Οι Έρωτες της Αναΐς της Σαρλίν Μπουρζουά-Τακέ

(Charline Bourgeois – Tacquet) 

0
146

Κορίτσι παρατάει αγόρι, κορίτσι σαγηνεύει ώριμο διανοούμενο -εκδότη βιβλίων, αλλά τελικά το κορίτσι θα ερωτευτεί τη συγγραφέα -σύντροφο του τελευταίου- και θα κάνει το παν για να την κατακτήσει.

Αυτή είναι η Αναΐς, ηρωίδα της πρώτης μεγάλου μήκους ταινίας της Σαρλίν Μπουρζουά-Τακέ. Την ταινία παρακολουθήσαμε για πρώτη φορά τον Απρίλιο στο Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου παρουσία της σκηνοθέτιδας, που ευγενώς απάντησε στο τέλος στα σχόλια του κοινού. Η αλήθεια είναι ότι μας ξένισε λιγάκι, όταν επέμεινε ότι «όχι», δεν στόχευσε στην ανακάλυψη της ομοφυλοφιλίας μιας νέας γυναίκας κι ότι το κλειδί στην ιστορία είναι ο πόθος.

Οι «Έρωτες της Αναΐς» αυτοσυστήνονται σαν μια δροσερή αισθηματική κομεντί με βασικό ατού το καστ, που απαρτίζουν η χαρισματική Αναḯς Ντεμουστιέ, η all time αγαπημένη μας  Βαλέρια Μπρούνι-Τεντέσκι και ο Ντενί Πονταλιτέ της Comédie Française. Και όχι μόνο, εκτός από χιούμορ, η ταινία διαθέτει βάθος και πάθος, με διαλόγους που εμπνέονται από το σινεμά –ανατομία ανθρώπινων σχέσεων που κληροδότησαν ο Ερίκ Ρομέρ, ο Κλοντ Σοτέ, ο Γούντι Άλλεν της πρώτης περιόδου, με μια ουσιαστική διαφορά: Η Αναΐς ζει στον 21ο αιώνα, στην οικονομική επισφάλεια, την κοινωνική ελαφρότητα και τη σεξουαλική ρευστότητα του σήμερα, που η δημιουργός περιγράφει με αριστοτεχνικό τρόπο.

Πάμε λοιπόν από την αρχή:

Η Αναΐς πλησιάζει τα τριάντα, επιχειρεί να πιάσει σπίτι μόνη της, -κάτι διόλου εύκολο για ένα νέο άνθρωπο στο σημερινό εξευγενισμένο Παρίσι- και να επανα-οριοθετηθεί απέναντι στον κτητικό εραστή της, Ραούλ, που είναι νέος και ωραίος, αλλά δεν αποτελεί αυτό που ψάχνει η ίδια. Τι ψάχνει η Αναΐς; Την ακολουθούμε με δυσκολία στην οθόνη, καθώς βρίσκεται σε διαρκές τρέξιμο, αεικίνητη και φουριόζα, προσπαθεί να συμβιβάσει πράγματα και καταστάσεις: την σπιτονοικοκυρά που θέλει το νοίκι, τον επιβλέποντά της καθηγητή που απαιτεί στοχο-προσήλωση στη διπλωματική εργασία, αλλά και χαμαλοδουλειά στα συνέδρια που αυτός οργανώνει, την οικογένεια και την καρκινοπαθή μητέρα της, με τις δικές της επιθυμίες να γνωρίσει και να γευτεί τα πάντα, ειδικά αυτά που δεν χωρούν στα συμβατικά πλαίσια.

Διαβλέποντας ότι με τον Ραούλ δεν περπατάει το πράγμα, και χωρίς εμφανώς να καταβάλει ιδιαίτερη προσπάθεια, σε κάποιο πάρτυ θα γοητεύσει τον μεγαλύτερό της εκδότη Ντανιέλ και θα συνευρεθούν ερωτικά. Όλα γίνονται με απλό τρόπο, χωρίς ρομαντισμό, σαν εξερεύνηση νέου πεδίου που ολοκληρώνεται με τη σεξουαλική πράξη. Αμοραλισμός, αλλά και γλυκύτητα. Η Αναΐς δεν θέλει να κοιμάται με τον εραστή της όταν της το επιτρέπουν οι συνθήκες (να έχει σπίτι να επιστρέψει). Στο σπίτι του Ντανιέλ θα δει μια γιγαντο-φωτογραφία της Εμιλί, της συντρόφου του. «Κλικ»! Αυτό ήταν! Επόμενος σταθμός: Εμιλί. Θα διαβάσει κάποιο από τα βιβλία της και θα την πολιορκήσει στο workshop δημιουργικής γραφής που αυτή παραδίδει κάπου στη Γαλλική εξοχή. Για να το κάνει θα παρατήσει το πολυπόθητο διαμέρισμα σε υπενοικιαστές από την Ασία, τη διπλωματική εργασία και μια επαγγελματική πρόταση…

Όλα αυτά μπορεί να φαντάζουν εγωκεντρικά και αυτάρεσκα (και εν μέρει είναι), αλλά γιατί άραγε θα ήταν πιο αναμενόμενο η ηρωίδα να κυνηγά την επιστημονική καταξίωση, την καριέρα, ένα γάμο και παιδιά, πριν το «βιολογικό ρολόι της χτυπήσει»; Η Μπουρζουά – Τακέ αποδομεί αυτό το πρότυπο, φτιάχνει μια ηρωίδα καθόλου εξιδανικευμένη, σε τελική ανάλυση περίπλοκη, με διλήμματα, εσωτερικές συγκρούσεις και αποφάσεις συχνά παρορμητικές. Μέσα από αυτή τη διαδικασία χαρτογραφεί τον κόσμο γύρω και ανακαλύπτει τον ίδιο της τον εαυτό. Το χιούμορ και οι απρόβλεπτες καταστάσεις λειτουργούν σαν αντίβαρο στη σοβαρότητα του κεντρικού θέματος, την ενηλικίωση της Αναΐς.

Όσο για την ομοερωτική συνεύρεση με τη γοητευτική Εμιλί – Βαλέρια Μπρούνι Τεντέσκι, αυτή προετοιμάζεται με μια σκηνή χορού κάτω από τους ήχους του αειθαλούς «Bette Davis Eyes» και, μπορεί να μην είναι το λεσβιακό ρομάντζο που περιμέναμε, όμως προκύπτει σαν μια αναμενόμενη εξέλιξη, όπου δυο ξεχωριστές γυναίκες επιτρέπουν στον εαυτό τους να αγαπήσει διαφορετικά, γιατί αυτό επιθυμούν.

Γράφει η Δήμητρα Κυρίλλου