Στην έρευνα που διεξήγαγε ο Οργανισμός Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ (FRA) το 2023, η Ελλάδα βρίσκεται πρώτη στην Ευρώπη ως προς την έκθεση των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων στις λεγόμενες «θεραπείες μεταστροφής».
Για πρώτη φορά, η FRA συμπεριέλαβε ερωτήσεις σχετικά με τις «θεραπείες μεταστροφής» στην τρίτη ΛΟΑΤΚΙ έρευνα του 2023. Η έρευνα συγκέντρωση απαντήσεις από περισσότερα από 100.000 ΛΟΑΤΚΙ άτομα σε 27 κράτη μέλη της ΕΕ, καθώς και στην Αλβανία, Βόρεια Μακεδονία και Σερβία.
Τρία χρόνια μετά, η ILGA-Europe δημοσίευσε έκθεση (Intersections 2.0) που εξετάζει τις απαντήσεις σε βάθος. Δύο ερωτήσεις χρησιμοποιήθηκαν στην αρχική έρευνα, με την πρώτη να ρωτάει τα άτομα αν έχουν υποστεί πρακτικές που γίνονται αντιληπτές ως «θεραπείες μεταστροφής» (ψυχολογική ή ψυχιατρική θεραπεία, προσευχή, θρησκευτικά τελετουργικά, θρησκευτική συμβουλευτική, παρέμβαση από την οικογένεια, σωματική, σεξουαλική και ψυχολογική βία). Η δεύτερη ερώτηση εξερευνούσε την έννοια της συναίνεσης, ρωτώντας αν τα άτομα είχαν δώσει τη «συναίνεσή» τους, αν είχαν πιεστεί να τη δώσουν ή αν δεν είχαν συναινέσει καθόλου.
Στην έρευνα αυτή, η Ελλάδα κατατάσσεται πρώτη στην Ευρώπη, με το 38% των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων να δηλώνει ότι έχει υποβληθεί σε «θεραπείες μεταστροφής». Τη μεγαλύτερη έκθεση στις κακοποιητικές αυτές πρακτικές έχουν τα τρανς, non-binary και φυλοδιαφορετικά άτομα.

Αμέσως μετά την Ελλάδα βρίσκεται η Σλοβακία, η Εσθονία, η Τσεχία και η Κύπρος, όλες με το 37% των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων να έχει βιώσει κάποιου είδους αυτών των κακοποιητικών πρακτικών. Πιο κάτω στη λίστα βρίσκεται η Γαλλία με 18% και μαζί της η Ιταλία και η Ολλανδία.

Τα ερωτηθέντα κλήθηκαν επίσης να απαντήσουν εάν βίωναν κοινωνική περιθωριοποίηση λόγω κάποιας άλλης ταυτότητας ή κατάστασης πέρα από το ΛΟΑΤΚΙ+ κομμάτι.
Ο τόπος διαμονής των ερωτηθέντων (π.χ. μεγάλη πόλη, μικρή πόλη, χωριό) δεν έχει ιδιαίτερη επίδραση, όπως και η εργασιακή κατάσταση ή η ηλικία κατά τη στιγμή της έρευνας.

Η έρευνα της FRA LGBTIQ III ρώτησε τα συμμετέχοντα εάν είχαν δώσει τη «συναίνεσή» τους για τις «πρακτικές μεταστροφής» που βίωσαν – χωρίς αυτό να σημαίνει φυσικά ότι στις περιπτώσεις που υπήρχε μια μορφή «συγκατάθεσης» δεν ήταν λόγω του ομοτρανσφοβικού περιβάλλοντος. Η πλειοψηφία των συμμετεχόντων, ωστόσο, δήλωσε ότι είχε συναινέσει μετά από απειλές και πίεση.

Τα στοιχεία που παρουσιάζονται στην παρούσα έκθεση καταδεικνύουν ότι η έκθεση σε «πρακτικές μεταστροφής» και η αντίληψη του ατόμου σχετικά με το αν δόθηκε συναίνεση για τις πρακτικές αυτές είναι πολύ περίπλοκα ζητήματα, με διαφορετικές ομάδες να έχουν διαφορετική έκθεση στις πρακτικές καθώς και διαφορετικές αντιλήψεις σχετικά με τη δική τους ικανότητα δράσης.
Αυτό περιπλέκεται περαιτέρω από τη διαθεματική περιθωριοποίηση. Ως εκ τούτου, συνιστάται, μεταξύ άλλων, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στην προγραμματισμένη μελέτη της σχετικά με τις «πρακτικές μεταστροφής» στην ΕΕ, να διασφαλίσει τη συλλογή σε βάθος ποιοτικών δεδομένων, προκειμένου να κατανοηθεί ο τρόπος με τον οποίο τα θύματα βιώνουν τις πρακτικές αυτές, τη δική τους ικανότητα δράσης σε αυτές τις εμπειρίες και τυχόν παράγοντες που τα οδηγούν να δώσουν τη «συναίνεσή» τους.
Επιπλέον καλεί τα κράτη να επιβεβαιώσουν ότι οι υπηρεσίες υποστήριξης των θυμάτων είναι έτοιμες και καταρτισμένες να δεχτούν άτομα, καθώς και να επιβεβαιώσουν την πρόσβαση σε αυτά.
Τέλος, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή οφείλει να ετοιμάσει μια πρόταση για τον τερματισμό των «θεραπειών μεταστροφής».
Ολόκληρη η έκθεση εδώ.









