Συναντήσαμε τη σκηνοθέτιδα Φλοράνς Μιαϊέ στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθήνας

04/04/2022
Στον κύκλο «Ειδικές προβολές» του 22ου φεστιβάλ Γαλλόφωνου κινηματογράφου, το κοινό είχε την ευκαιρία να απολαύσει τη βραβευμένη ταινία animation της Φλοράνς Μιαϊέ «La Traversée»/Η φυγή (2021).

της Δήμητρας Κυρίλλου 

Ένα χωριό υφίσταται επιδρομή και λεηλατείται, οι κάτοικοι παίρνουν το δρόμο της προσφυγιάς. Είναι κλειστός. Από μια οικογένεια ξεφεύγουν μόνο τα δυο μεγαλύτερα παιδιά, η Κιόνα και ο Αντριέλ και θα συνεχίσουν το ταξίδι για να βρουν τον ξάδελφό τους σε κάποια «ασφαλή χώρα». Η ταινία animation δια χειρός Φλοράνς Μιαϊέ και με τη συνδρομή στο σενάριο της Μαρί Ντεπλεσάν καταγράφει τα βήματά τους. Θα συναντήσουν εμπόρους παιδιών, λωποδύτες, το σιδερένιο χέρι του κράτους και του παρακράτους, αλλά και την αλληλεγγύη των απλών ανθρώπων, τη νομαδική ζωή. Θα δοκιμαστούν, θα καταρρεύσουν, θα συνεχίσουν, θα ενηλικιωθούν.

Η χώρα είναι απροσδιόριστη, το ίδιο και ο χρόνος. Ξεκινά με ατμόσφαιρα αρχών του 20ου αιώνα, αλλά κάποια στιγμή εμφανίζονται οθόνες υπολογιστή και κινητά τηλέφωνα. Η αφηγήτρια στην εισαγωγή θυμάται το χωριό της ως Νόβι Βάρνα και την κοινότητα των κατατρεγμένων Γελζιντί, αλλά σύντομα ακούγονται ονόματα όπως Ισκεντερ και Μπαμπαγιάγκα. Χωρίς γεωγραφική και οπτική ταυτότητα, η «Φυγή» δίνει το παγκόσμιο διαχρονικό πορτρέτο των ανθρώπων που μετακινούνται, από την Ανατολική Ευρώπη του 1905 μέχρι τη Συρία και το Κουρδιστάν του 2011 και την Ουκρανία σήμερα.

Πρόκειται για ένα υψηλής αισθητικής και άρτιας-«πειραγμένης» αφηγηματικής μορφής animation που συγκινεί και είναι τραγικά επίκαιρο. Συναντήσαμε τη σκηνοθέτιδα, Φλοράνς Μιαϊέ στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθήνας.

Miailhe, Festival du Film 2022 IFG / copyright @nkom2000

Θα ήθελα να ξεκινήσω από το τέλος της ταινίας, όταν κλείνοντας η αφηγήτρια ανακαλεί την προγιαγιά της που έφυγε προσφύγισσα με 10 παιδιά από την Οδησσό το 1905. Είναι μια αληθινή ιστορία; Και πώς βλέπετε τον τρόπο με τον οποίο συνδυάζεται με τραγικό τρόπο με τον πόλεμο που εξελίσσεται εκεί σήμερα;

Η προγιαγιά μου έφυγε το 1905 από την Οδησσό με 7-8 παιδιά, τα άλλα τα γέννησε αργότερα. Δεν τη γνωρίζω αυτή την ιστορία πολύ καλά, μόνο σπαράγματα. Ξέρετε οι άνθρωποι παλιά δεν μετέδιδαν προφορικά τις ιστορίες τους, θεωρούσαν ότι δεν είχαν ενδιαφέρον για τις αφηγηθούν σε άλλους. Και φυσικά δεν έφυγε λόγω πολέμου, αλλά λόγω των πογκρόμ κατά των Εβραίων, που διέπραξαν και Ρώσοι και Ουκρανοί. Σημειωτέον ότι το ζήτημα δεν ήταν ότι υπήρχε κάποιος να τους σταματήσει στα σύνορα, να ζητήσει έγγραφα. Τότε το κύριο πρόβλημα ήταν η φτώχεια, πώς να ταξιδέψει με 7-8 παιδιά ως την άκρη της γης.

Η δεύτερη ιστορία, από την οποία εμπνευστήκαμε με τη σεναριογράφο Μαρί Ντεπλεσάν έρχεται από τη μαμά μου και το 1940, όταν η Γαλλία ηττήθηκε από τη Γερμανία και το Βόρειο κομμάτι έγινε κατεχόμενη περιοχή, η μαμά μου, που ήταν τότε 17-18 χρονών έφυγε και πήρε μαζί τον αδελφό της που ήταν 14-15 για να πάνε στο νότιο, ελεύθερο τμήμα. Η μαμά μου ζωγράφιζε πάρα πολύ, σχεδίαζε κι αυτό ήταν επίσης στοιχείο που μου έδωσε έμπνευση. Και βέβαια κομμάτι της αρχικής μας ιδέας ήταν πώς να συνδέσουμε τις μεγάλες μεταναστευτικές ροές των Αρμενίων, των Ελλήνων, των Εβραίων και των Ιταλών του προηγούμενου αιώνα με τις τρέχουσες μεταναστευτικές ροές, που ξέρουμε ότι δεν θα σταματήσουν τώρα.

Φυσικά, ήταν αδύνατον να φανταστούμε ότι όταν θα παιζόταν η ταινία, θα υπάρχει ένας πόλεμος και θα βλέπαμε αυτό τον πλήρη κύκλο της φυγής να συμβαίνει ξανά. Ένας από τους λόγους που κάναμε την ταινία ήταν ότι θέλαμε να δείξουμε ότι είναι οικογένειες, όπως είμαστε κι εμείς και πρέπει να δείτε ότι  αυτό που συμβαίνει στην ταινία (στην προγιαγιά μου) θα μπορούσε να συμβεί και σε εσάς. Και τώρα με την Ουκρανία το κάνει πιο προφανές προς τους Ευρωπαίους, μπορεί να ταυτίζονται ευκολότερα με τους Ουκρανούς, αλλά και οι Σύριοι το ίδιο ακριβώς πράγμα είναι. Κι αυτοί από πόλεμο έφυγαν με τα παιδιά τους.

Το γεγονός ότι η δική μου οικογένεια μετανάστευσε πριν από 100 χρόνια και σήμερα θεωρούμαστε πολίτες αυτής της χώρας, είναι ουσιαστικά η ιστορία της ανθρωπότητας. Οι άνθρωποι πάντα μετακινούνται, πάντα ενσωματώνονται και πάνε κάπου αλλού. Και γίνεται πολύ πιο ξεκάθαρο μέσω του παραδείγματος της Ουκρανίας

Αυτό ήθελα να παρατηρήσω. Υπάρχει ένα στοιχείο παγκοσμιότητας στην ταινία: Δεν φωτογραφίζετε μια περιοχή, αλλά υπάρχουν πρόσωπα με πολλές διαφορετικές φυλετικές – εθνικές ταυτότητες, αυτόχθονες κλπ., ονομάζονται Ισκεντέρ, Ασαουί. Θέλετε σκόπιμα να δώσετε αυτό το παγκόσμιο στοιχείο;

Ακριβώς αυτό! Έχετε απόλυτο δίκιο. Για να αποδώσουμε τον οικουμενικό χαρακτήρα, η χώρα αναφοράς είναι φανταστική, χρονικά επιδιώξαμε αυτό το απροσδιόριστο. Το σημείο αναφοράς είναι μεν η προγιαγιά μου και η Οδησσός αλλά δεν είναι η δική της ιστορία, αλλά οποιασδήποτε γυναίκας, η οποία αναχωρεί σε τέτοιες συνθήκες για να σωθεί. Όπως βλέπετε, στην αρχή έχουμε την ατμόσφαιρα των αρχών του 20ου αιώνα, αλλά κάποια στιγμή εμφανίζεται ένα κινητό τηλέφωνο, βρισκόμαστε στο τώρα και στο εγγύς μέλλον. Και όπως είπατε κι εσείς πριν, ήρθε ο πόλεμος στην Ουκρανία. Υπάρχει το ζήτημα των συνόρων που θέλαμε να θίξουμε όταν κάναμε την ταινία, για τους Σύριους δεν υπήρχαν ανοιχτά σύνορα, τώρα με τους Ουκρανούς τα σύνορα άνοιξαν. Είναι ζήτημα προς συζήτηση.

Παρουσιάζετε επίσης ένα κόσμο διαφορετικότητας, όχι αποκλειστικά φυλετικής, αλλά πολιτισμικής, στον τρόπος ζωής και τη νοοτροπία. Ήταν σκόπιμη αυτή η ματιά;

Όταν γράφεις ένα σενάριο είναι δύσκολο να βάλεις τα πράγματα σε σειρά, πώς θα εκφραστούν και εξελιχθούν. Όταν αρχίσαμε να γράφουμε είχαμε την αδελφή και τον αδελφό, δυο διαφορετικούς χαρακτήρες, οι οποίοι βιώνουν το μεγάλο ταξίδι, την Οδύσσεια με διαφορετικό τρόπο. Εκείνη είναι πιο δυνατή, δεν κάμπτεται, παραμένει ο εαυτός της, εκείνος είναι πιο αδύναμος, πιο προσαρμοστικός, ακολουθεί τους άλλους. Στην πόλη γίνεται μικρό-κλέφτης, θα πάει και με τα νερά της μαντάμ, φτάνει στα όρια της κατάθλιψης, αλλάζει κατά περίπτωση προκειμένου να αντέξει. Και φυσικά θέλαμε να δημιουργήσουμε κι άλλα πρόσωπα με διαφορετικές στάσεις, όπως π.χ. αυτόν που κάνει το τράφικιγκ – το απόλυτο κακό, τη μαντάμ που είναι πιο αμφίσημη περίπτωση, τον νέο που προσπαθεί να επιβιώσει. Με αυτό τον τρόπο θελήσαμε να παρουσιάσουμε διαφορετικούς ανθρώπους.

Miailhe, Festival du Film 2022 IFG / copyright @nkom2000

Η Κιόνα είναι ο δυναμικός χαρακτήρας στην ταινία. Έχετε γυρίσει δυο ταινίες μικρού μήκους, το «Χαμάμ» και τη «Σεχραζάντ», που δεν έχω δει, αλλά από τα τρέιλερ έχουν γυναίκες στο κέντρο τους. Είχατε στην πρόθεση να παρουσιάσετε τις ηρωίδες έξω από το κυρίαρχο, ανδρικό βλέμμα;

Υποθέτω ναι (γέλια). Στ’αλήθεια, δεν ξέρω να απαντήσω αν το έκανα σκόπιμα, αλλά αυτό έκανα. Για παράδειγμα στην πρώτη μου ταινία, το «Χαμάμ» μπόρεσα να το επισκεφθώ και να κάνω σχέδια τις μέρες που ήταν ανοιχτό για γυναίκες. Το φύλο μου που επέτρεψε να έχω πρόσβαση και προφανώς διαφορετικά παρατηρεί μια γυναίκα παρά ένας άντρας. Η Σεχραζάντ με προσέλκυσε γιατί πρόκειται για μια ηρωίδα που μπόρεσε με τα λόγια της να αλλάξει τον κόσμο, με τις ιστορίες που διηγείται. Ο βασιλιάς κάθε βράδυ παντρευόταν και έσφαζε μια γυναίκα και η Σεχραζάντ είπε, αυτό πρέπει να σταματήσει και το σταμάτησε. Αυτό με ενδιέφερε.

Με τη σεναριογράφο βλέπουμε διαρκώς σινεμά μαζί, θέλαμε να δημιουργήσουμε ένα δυνατό γυναικείο χαρακτήρα, αλλά επίσης θέλαμε να αποφύγουμε τη νέα μόδα των animation που έχει μετατρέψει τις γυναικείες φιγούρες σε καρικατούρες υπερ-ηρωίδων που τα κάνουν όλα. Θέλαμε να αποφύγουμε αυτή την παγίδα. Η ηρωίδα μας έχει αδυναμίες, αρρωσταίνει, σπάει, είναι δυνατός χαρακτήρας, αλλά αληθινός. Επίσης έχει ενδιαφέρον ότι αναφερόμαστε στην προγιαγιά, και όχι στον προπαππού. Είχαν 7 κόρες και 3 γιούς, αλλά το σπίτι το κρατούσαν οι γυναίκες.

Αισθάνεστε μεγαλύτερη αισιοδοξία σήμερα που υπάρχουν πολύ περισσότερες γυναίκες δημιουργοί;

Ναι, είμαι αισιόδοξη. Δεν θα πω ότι έχουμε κερδίσει το παιχνίδι, αλλά πλέον σε όλα τα κινηματογραφικά επαγγέλματα, ειδικότητες και συνεργεία υπάρχουν γυναίκες και μάλιστα πολύ ικανές και στο animation σε ταινίες μικρού μήκους. Το δικό μας το συνεργείο ήταν σχεδόν αποκλειστικά γυναικείο. Και ήταν πολύ ωραία εμπειρία να δουλεύουμε μαζί. Δεν ήταν ηθελημένο, προέκυψε, γιατί στις αγγελίες μας ανταποκρίθηκαν πολλές γυναίκες.

Ήθελα να αναφερθώ στο καλλιτεχνικό υπόβαθρο που έχετε σαν εικαστικός και πώς λειτουργεί η διάδραση με την κινούμενη εικόνα. Οι καλές τέχνες θεωρούνται «υψηλή τέχνη», το animation όχι. Πού βρίσκονται οι ισορροπίες ανάμεσα στα δύο;

Πράγματι ξεκίνησα από τις καλές τέχνες, τη ζωγραφική και το σχέδιο. Πάντα με έλκυε το κινούμενο σχέδιο, αλλά στην εποχή μου δεν υπήρχε σχολή και υποφέρουμε από την παρανόηση ότι πρόκειται για ελάσσονα τέχνη που υπολείπεται των άλλων τεχνών. Όταν εγώ σπούδαζα ο κόσμος είχε κατακλυστεί από τα κινούμενα σχέδια της Ντίσνεϊ, που εμένα δεν με ενδιέφεραν καθόλου. Με ενδιέφερε πιο πολύ το σχέδιο που προερχόταν από την ανατολική τέχνη, μικρού και μεγάλου μήκους ρωσικές ταινίες, αυτό με ενδιέφερε να κάνω και η αλήθεια είναι ότι στη Γαλλία τότε υπήρχε μόνο η σχολή Γκομπλάν, που έβγαζε τεχνικούς για τη Ντίσνεϊ με συγκεκριμένη αισθητική και άποψη. Πήρε δέκα χρόνια αφού αποφοίτησα για να κάνω την πρώτη μου ταινία μικρού μήκους. Η αλήθεια είναι ότι υποφέρουμε από την εικόνα της ελάσσονος τέχνης που δεν ισχύει, ειδικά για animation που απευθύνονται σε ενήλικες, ισχύει ακριβώς το αντίθετο και είναι κρίμα γιατί είναι ό,τι πιο κοντινό στις πλαστικές τέχνες, απαιτεί αίσθηση του ρυθμού, να γνωρίζεις πώς κινείται ένα σώμα, εσύ δίνεις το ρυθμό. Με πονάει αυτή η υποτιμητική αντίληψη για το animation και είμαι λιγότερο αισιόδοξη ότι θα αλλάξει, από ό,τι είμαι για τη γυναικεία παρουσία στο χώρο.

Σας ευχαριστούμε για την ταινία και τις πληροφορίες που μοιραστήκατε και που έκαναν την εικόνα μας πιο πλούσια.


Ευχαριστούμε το Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου για την οργάνωση της συνάντησης.




Δες και αυτό!