Το «Ihsane» είναι μια κηδεία. Μια διαδικασία πένθους και μια τελετή, μέσω της οποίας ένας κουήρ γιος αποχαιρετά τον πατέρα του. Παράλληλα, όμως, είναι και μια τελετή για όσα χάνονται στον κόσμο μας, την ενσυναίσθηση, τη συμπόνοια, την ίδια την έννοια της τελειότητας. Κι όμως, μέσα από αυτήν την αποχαιρετιστήρια πράξη, γεννιέται και μια υπόσχεση: ότι το φως μπορεί να επιμείνει, ακόμη και μέσα στην πιο σκοτεινή εποχή.
Το συγκινητικό αυτό έργο του Σίντι Λάρμπι Τσερκάουι, παρουσιάζεται στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών στις 17 και 18 Μαρτίου. Πρόκειται για μια προσπάθεια του καλλιτέχνη να τιμήσει τον πατέρα του, τη μαροκινή κληρονομιά του, αλλά παράλληλα είναι και μια τοποθέτηση ενάντια στη βία που βιώνουν τα κουήρ άτομα. Άλλωστε, το όνομα του έργου είναι εμπνευσμένο από τον Ihsane, τον νεαρό γκέι άνδρα που δολοφονήθηκε το 2012 στο Βέλγιο.

Για αυτά και για ακόμη περισσότερα μιλήσαμε με τον διάσημο χορογράφο, ο οποίος είναι καλλιτεχνικός διευθυντής των Μπαλέτων του Μεγάλου Θεάτρου της Γενεύης, καθώς και της ομάδας Eastman.
Ο ίδιος μας συστήθηκε ως ένα «μείγμα πολλών πραγμάτων». «Νιώθω ότι είμαι πολύ μη καθαρός, πολύ υβριδικός, με μια ταυτότητα συνδεδεμένη με τον πατέρα και τη μητέρα μου, καθώς ο πατέρας μου είναι Μαροκινός, η μητέρα μου Βελγίδα. Νιώθω λοιπόν ότι είμαι παιδί και του δυτικού και του αραβικού κόσμου».
Είναι κουήρ και βίγκαν με βαθιά αφοσίωση στα δικαιώματα των ζώων. Και είναι καλλιτέχνης σε μια περίοδο που το μόνο που μπορεί κάποιος να κάνει «είναι να αναζητήσει την ανθρωπιά μέσα του και να τη βγάζει προς τα έξω όσο πιο συχνά γίνεται», μας λέει.
Τον Μάρτιο θα γίνει πενήντα ετών, μια στιγμή που θεωρεί σημαντική για να αναθεωρήσει ξανά τη ζωή του: «Αμφισβητώ τη ζωή μου από όταν ήμουν πέντε ετών κι έχω ακόμα πολλά να μάθω. Παράλληλα έχω ήδη αποκτήσει πολλά πράγματα».
Ένα σημαντικό κομμάτι του εαυτού του είναι και η κουήρ ταυτότητά του, η οποία διαδραματίζει καίριο ρόλο στον τρόπο σύλληψης και πραγμάτωσης της παράστασης. Ο ίδιος ορίζει τον εαυτό του ως κουήρ, λέγοντας συγκεκριμένα ότι η αντίληψη της ταυτότητάς του αλλά και του κόσμου γύρω του προήλθε από τη στέρηση δικαιωμάτων. Και συγκεκριμένα από τη συνειδητοποίηση ότι αγόρια σαν εκείνον δεν μπορούσαν καν να παντρευτούν. «Ήμουν 24 όταν η νομοθεσία τέθηκε σε ισχύ στο Βέλγιο και άνδρες σαν εμένα μπορούσαν τελικά να παντρευτούν», μας λέει.
Η κουήρ του ταυτότητα επικοινωνεί με την αραβική, η οποία είναι εξίσου καθοριστική για τον ίδιο. Μια ταυτότητα, που όπως τονίζει, γίνεται αντιληπτή στον κόσμο αμέσως μέσω του ονόματός του.
«Η αξία των Αράβων ανδρών αυτή τη στιγμή σαφώς δεν έχει αξία. Όταν βλέπω τι συμβαίνει στη Γάζα, όταν βλέπω τι συμβαίνει στο Ιράν, νιώθω ότι οι άνθρωποι δεν νοιάζονται πραγματικά, θα νοιαστούν μόνο αν αυτό συνέβαινε σε αυτούς», συνεχίζει, λέγοντας ότι τον λόγο πίσω από αυτή τη στάση τον εντοπίζει στην έλλειψη συμπόνοιας και ανθρωπιάς.
«Και με αυτή την έννοια, με κάποιο τρόπο εκπροσωπώ κι αυτό, ακόμα κι αν είμαι πολύ λευκός, ακόμα κι αν περνιέμαι για λευκός δηλαδή. Ήμουν επίσης μουσουλμάνος μέχρι τα 13 μου χρόνια. Τώρα που είμαι 50, το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου το πέρασα ως μη πιστός, αλλά θυμάμαι τα πράγματα που έμαθα όταν ήμουν μέσα σε ένα συγκεκριμένο θρησκευτικό πλαίσιο, το οποίο δεν ήταν καθόλου τρομακτικό. Ήταν πολύ απλό», λέει.
Η συζήτηση για το Ισλάμ και την ανατροφή του ως Μουσουλμάνος του δίνει το έναυσμα να μας μιλήσει περισσότερο για την πολυαναμενόμενη παράστασή του. «Το Ihsane τιμά πραγματικά την κληρονομιά του πατέρα μου. Ο πατέρας μου ήρθε από το Μαρόκο, από την Ταγγέρη, στον βορρά», μας περιγράφει, ενώ εξηγεί ότι η συγκεκριμένη πλευρά της χώρας έχει διάφορες επιρροές από την Πορτογαλία, την Ισπανία και τη Γαλλία.
Στη συνέχεια, αναφέρεται στη γνωριμία του με τη μητέρα του. «Ερωτεύτηκαν ενώ χόρευαν, σε μια ντισκοτέκ. Η μητέρα μου ήταν εκεί με την αδελφή της, η οποία δεν μιλούσε γαλλικά κι έτσι έκανε τη διερμηνεία μεταξύ εκείνης και του πατέρα μου. Και τελικά ήταν αυτή που ερωτεύτηκε αυτόν τον άνδρα και εκείνος αυτήν. Επέλεξαν να παντρευτούν και νομίζω ότι ήταν πολύ ερωτευμένοι. Ήταν ένας μεικτός φυλετικά γάμος, κάτι πολύ αμφιλεγόμενο τότε. Μετά απέκτησαν έναν γιο, τον αδερφό μου, και τέσσερα χρόνια αργότερα εμένα».
Μας λέει ότι μεγάλωσε με πολλή αμφισημία και πολυπλοκότητα. «Με κάποιο τρόπο μοιάζαμε Φλαμανδοί ως παιδιά, αλλά ήμασταν επίσης πολύ Μαροκινοί. Έπρεπε, λοιπόν, να διαχειριστούμε αυτήν την πολλαπλότητα. Το πρωί πήγαινα στο φλαμανδικό σχολείο και το βράδυ στο κορανικό. Ήμουν καλός μαθητής, αλλά ένιωθα πολύ διχασμένος με πολλές αλήθειες να συγκρούονται. Ο πατέρας μου πίστευε το ένα, η μητέρα μου το άλλο, και στο σχολείο μάθαινα άλλα πράγματα.
«Ενημερωνόμουν μέσω πολλαπλών οπτικών που αλληλοσυγκρούονταν και μέσα σε αυτό έπρεπε να αποφασίσω τι πρεσβεύω εγώ ο ίδιος».
Περιγράφει τον εαυτό του ως έναν χαμαιλέοντα που έπρεπε να αλλάζει τον τρόπο ομιλίας του ανάλογα με το ποιον μιλούσε.
Οι γονείς του χώρισαν και απομακρύνθηκε από τον πατέρα του για περίπου τέσσερα χρόνια. «Προσπαθούσα να τον αποφύγω, γιατί ήμουν κουήρ άνδρας και υπήρχαν προβλήματα με αυτό, το κλασσικό κλισέ για τους Άραβες άνδρες. Αλλά αυτή ήταν η δική μου ιστορία».
Μια σημαδιακή στιγμή για τον ίδιο και πλέον για το έργο του είναι ο θάνατος του πατέρα του. Πέθανε όταν ο ίδιος ήταν μόλις 19 ετών. Λόγω των ζητημάτων τους και της ομοφοβίας του πατέρα του δεν πήγε στην κηδεία του – κάτι που έχει μετανιώσει. Το «Ihsane» είναι μια δίοδος επικοινωνίας με το παρελθόν, ένας τρόπος να επιστρέψει σε αυτήν την απόφαση και να αποχαιρετήσει με δικούς του όρους τον πατέρα του.
«Η ιδέα να φτιάξω αυτό το έργο ήταν και ένας τρόπος να είμαι παρών στην κηδεία που έχασα. Η όλη παράσταση είναι μια κηδεία, βασικά η κηδεία του, και φέρνω όλους τους χορευτές και το κοινό σε αυτή τη στιγμή μαζί μου, για να δημιουργήσουμε μια τελετή με λουλούδια και με το τσάι που πίνουμε. Για να γιορτάσουμε τη ζωή που είχε ένας άνθρωπος, με τη στιγμή που το σώμα ανεβαίνει στον αέρα προς το φως. Όλα αυτά είναι μέρος του Ihsan», μας εξομολογείται.

Εξηγώντας την απόφαση να μην πάει στην κηδεία του πατέρα του, μας λέει ότι στην ηλικία των 19 ετών «βιώνεις τη βία χωρίς κανένα πλαίσιο, δεν ξέρεις από πού προέρχονται τα πράγματα, και νομίζεις ότι η πηγή είναι η κακία του πατέρα σου. Αλλά είναι η κακία του κόσμου που εκφράζεται μέσα από τον πατέρα σου. Και αυτό είναι κάτι που άρχισα να καταλαβαίνω αργότερα».
Η λέξη Ihsan, συνεχίζει ο χορογράφος, «σημαίνει τελειότητα, ιδανικό, καλή θέληση, ο καλύτερος τρόπος να είσαι στη ζωή. Σκέφτηκα ότι ο καλύτερος τρόπος να τιμήσω τον πατέρα μου ήταν να πάρω το καλύτερο από αυτόν». Είναι όμως και μια λέξη σημαντική στην ισλαμική διδασκαλία.
«Στο Ισλάμ υπάρχουν τρία επίπεδα: το Islam, που είναι τα πέντε πράγματα που πρέπει να κάνεις ως μουσουλμάνος, το Amin, όπου αν ακούσεις τους σοφούς και τους δραματουργούς ή τους δημοσιογράφους των ιερών γραφών, εξηγούν με πολλή νοημοσύνη και κοινωνική κατανόηση τι σημαίνει, και το Ihsan, που είναι ένα πνευματικό επίπεδο όπου γίνεσαι ένα με τον Θεό, όπου αυτό που κάνεις είναι να αφήνεις το σύμπαν να μιλήσει μέσω εσένα. Και ο τρόπος να το κάνεις αυτό είναι μέσω του χορού, όπως οι Δερβίσηδες, που γίνονται ένα με το σύμπαν, με Zikr και ασκήσεις αναπνοής ή χτυπήματα στην καρδιά, για να γίνουμε ένα με το σύμπαν. Αυτό είναι μέρος του Ihsan».
Αυτή ακριβώς η «μετάφραση» είναι που «σπάει κάθε περιορισμό που θέτει η ανθρώπινη φύση», εκτιμώντας όμως παράλληλα την υλικότητα του σώματος: «Ως χορογράφος και χορευτής, ψάχνω τη σωματικότητα ως τρόπο θεραπείας, επιβίωσης και ανάπτυξης».
Ωστόσο, όπως η ταυτότητά του έτσι και η παράσταση αυτή είναι διαθεματική. Ένας τρόπος επικοινωνίας των στοιχείων που τον έχουν σημαδέψει και διαμορφώσει ως άνθρωπο, ως προσωπικότητα. Το κουήρ τραύμα παίζει καθοριστικό ρόλο, με την τελετουργική φύση της παράστασης να προσπαθεί να διαχειριστεί και την πληγή αυτή.
«Το 2012, ένας άνδρας δολοφονήθηκε στο Βέλγιο, στη Λιέγη, από τέσσερις άλλους άνδρες. Ο άνδρας λεγόταν Ihsan, Ihsan Jarfi. Ο πατέρας του, Hassan Jarfi, είναι Μαροκινός δάσκαλος του Ισλάμ, η μητέρα του είναι Βελγίδα. Έχουν δύο παιδιά, ένα κορίτσι και ένα αγόρι. Ο γιος ήταν ένας 32χρονος γκέι άνδρας και η δολοφονία του ήταν η πρώτη νομικά αναγνωρισμένη ομοφοβική δολοφονία στο Βέλγιο. Με συγκλόνισε όταν συνέβη το 2012 και δεν με άφησε ποτέ».
«Το όνομα του, που σημαίνει τελειότητα, μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση. Τέσσερις άνδρες σκότωσαν την τελειότητα, σκότωσαν την καλοσύνη», μας λέει.

Συνεχίζοντας, μας περιγράφει το πώς γνώρισε την αδελφή και τον πατέρα του Ihsane, μια συνάντηση πολύ σημαντική για τον ίδιο: «Είδα στον πατέρα του ποιος θα μπορούσε να γίνει ο δικός μου πατέρας και εκείνος είδε σε μένα ποιος θα μπορούσε να γίνει ο γιος του, αν δεν είχε δολοφονηθεί».
«Ο Hassan Jarfi δημιούργησε ένα ίδρυμα κατά της ομοφοβίας. Είναι συγκινητικό να βλέπεις έναν δάσκαλο του Ισλάμ να κάνει κάτι τέτοιο και να μιλάει σε σχολεία για την πρόληψη της βίας», συνεχίζει ο Τσερκαουί.
«Τον κάλεσα στη Γενεύη να δει το έργο, το οποίο αναφέρεται και στο τι συνέβη στον Ihsan. Το έργο συνολικά μιλά για τον θάνατο του πατέρα μου, τον θάνατο του Ihsan, και τον θάνατο πολλών Αράβων ανδρών στον κόσμο», τονίζει.
Όπως λέει, οι ζωές των Αράβων δεν έχουν μεγάλη αξία στον κόσμο σήμερα, σκεπτόμενος τη γενοκτονία στη Γάζα και όσα συμβαίνουν στο Ιράν. «Και έτσι ένιωσα ότι είναι καθήκον μου, ως κάποιος που προέρχεται από αυτή τη γενιά, από αυτήν την κληρονομιά, να δημιουργήσω ένα έργο που έχει φως και που ανοίγει μια πόρτα».
Και κυριολεκτικά η σκηνή, την οποία έχει αναλάβει ο Amin Amaresh, «είναι μια πόρτα που ανοίγει, που σε προσκαλεί να μπεις, αλλά ταυτόχρονα είναι η πόρτα προς τον επόμενο κόσμο. Υπάρχει το φως που κατεβαίνει σε κάποιο σημείο και τα πάντα οδηγούνται προς το φως. Το νευρικό μας σύστημα είναι σαν αυτό των φυτών, όλα μας ψάχνουμε το φως».
Το έργο είναι και μια απάντηση, λοιπόν, σε όλη αυτή τη βία που υπάρχει σε διάφορα μέρη του κόσμου: βία σε βάρος των κουήρ και δη των τρανς ατόμων, των Παλαιστινίων, των γυναικών, των μεταναστών και όσων σωμάτων δεν εμπίπτουν σε αυτά που ηγεμονικά θεωρείται ότι έχουν σημασία. Για τον ίδιο, η τέχνη είναι πολιτική και θεωρεί ότι ως καλλιτέχνης οφείλει να μιλάει και να παίρνει σαφείς πολιτικές θέσεις.
«Ως καλλιτέχνης, απλώς αντιστέκομαι. Αν ο κόσμος ήταν καλύτερος, πιθανόν να είχα άλλα θέματα να εξερευνήσω, αλλά νιώθω ότι αυτό είναι το θέμα τώρα, γιατί αυτό είναι που λείπει – το να θυμόμαστε ότι ο κόσμος αποτελείται από φως, σκοτάδι, καλοσύνη, γενναιοδωρία, συμπόνοια, ενσυναίσθηση και από μια βία που χρειάζεται να αποκλιμακωθεί. Και ως καλλιτέχνης, θα καλύψω τα κενά με πράγματα που με νοιάζουν και για τα οποία οι άνθρωποι δεν νοιάζονται αρκετά».
Ο Σίντι Λάρμπι Τσερκάουι έχει μάθει να υπάρχει, να αντιστέκεται και να ανθίζει όλη του τη ζωή, συμμετέχοντας σε έναν από τους πιο δυτικοκεντρικούς και ευρωκεντρικούς χώρους της τέχνης: τον κλασσικό χορό.
«Ήμουν επτά χρόνια διευθυντής στο Μπαλέτο της Φλάνδρας και η επίδραση που είχα σε αυτή την εταιρεία ήταν τεράστια, αλλά κανείς δεν θα γράψει για αυτό. Γιατί με κάποιο τρόπο, αυτά τα επτά χρόνια, επειδή δεν είμαι Φλαμανδός τυπικά, δεν υπάρχει ανάγκη να τιμηθεί αυτή η κληρονομιά. Δεν πειράζει, όμως, προσπαθώ να συνεχίσω να εμφανίζομαι σαν κατσαρίδα», εξομολογείται.
Συνεχίζοντας, μας εξηγεί ότι πάντα η δική του εμπειρία τοποθετούνταν στην «περιφέρεια», αν και ο ίδιος θα ήθελε να είναι «στην καρδιά των πραγμάτων». Τα ίδια όμως βιώνουν και γυναίκες χορογράφοι, οι οποίες έχουν αποκλειστεί από αυτό που θεωρείται «κλασσικός χορός». Ως παράδειγμα φέρνει τη Martha Graham και τη Pina Bausch – δύο γυναίκες των οποίων η δουλειά έχει ενταχθεί περισσότερο στον κόσμο του σύγχρονου χορού.
«Είναι όμως πολύ κλασικό το έργο τους, βασίζεται σε πολλές κλασικές φόρμες, είναι κλασικό-σύγχρονο, αλλά το ονόμασαν Dance Theater για να μην ανήκει στον κανόνα του κλασσικού», προσθέτει, λέγοντας ότι το πρώτο πράγμα που έκανε όταν ήταν διευθυντής στο Μπαλέτο των Φλάνδρων ήταν να συμπεριλάβει τα έργα της Pina στην κλασική χορογραφία.
«Είναι σημαντικό να γυρνάμε πίσω στον χρόνο, αλλά τώρα, εκατό χρόνια μετά, έχουμε άλλες αναφορές. Δεν ήθελα να περιοριστώ στον 19ο αιώνα για όλη μου τη ζωή. Επέλεξα αυτά τα έργα, όπως το Sacre du Printemps της Pina, που δεν είναι το κλασικό Sacre du Printemps, αλλά για εμάς τώρα είναι σημείο αναφοράς, που μπορώ να υπερασπιστώ πολιτιστικά και παραδοσιακά. Σε μερικά χρόνια, μπορεί να είναι κάποιο άλλο έργο από κάποιον άλλο ή άλλη δημιουργό από τη δεκαετία του ’80 ή του ’90.
«Με εντυπωσίασε πολύ ο ευρωκεντρικός και ταυτόχρονα κλασικός κόσμος του μπαλέτου, και ο τρόπος που οι καλλιτέχνες σβήνονται», συμπληρώνει.
Η μεταφορά του στη Γενεύη, μετά την (ακρο)δεξιά ρατσιστική πίεση που δέχθηκε όταν δούλευε στην Αμβέρσα, είναι ένας τρόπος να βρίσκεται σε έναν πιο ουδέτερο χώρο. «Σε έναν χώρο, όπου είμαι ξένος και μπορώ να κάνω τη δουλειά μου ως ξένος».
Επιστρέφοντας στο έργο του, ο Τσερκάουι λέει ότι ελπίζει «να αγγίξει και εσάς στην Ελλάδα και την Αθήνα».
«Έχουμε πολλά κοινά με τη Μεσόγειο. Υπάρχουν πολλά σημεία όπου συνειδητοποιούμε ότι δεν είμαστε τόσο διαφορετικοί, ακόμα κι αν έχουμε διαφορετικά χρώματα, αλλά η φιλοσοφία μας είναι παρόμοια σε ορισμένα επίπεδα. Το έργο τιμά αυτή την κληρονομιά. Τιμά τον Ersan Jarfi. Τιμά τον πατέρα μου. Είναι επίσης ένας τρόπος αντίστασης στον τρόπο που ο κόσμος προσπαθεί να σβήσει τη Μέση Ανατολή.
«Θα χρησιμοποιήσω την πλατφόρμα μου για να μας κρατήσω ζωντανούς. Νομίζω υπάρχουν ήδη αρκετά ευρωκεντρικά έργα. Δεν χρειαζόμαστε άλλο ένα», λέει.

Ο χορογράφος κλείνει αυτή τη συζήτηση, αναφερόμενος ξανά στον πατέρα του. «Όπως είπα προηγουμένως, μετάνιωσα που δεν ήμουν εκεί στην κηδεία του πατέρα μου. Και πραγματικά νιώθω ευγνωμοσύνη που το κοινό και οι χορευτές αφιερώνουν μια στιγμή για να εκπληρώσουν αυτήν την επιθυμία και να δημιουργήσουν έναν χώρο για να τιμήσουμε την κληρονομιά μας».
«Είναι μια τελετουργία όπου μπορείς να αποχαιρετήσεις όποιο άτομο και ό,τι θέλεις. Είναι μια κηδεία σε μορφή χορού. Ελπίζω ότι με κάποιο τρόπο μπορεί επίσης να συνδεθεί με τη δική σας κληρονομιά, ώστε να νιώσετε ότι αυτό είναι ένα τελετουργικό για μένα, αλλά ταυτόχρονα και για εσάς», καταλήγει.








