαράγεις τον ίδιο τον αποκλεισμό που υποτίθεται ότι σχολιάζεις. Το Pride αφορά όλο το φάσμα των ΛΟΑΤΚΙ+ προσώπων που ιστορικά τέθηκαν στο περιθώριο.
Η επίκληση της «υπερβολής» ως προβλήματος. δεν είναι καινούργια, είναι η πιο παλιά και φθαρμένη γραμμή άμυνας μιας κοινωνίας που θέλει την όποια διαφορετικότητα αόρατη, σιωπηλή και «ευπρεπή». Μόνο που το Pride δεν γεννήθηκε για να είναι «ευπρεπές». Γεννήθηκε ως αντίδραση στη βία, στην καταστολή, στη συστηματική παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων. Και σε νομικό επίπεδο, αυτή ακριβώς η ορατότητα είναι που ενεργοποιεί το δίκαιο, καθώς χωρίς ορατότητα δεν υπάρχει αναγνώριση και χωρίς αναγνώριση δεν υπάρχει προστασία.
Το επιχείρημα ότι «δεν μεταφέρεται σωστά το μήνυμα», μεταθέτει την ευθύνη από τη διάκριση στον τρόπο που την καταγγέλλεις. Τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν υπόκεινται σε αισθητική αξιολόγηση. Δεν χρειάζεται να είναι «βολικά» ή «τηλεοπτικά αποδεκτά» για να είναι έγκυρα. Αν λοιπόν το μήνυμα δεν φτάνει, το πρόβλημα δεν είναι το Pride, αλλά η κοινωνική άρνηση του να αναγνωρίσει ισότιμα όλα τα πρόσωπα. Όσο για την ειρωνεία περί «ψηλοτάκουνων», η ενόχληση δεν αφορά σε καμία περίπτωση το παπούτσι, αλλά το γεγονός ότι κάποια άτομα αρνούνται να συμμορφωθούν με τα έμφυλα στερεότυπα. Και αυτό είναι κατεξοχήν πολιτικό. Το σώμα, η έκφραση φύλου και η δημόσια παρουσία αποτελούν πεδία δικαιωμάτων που προστατεύονται από το συνταγματικό, ευρωπαϊκό και διεθνές δίκαιο. Η αποδόμηση των στερεοτύπων δεν είναι «καρναβάλι», είναι πράξη αντίστασης.
Το επιχείρημα «αν δεν φτάνει σε μένα, δεν θα φτάσει στην κοινωνία» αποκαλύπτει μια βαθιά πατερναλιστική λογική, ότι το μέτρο της ορθότητας είναι η άνεση της πλειοψηφίας. Μόνο που το Pride δεν υπάρχει για να επιβεβαιώνει την άνεση κανενός. Αντίθετα, συνεχίζει να υπάρχει για να δίνει χώρο σε αυτά τα άτομα που δεν είχαν ποτέ. Και συχνά, η ενόχληση που προκαλεί είναι η απόδειξη ότι διαταράσσει μια κανονικότητα που βασίζεται στον αποκλεισμό. Ναι, ο αγώνας είναι καθημερινός 365 μέρες το χρόνο. Αλλά χωρίς το Pride δεν θα υπήρχε ούτε το νομικό, ούτε το πολιτικό πλαίσιο που σήμερα κάποιοι επικαλούνται επιλεκτικά. Τα δικαιώματα δεν κατακτήθηκαν με «ευπρέπεια», αλλά με ορατότητα, σύγκρουση και διεκδίκηση.
Και μέσα σε όλο αυτό το πλαίσιο, επανέρχεται διαρκώς και το επιχείρημα της «αισθητικής». Μια φαινομενικά «ουδέτερη» θέση, που στην πραγματικότητα συνιστά ωμή ρατσιστική παραδοχή. Όταν η ίδια η ύπαρξη ενός ανθρώπου χαρακτηρίζεται ως «αισθητικά ενοχλητική», τότε δεν μιλάμε για άποψη, αλλά για αποκλεισμό από τον δημόσιο χώρο. Πρόκειται για μια ΛΟΑΤΚΙ+φοβική στάση που βαφτίζει τον ρατσισμό «γούστο», με στόχο να φιμώσει την ορατότητα και, τελικά, τα ίδια τα ανθρώπινα δικαιώματα. Γιατί το επόμενο βήμα αυτής της «λογικής» είναι σαφές, «εφόσον δεν μας αρέσετε αισθητικά», τότε δεν πρέπει να είστε ορατά. Και για να μην είστε ορατά, δεν πρέπει να υπάρχετε στον δημόσιο χώρο…
Και βέβαια, αυτή η ρητορική κλείνει σχεδόν πάντα με το γνωστό επιχείρημα «δεν είμαστε ρατσιστές, την άποψή μας λέμε, ελευθερία του λόγου δεν ζητάτε;». Μόνο που ξεχνάνε ότι η ελευθερία του λόγου δεν είναι ασπίδα για τον ρατσισμό. Δεν προστατεύει τη ρητορική μίσους, ούτε νομιμοποιεί την προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Σε κάθε σύγχρονο κράτος δικαίου, η ελευθερία της έκφρασης συνυπάρχει με την αρχή της μη διάκρισης, δεν την ακυρώνει.
Η ρητορική μίσους, είναι το θεμέλιο πάνω στο οποίο οικοδομείται η βία. Είναι αυτό που κάνει έναν άνθρωπο να νιώθει ότι η κοινωνία τον απορρίπτει. Και εδώ η ευθύνη δεν βαραίνει μόνο τα πρόσωπα που την εκφέρουν, αλλά και τα μέσα που τους δίνουν βήμα. Είναι επιλογή το τι προβάλλεις, πως το πλαισιώνεις και μέχρι πού επιτρέπεις να φτάσει ο δημόσιος λόγος.
Αν κάποιοι θεωρούν ότι θα παραμείνουν επίκαιροι επενδύοντας στο μίσος, κάνουν λάθος. Η κοινωνία, παρά όλες τις αντιφάσεις της, προχωρά. Και μαζί της προχωρά και η απαίτηση για περισσότερο σεβασμό, ισότητα, δικαιώματα και αξιοπρέπεια για κάθε άνθρωπο, χωρίς εξαιρέσεις.
Το Pride δεν είναι το πρόβλημα, είναι η απάντηση σε ένα πρόβλημα που κάποιοι επιμένουν να αναπαράγουν. Και όσο αυτό το πρόβλημα υπάρχει, θα υπάρχει και το Pride, όχι πιο «ήσυχο», αλλά όσο πιο δυναμικό χρειάζεται για να ακούγεται!
*Ειδική Σύμβουλος/Εκπαιδεύτρια σε θέματα DEI | ΛΟΑΤΚΙ+ | Ισότητας Φύλων | ESG & Συμπεριληπτικής Ηγεσίας | Κοινωνικής Βιωσιμότητας στον Επιχειρηματικό Κόσμο









