Μια συζήτηση για τη ζωή και το έργο της πρώτης γυναίκας σκηνοθέτιδας στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου

Μια γυναίκα πίσω από την κάμερα. Ένα όνομα που η Ιστορία αποσιώπησε. Μέχρι σήμερα.

Η Μαρία Πλυτά υπήρξε σημαντική Ελληνίδα σκηνοθέτιδα και σεναριογράφος. Αναγνωρίζεται μάλιστα ως η πρώτη γυναίκα σκηνοθέτης στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου.

Πρόσφατα, οι εκδόσεις Κλειδάριθμος κυκλοφόρησαν έναν συλλογικό τόμο (Μαρία Πλυτά: Η πρώτη σκηνοθέτρια του ελληνικού κινηματογράφου) που περιλαμβάνει δεκαεπτά πρωτότυπες αναγνώσεις από καταξιωμένες και νέες φωνές των κινηματογραφικών, φεμινιστικών και πολιτισμικών σπουδών, τιμώντας έτσι τη ζωή και το έργο της Πλυτά.

Η επιμέλεια του βιβλίου έγινε από την Μπέτυ Κακλαμανίδου, καθηγήτρια Ιστορίας & Θεωρίας Κινηματογράφου και Τηλεόρασης στο Τμήμα Κινηματογράφου του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, την οποία και συναντήσαμε για να μάθουμε περισσότερα για αυτή τη σημαντική γυναίκα που έζησε τη ζωή της πίσω από την κάμερα.

το εξώφυλλο του βιβλίου

Πώς ξεκίνησε η ιδέα να γράψετε ένα βιβλίο για τη Μαρία Πλυτά και τι σας τράβηξε περισσότερο στο έργο της;

Όπως γράφω και στην εισαγωγή του βιβλίου, η έρευνα ξεκίνησε μέσα στην πανδημία, συγκεκριμένα την άνοιξη του 2021. Τότε, οργάνωσα μια ομάδα μεταπτυχιακών φοιτητριών από το πρόγραμμα που διηύθυνα και τους είπα: «Παιδιά, έχουμε εδώ την πρώτη Ελληνίδα σκηνοθέτρια, τη Μαρία Πλυτά, και γνωρίζω ελάχιστα πράγματα για εκείνη. Θέλετε να μελετήσουμε το έργο της;» Η αρχική μας έρευνα συγκέντρωσε σε ένα αρχείο πολλές πληροφορίες· τις ελάχιστες ως τότε βιβλιογραφικές αναφορές στο έργο της σκηνοθέτριας, τη λίστα με όλες τις ταινίες που σκηνοθέτησε ή για τις οποίες έγραψε το σενάριο, τις εταιρίες παραγωγής, κ.λπ. Η πρώτη αυτή προσπάθεια κορυφώθηκε με μια Ημερίδα για τη Μαρία Πλυτά, υπό την αιγίδα του 63ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Προβλήθηκαν, μάλιστα, και δύο ταινίες: το σκηνοθετικό ντεμπούτο της Πλύτα, Τ’Αρραβωνιάσματα (1950), μία από τις πρώτες νεορεαλιστικές ταινίες στην Ελλάδα – αν και η επίσημη βιβλιογραφία δεν το σημειώνει αυτό πουθενά και η Εύα(1953), την οποία θεωρώ ένα πρώιμο μοντερνιστικό αριστούργημα. Πιστεύω ότι θα έπρεπε σύντομα να ενταχθεί στον κανόνα της ευρωπαϊκής και της ελληνικής κινηματογραφικής ιστορίας, όχι μόνο χάρη στην υπέροχη αισθητική της, αλλά και στην κεντρική ηρωίδα, η οποία θα πρέπει να διδάσκεται ως πρωτοποριακό παράδειγμα αναπαράστασης μιας δυνατής γυναίκας που πράττει σύμφωνα με τις επιθυμίες της και όχι σύμφωνα με τις επιταγές του κοινωνικού της περίγυρου. Για τους παραπάνω λόγους, βρίσκομαι ήδη σε διαδικασία αποκατάστασης της ταινίας και υποβολής της σε διεθνή φεστιβάλ.

Στη διάρκεια της ημερίδας, ο καθηγητής Βρασίδας Καραλής από το Πανεπιστήμιο του Σίδνεϊ – ένας από τους ελάχιστους έως τότε ακαδημαϊκούς που είχαν γράψει για τη σημαντικότητα της Πλυτά– μου είπε σχεδόν επιτακτικά: «Πρέπει να γράψεις ένα βιβλίο για τη Μαρία Πλυτά». Πράγματι, η έμπνευση που μου χάρισε ο Βρασίδας ήταν αρκετή για να φτάσουμε, σχεδόν τρία χρόνια αργότερα στην έκδοση του συλλογικού τόμου που παρουσιάσαμε στις 23/10 στο βιβλιοπωλείο Ιανός στην Αθήνα. Το βιβλίο περιέχει 17 κεφάλαια – όσα και οι ταινίες που σκηνοθέτησε η Μαρία Πλυτά. Κάθε κεφάλαιο προσφέρει μια ερμηνεία της εκάστοτε ταινίας μέσα από διεπιστημονική προσέγγιση, με βάση τα ενδιαφέροντα της/του κάθε συγγραφέα, πάντα όμως μέσα από το πρίσμα των ρόλων του κοινωνικού φύλου και με σταθερή αναφορά στο ιστορικό, πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο της εποχής. Άλλωστε, ο κινηματογράφος της Πλύτα ξεκινά, ωριμάζει και ανθίζει στη μεταπολεμική Ελλάδα, η οποία ζει ξεκάθαρα μια έντονη σύγκρουση μεταξύ νεωτερικότητας και παράδοσης—μια συνθήκη που δεν αφορά μόνο τον τρόπο ζωής, αλλά επηρεάζει καθοριστικά και τους έμφυλους ρόλους. Φυσικά, ο τόμος αυτός αποτελεί μόνο την αρχή της εξέτασης του έργου της Πλυτά. Οι κειμενικές αναλύσεις των 17 ταινιών αποτελούν την εκκίνηση της μελέτης μίας πολυδιάστατης φιλμογραφίας που έχει ακόμη πάρα πολλά να αποκαλύψει.

Μπέτυ Κακλαμανίδου

Η Πλυτά ήταν η πρώτη Ελληνίδα σκηνοθέτρια σε μια εποχή όπου οι γυναίκες σχεδόν δεν υπήρχαν πίσω από την κάμερα. Πόσο διεκδίκησε αυτόν τον ρόλο;

Πράγματι, τη δεκαετία του ’50, τη δεκαετία κατά την οποία ξεκινά το σκηνοθετικό της έργο, οι γυναίκες σκηνοθέτριες ήταν ελάχιστες σε ολόκληρο τον κόσμο. Σκεφτείτε ότι, την ίδια εποχή, στις Ηνωμένες Πολιτείες υπήρχε ουσιαστικά μόνο η Ida Lupino.

Αν καταλαβαίνω καλά την ερώτηση σχετικά με το πόσο διεκδίκησε τον ρόλο της, θα έλεγα ότι, σύμφωνα με τις βιογραφικές πληροφορίες που έχουμε συλλέξει κατά τη διάρκεια της πολυετούς έρευνάς μας, δεν γνωρίζουμε ακόμη με ακρίβεια πώς πέρασε στον χώρο του κινηματογράφου. Από την άλλη πλευρά, στη μοναδική σωζόμενη συνέντευξή της του 1979, η ίδια σημειώνει ότι, εφόσον μπορούσε να γράφει λογοτεχνία και να πλάθει χαρακτήρες στο χαρτί, μπορούσε και να τους μεταφέρει στον κινηματογράφο. Μάλιστα, προσθέτει χαριτολογώντας ότι από τα μυθιστορήματά της «μόνο ένα στυλό κατάφερε να αποκτήσει», δείχνοντας ότι στράφηκε αρχικά στον κινηματογράφο ως μέσο επιβίωσης.

Αναλύοντας συνολικά το έργο της, αλλά και με βάση τις βιογραφικές πληροφορίες που έχουμε συλλέξει —οι οποίες σύντομα θα δημοσιευτούν στην ιστοσελίδα του ερευνητικού έργου— προκύπτει μια ζωή απίστευτη, που θα πρέπει να γίνει και biopic! Είμαι ίσως προκατειλημμένη, ναι. Αλλά θεωρώ ότι πρόκειται για μια ξεχωριστή περίπτωση ανθρώπου· μιας γυναίκας με τεράστια δύναμη, που αψήφησε κοινωνικές νόρμες και περιορισμούς με τρόπους που δύσκολα μπορούμε να φανταστούμε σήμερα. Ακόμη κι εγώ, ως γυναίκα που γεννήθηκα το 1972, δεν μπορώ εύκολα να αντιληφθώ το μέγεθος του θάρρους και της ανεξαρτησίας της – πόσο μάλλον μια νεότερη γυναίκα, που γεννήθηκε μετά το 2000 (αν και, δυστυχώς, θα πρέπει να προσθέσω ότι υπάρχουν ακόμη και σήμερα γυναίκες που τραυματίζονται κυριολεκτικά και μεταφορικά καθημερινά και σιωπούν). Η Μαρία, όμως, δεν ήταν η γυναίκα της σιωπής. Ήταν ένα ασυμβίβαστο, πανέξυπνο, εμπνευσμένο και βαθιά δημιουργικό πλάσμα, μια προσωπικότητα από αυτές που γεννιούνται για να ξεχωρίσουν.

Μαρία Πλυτά

Πώς πιστεύετε ότι θα αντιμετωπιζόταν σήμερα, μέσα από το πρίσμα της σύγχρονης συζήτησης για τη γυναικεία και queer ορατότητα στον χώρο του σινεμά;

Πιστεύω ότι σήμερα η θέση της Μαρίας Πλυτά θα ήταν κάπως καλύτερη, τουλάχιστον από την άποψη της ορατότητας, με την έννοια ότι πιθανότατα θα ήταν παρούσα σε φεστιβάλ, θα συμμετείχε στον κινηματογραφικό διάλογο της χώρας και, ενδεχομένως, θα είχε και μερικές εκατοντάδες followers στα κοινωνικά δίκτυα. Ωστόσο, αν και όλα αυτά μπορούν να θεωρηθούν ένδειξη προόδου, πιστεύω ότι δεν είναι αρκετά. Η ορατότητα από μόνη της δεν συνεπάγεται ισότητα, ούτε εξασφαλίζει τη βαθύτερη αναγνώριση που αξίζει σε γυναίκες δημιουργούς όπως η Πλυτά.

Ποια είναι η θέση των γυναικών σκηνοθετριών στην Ελλάδα σήμερα; Έχουμε πραγματικά ξεπεράσει τα στερεότυπα;

Μακάρι να μπορούσα να δώσω μια διαφορετική απάντηση από αυτή που θα δώσω. Η αλήθεια είναι ότι σήμερα στην Ελλάδα υπάρχουν αρκετές και βραβευμένες σκηνοθέτριες — αναφέρω ενδεικτικά την Ασημίνα Προέδρου και τη Σοφία Εξάρχου. Ωστόσο, δεν πιστεύω ότι έχουμε ξεπεράσει τα στερεότυπα. Δεν θεωρώ ότι έχουμε κάνει σημαντικά βήματα προς τα εμπρός αν και φαίνεται ότι κάτι συμβαίνει. Δυστυχώς, η γνώμη μου είναι ότι έχουμε προχωρήσει μόνο επιφανειακά, όσον αφορά τα δικαιώματα των γυναικών, της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας και των μειονοτήτων γενικότερα.

Με άλλα λόγια, ο πολιτικά ορθός λόγος της εποχής μας απλώς καλύπτει την πραγματικότητα. Αν δούμε τη θέση της χώρας μας στον Ευρωπαϊκό Δείκτη Ισότητας των τελευταίων πέντε ετών, θα καταλάβουμε την εξαιρετικά δύσκολη κατάσταση στην οποία εξακολουθούμε να βρισκόμαστε ως προς την ισότητα των φύλων.

Αν επιστρέψουμε στον κινηματογράφο – μιλώ για τον Δυτικό κόσμο – θα διαπιστώσουμε ότι τα πράγματα δεν είναι πολύ καλύτερα. Σκεφτείτε ότι στα 96 χρόνια που απονέμονται τα βραβεία της Ακαδημίας (Όσκαρ), μόνο τρεις γυναίκες έχουν κερδίσει το βραβείο σκηνοθεσίας. Από το 1949, στο Φεστιβάλ Βενετίας, μόλις επτά γυναίκες έχουν τιμηθεί με το βραβείο σκηνοθεσίας, ενώ στις Κάννες, στα 77 χρόνια του θεσμού, μόλις τρεις γυναίκες έχουν κερδίσει τον Χρυσό Φοίνικα. Νομίζω ότι τα νούμερα μιλούν από μόνα τους.

Βέβαια, σήμερα τουλάχιστον υπάρχει μια αυξανόμενη ορατότητα. Και, παρά τα απογοητευτικά στοιχεία που ανέφερα, παραμένω αισιόδοξη. Αλήθεια. Ελπίζω ότι οι νεότερες γενιές – τις οποίες έχω και εγώ την τιμή και τη χαρά να «μεγαλώνω», από τη θέση μου ως πανεπιστημιακή δασκάλα – θα κατανοήσουν πόσο συστημική είναι η πατριαρχία και πώς εμποτίζει τόσο τις πράξεις όσο και τις σκέψεις μας, κάνοντάς τες να φαίνονται φυσικές, ενώ στην πραγματικότητα είναι κάθε άλλο παρά φυσικές.

Ο κινηματογράφος της Πλυτά έχει κάποια χαρακτηριστικά που θα μπορούσαν να διαβαστούν μέσα από ένα σύγχρονο φεμινιστικό ή queer βλέμμα;

Φυσικά. Μάλιστα, σε ένα από τα κεφάλαια του βιβλίου υπάρχει η ανάλυση μιας ταινίας μέσα από τη σύγχρονη queer θεωρία, χωρίς μάλιστα να υπάρχει αναπαράσταση queer χαρακτήρων. Είναι, επίσης, ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα μια σκηνή στην Εύα (1953), όπου δύο άντρες – ο Ντίνος Ηλιόπουλος και ο Αλέκος Αλεξανδράκης – χορεύουν ο ένας απέναντι στον άλλον μοντέρνους χορούς μέσα στο μικρό καφενείο ενός νησιού.

Επιπλέον, η κωμωδία Άντρας είμαι και το κέφι μου θα κάνω… (1960), όπου η πρωταγωνίστρια αναγκάζεται να ντυθεί άντρας προκειμένου να βρει δουλειά και να μην παρενοχλείται σεξουαλικά από κάθε αφεντικό της, εμπεριέχει πολλές queer στιγμές, ενώ στον Ανήφορο (1964), η ηρωίδα κάποια στιγμή εργάζεται για ένα queer αφεντικό. Υπάρχουν, λοιπόν, πάρα πολλές στιγμές στο έργο της Πλύτα που μπορούν και πρέπει να διαβαστούν μέσα από το πρίσμα της queer θεωρίας. Αυτή η μελέτη θα αποτελέσει και ένα ξεχωριστό κομμάτι στο πλαίσιο του τριετούς ερευνητικού έργου PUC (Plyta’s Unknown Cinema), με χρηματοδότηση από το ΕΛ.ΙΔ.Ε.Κ.Μαζί με τα δύο μέλη της ομάδας μου, τη Μαρίνα Ζιγνέλη και την Ευδοκία Στεφανοπούλου, στοχεύουμε σε μία λεπτομερή διερεύνηση της ζωής και της καλλιτεχνικής πορείας της Πλυτά με απώτερο στόχο την ένταξή της στον Κανόνα της Ελληνικής Κινηματογραφικής Ιστορίας. Η Πλυτά αποτελεί κομμάτι της ελληνικής και ευρωπαϊκής πολιτισμικής κληρονομιάς. Καιρός είναι να τη γνωρίσουμε και να τη σώσουμε από τη λήθη. Είναι έργο ζωής για εμάς.  (Περισσότερες πληροφορίες: https://puc.film.auth.gr/en/home/)

Αν είχατε τη δυνατότητα να μιλήσετε με τη Μαρία Πλυτά σήμερα, ποια θα ήταν η πρώτη σας ερώτηση;

Πολύ ενδιαφέρουσα ερώτηση. Ειλικρινά, αν και ασχολούμαι σχεδόν πέντε χρόνια με την Πλύτα, δεν το έχω σκεφτεί ποτέ αυτό. Αν, λοιπόν, είχα τη δυνατότητα να της μιλήσω, θα την κοιτούσα στα μάτια και θα τη ρωτούσα: «Μα πώς; Πώς τα κατάφερες όλα αυτά μόνη σου; Καταλάβαινες πόσο σημαντικά και πόσο μπροστά από την εποχή τους ήταν όσα έκανες;». Και μετά, θα της ζητούσα να μου διηγηθεί τη ζωή της ολόκληρη (θα ήμουν μάλλον λίγο καταπιεστική!).


το βιβλίο είναι διαθέσιμο από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος

Vasilis Thanopoulos

Vasilis Thanopoulos

Από μικρός ήθελα να γίνω αστροναύτης. Εξάλλου, πάντα θυμάμαι να μου λένε ότι "πετάω στα αστέρια". Λόγω όμως σχετικής υψοφοβίας αποφάσισα να αλλάξω επαγγελματικό προσανατολισμό και να γίνω δημοσιογράφος (απ' το κακό στο χειρότερο), Μπήκα στο Πάντειο (Τμήμα Επικοινωνίας, Μέσων & Πολιτισμού) και λίγους καφέδες αργότερα πήρα το πτυχίο μου. Έκτοτε το επαγγελματικό μου μετερίζι με έχει οδηγήσει στην πόρτα ανθρωπιστικών οργανισμών (Διεθνή Αμνηστία, Έλιξ) αλλά και πολλών έντυπων και διαδικτυακών μέσων (Esquire, Nitro, Protagon, κλπ). Η σχέση μου με το Antivirus ξεκίνησε τυχαία τον Μάρτιο του 2013. Έκτοτε έγινε λατρεία... Είτε εδώ είτε στο περιοδικό, όλο και κάπου θα με πετύχετε. Αν τώρα θέλετε να κάνετε και κάποιο σχόλιο... θα με βρείτε στο [email protected]. Cu!




Δες και αυτό!