Ίσως το πρώτο πράγμα που αξίζει να αναφέρουμε για την παράσταση «Ο Γιάννης το βούδι»είναι πως πρόκειται για ένα κουήρ έργο που καταγράφει, εξερευνά δραματουργικά και εν τέλει αποκαθιστά τη μνήμη ανθρώπων που βίαια ξεχάστηκαν από τη συλλογική αφήγηση.
Με αφορμή την επιστροφή – για δεύτερη χρονιά – της παράστασης στον ειδικά διαμορφωμένο υπόγειο χώρο του Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης, συναντήσαμε τον σκηνοθέτη Παναγιώτη Λιαρόπουλο και κάναμε μια ενδιαφέρουσα συζήτηση για αυτήν την ιστορία που προέκυψε από αποδελτιώσεις πραγματικών συνεντεύξεων ανθρώπων της επαρχίας.
Ας ξεκινήσουμε από την αρχή. Πώς φτάσαμε σε αυτή την παράσταση; Πώς προέκυψε η συνεργασία με την Ευαγγελία Γατσωτή και πώς συνδέθηκες με το υλικό;
Tην Ευαγγελία Γατσωτή την είχα δει πρώτη φορά στο θέατρο Vault τον Απρίλιο του ’22, σε μια συζήτηση με τον καθηγητή Ψυχολογίας, Παναγιώτη Κορδούτη, με αφορμή ένα άλλο έργο της με ΛΟΑΤΚΙ+ θεματική. Δεν της είχα μιλήσει τότε. Μου είχε φανεί αρκετά ακαδημαϊκά προσανατολισμένη. Γνωριστήκαμε ουσιαστικά -καλύτερα- με την υπόσχεση να υλοποιήσουμε αυτό το project. Μέσα από μία μεγάλη διαδρομή συναντήσεων-συζητήσεων-συνεντεύξεων, αποφασίσαμε να αναλάβουμε το όλον της παράστασης, από την καλλιτεχνική δημιουργία ως την παραγωγή. Έτσι, το έργο ανέβηκε στην Αθήνα και ταξίδεψε στην επαρχία, κλιμακώνοντας την πορεία του στη Νάξο, τον τόπο απ’ όπου προέρχεται η πρωτογενής ιστορία.
Συνδέομαι μ’ αυτή την ιστορία γιατί συντίθεται από αφηγήσεις ανθρώπων που προέρχονται από την επαρχία. Η κοινωνία που σκιαγραφεί το έργο είναι μια κοινωνία που μου είναι οικεία και μπορώ να καταλάβω. Καταλαβαίνω τις αντιδράσεις και τις επιλογές των ηρώων και πολλές φορές, σκέφτηκα -ειδικά όσο προχωρούσα στη μελέτη του έργου- ότι ίσως θα μπορούσα κι εγώ να είμαι ένας «Γιάννης».

Το έργο βασίζεται στην αληθινή ιστορία ενός 16χρονου από την επαρχία, που οδηγήθηκε στην αυτοκτονία μετά από κοινωνική απόρριψη και βία. Πρόκειται για μια ιστορία εξαιρετικά σκληρή – και βαθιά τραυματική για πολλά ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα. Πόσο δύσκολο είναι να διαχειρίζεσαι ένα τόσο φορτισμένο υλικό σκηνοθετικά;
Είναι ένα καθήκον της τέχνης να πρέπει να διαχειριστεί και δύσκολα θέματα. Δεν πρέπει να μας φοβίζουν αυτές οι ιστορίες, είναι η δύναμη και η ιστορία μας, επιβιώνουν ως απόηχοι ενός πανανθρώπινου βιώματος. Ακολουθούμε τη ροή και τη δόνησή τους με τον ίδιο τρόπο που σιγοτραγουδάμε ένα παραδοσιακό τραγούδι που μιλάει για διωγμό (π.χ. το «Σάββατο βραδύ», Παραδοσιακό Καρπάθου).
Γενικά μου αρέσει να ασχολούμαι με υλικά και έργα φορτισμένα. Δε στέκομαι όμως τραυματολαγνικά απέναντί τους. Η παράσταση είναι queer. Ο ήρωας του έργου, όμως, συνειδητά, όχι. Είναι περισσότερο ένα αγόρι που εξερευνά την εγγύτητα με θολά τα όρια της συναίνεσης. Δεν θέλησα να του φορέσω εμπειρίες μεταγενέστερων εποχών ή να προσπαθήσω να τον ερμηνεύσω με κατοπινά θεωρητικά εργαλεία. Κάτι τέτοιο, κατά την άποψή μου, θα ακρωτηρίαζε την πολυπλοκότητα του. Οι μόνοι σταθεροί άξονες της δουλειάς μου υπήρξαν ο σεβασμός και η επιδίωξη της αποκατάστασης της μνήμης.
Θα έλεγες ότι η παράσταση αποτελεί, με έναν τρόπο, μια πράξη μνήμης; Μια προσπάθεια να τιμηθεί ο Γιάννης και να φωτιστεί μια ιστορία που – όπως τόσες άλλες – θάφτηκε από τη δημόσια αφήγηση;
Αυτή η ερώτηση θα μπορούσε να απαντηθεί με απόλυτη κατάφαση. Το έργο και κατ’ επέκταση η παράσταση, έχουν πρωταρχικό σκοπό να εξασφαλίσουν ένα πλαίσιο «αθανασίας» για έναν άνθρωπο του οποίου το όνομα σβήστηκε από το ληξιαρχείο της περιοχής που γεννήθηκε και έζησε. Θέλαμε να ακουστεί αυτή η ιστορία. Να φτάσει στα αυτιά της επαρχίας και να χωρέσει προβολικά και πολλούς άλλους ανθρώπους που η κυρίαρχη αφήγηση απέκρυψε. Γενικά πιστεύω ότι στα επόμενα χρόνια θα εξερευνηθεί πολύ κάτι που εμείς στην ομάδα αποκαλούμε «αθέατη λαογραφία», δηλαδή η μελέτη της ζωής του λαϊκού ανθρώπου στην ολότητά της, χωρίς να υπερτονίζεται ή να αφαιρείται κάποια πτυχή.
Πιστεύεις ότι ως κοινωνία εξακολουθούμε να «σβήνουμε» από τη συλλογική μνήμη ιστορίες σαν κι αυτή;
Εξακολουθούμε να σπάμε τον καθρέφτη όταν αυτός μας καθρεφτίζει κάτι που δεν μπορούμε να αντέξουμε. Θρυμματίζουμε τους ανθρώπους που μας καθρεφτίζουν μία πιο ειλικρινή και πιο χειραφετημένη εκδοχή του εαυτού μας. Τα «μιάσματα» είναι διαχρονικά ακόμη κι αν από-νοηματοδοτούνται και ανα-νοηματοδοτούνται με το πέρασμα των εποχών.

Μου έκανε μεγάλη εντύπωση το πώς η παράσταση δεν εστιάζει στο εύκολο «ο Γιάννης ήταν διαφορετικός», αλλά στην επικίνδυνη τοξικότητα της οικογένειας και της κοινωνίας απέναντι σε οτιδήποτε ξεφεύγει από τα στερεότυπα. Πώς δουλέψατε αυτή τη μετατόπιση ώστε να μη στιγματιστεί εκ νέου το θύμα;
Προσωπικά, δεν πιστεύω στον όρο «διαφορετικότητα» διότι εσωκλείει την αντιπαράθεση με το «κανονικό», «τη νόρμα» και όλες τις κοινωνικά ψευδείς αφορμές του στιγματισμού. Αφήνουμε την ιστορία να μιλήσει με την υπάρχουσα σκληρότητα, χωρίς να αναπαράγουμε ομοφοβικά αφηγήματα, τα οποία άλλωστε, δεν υπήρχαν καν στο πρωτογενές υλικό των συνεντεύξεων. Η σύγχρονη ρητορική μίσους, με τον παραληρηματικό της χαρακτήρα, είναι περισσότερο μία πολύ πρόσφατη, αγωνιώδης και άτσαλα βίαιη απάντηση στη σύγχρονη ορατότητα, παρά μία εσαεί εδραιωμένη τακτική. Η παράσταση -θέλουμε να πιστεύουμε- μετουσιώνει τον από-στιγματισμό, εφόσον επιστρέφει μία μυθοποιημένη ιστορία -μία ιστορία στα όρια του λαϊκού θρύλου- ανασκευασμένη και αποκατεστημένη στην συλλογική μνήμη.
Θα λέγαμε ότι το έργο λειτουργεί και σαν καθρέφτης της κοινωνίας μας; Ότι αναδεικνύει την επανάληψη των ίδιων κακοποιητικών πρακτικών απέναντι στο «διαφορετικό»;
Αν πούμε ότι η εξώθηση ενός gay αγοριού στην αυτοκτονία μας φαίνεται ξεπερασμένη (που δεν είναι καθόλου) και συνθήκη μιας άλλης εποχής, σίγουρα δεν μπορούμε να κλείσουμε τα μάτια στο τεράστιο κύμα του τερφισμού και της τρανσφοβίας που θεριεύει ακόμα και μέσα στους κόλπους της φεμινιστικής και της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας. Ο σεξισμός παραμένει σταθερά το πρωινό μας ψωμοτύρι, με πρόσφατες προτροπές μάλιστα για την παραμονή των θηλυκοτήτων στην κουζίνα. Μακάρι το έργο να αποτελεί ακόμα μία -πολιτισμικά σπασμένη- «υστεριάζουσα» φωνή -όπως αρέσει στους φορείς του σεξιστικού λόγου να περιγράφουν- στο ετεροκανονικό κόσμο των μεταφασισμών.
Κατά τη γνώμη σου, η ελληνική επαρχία παραμένει ένας πιο επικίνδυνος τόπος για όσους εκλαμβάνονται ως «διαφορετικοί»;
Μία μικρή κοινωνία μπορεί να γίνει ο κλοιός που σε πνίγει, αλλά και το γνώριμο/οικείο σου περιβάλλον. Οι άνθρωποί της μπορούν να γίνουν οι διώκτες σου, αλλά και οι άνθρωποι στους οποίους έχεις την ανάγκη να επιστρέφεις γιατί σε αποδέχονται και σε αγαπούν έτσι κι αλλιώς, συναισθανόμενες/οι/α και όχι απαραίτητα λογικά κατανοώντας. Να παίρνουμε την ευθύνη της ελευθερίας μας για να μην χρειάζονται -όπου κι αν βρισκόμαστε- άλλα come out stories. Δεν υπάρχει καμία ανάγκη να βγεις από τη ντουλάπα, όταν ήσουν πάντα εκτός.
Τι πρέπει να γνωρίζουμε για σένα;
Σκηνοθετώ μία παράσταση στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης. Διδάσκω παραδοσιακούς χορούς. Έγινα πρόσφατα θείος. Είμαι ελεύθερος.
Πληροφορίες
Ημερομηνίες: Από 26 Ιανουαρίου ως 10 Μαρτίου, κάθε Δευτέρα και Τρίτη
Ώρα: 20:30
Χώρος: Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, Πειραιώς 206, Ταύρος, Αθήνα




