Η Πολιτεία οφείλει να διασφαλίσει την ισότιμη πρόσβαση στην υγεία για τα τρανς άτομα

02/01/2026
Τις γιορτινές αυτές ημέρες, οι περισσότερες ευχές, και δικαίως, περιστρέφονται γύρω από την υγεία. Όμως, η ευχή για «καλή υγεία», όταν δεν συνοδεύεται από το δικαίωμα στην ίδια την υγεία, παραμένει μισή. Και συχνά κενή.

Γράφει η Άννα Απέργη Κωνσταντινίδη*

Δυστυχώς, ακόμη και σήμερα, 2026, υπάρχουν συνάνθρωποι μας που στερούνται αυτό το θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα. Ανάμεσά τους, τα τρανς και φυλοδιαφορετικά πρόσωπα, τα οποία συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν συστηματικά εμπόδια, αποκλεισμούς και διακρίσεις στον χώρο της υγείας.

Η ισότιμη, αξιοπρεπής και χωρίς διακρίσεις πρόσβασή τους στις υπηρεσίες υγείας, με σεβασμό στην έκφραση και την ταυτότητα φύλου τους, παραμένει στην πράξη ένα ανεκπλήρωτο δικαίωμα. Ένα «όνειρο» που για πολλά από αυτά τα άτομα, μετατρέπεται σε καθημερινό εφιάλτη.

Η Πολιτεία οφείλει, χωρίς καμία άλλη καθυστέρηση, να συμμορφωθεί με τις αποφάσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, προχωρώντας στην πλήρη ενσωμάτωση του ταξινομητικού καταλόγου ICD-11 και ακολουθώντας τις σύγχρονες επιστημονικές εξελίξεις που επιβάλλουν την πλήρη αποψυχιατρικοποίηση των τρανς ταυτοτήτων.

Παράλληλα, πρέπει να θεσπιστούν σαφή και δεσμευτικά μέτρα που να διασφαλίζουν την πλήρη πρόσβαση των τρανς και φυλοδιαφορετικών προσώπων στις υπηρεσίες υγείας σύμφωνα με την έκφραση και την ταυτότητα φύλου τους, κατά τρόπο απολύτως συμβατό με τον ν. 4491/2017 περί νομικής αναγνώρισης της ταυτότητας φύλου. Αυτό αφορά όλες τις ιατρικές πράξεις «έμφυλου» χαρακτήρα, όπως εξετάσεις, συνταγογραφήσεις, καθώς και νοσηλείες.

Απαραίτητη είναι επίσης η καθιέρωση μηδενικής συμμετοχής (0%) στις συνταγογραφήσεις για τα τρανς και φυλοδιαφορετικά πρόσωπα. Η υφιστάμενη συμμετοχή του 25% είναι δυσβάσταχτη και άδικη, ιδιαίτερα για μια πληθυσμιακή ομάδα που βιώνει σε εξαιρετικά υψηλό βαθμό τον κοινωνικό και εργασιακό αποκλεισμό και, σε μεγάλο ποσοστό, ζει στα όρια ή και κάτω από το όριο της φτώχειας.

Επιπλέον, απαιτείται η τροποποίηση του Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας, ώστε να συμπεριλαμβάνει ρητά την έκφραση, την ταυτότητα και τα χαρακτηριστικά φύλου στη διάταξη απαγόρευσης των διακρίσεων.

Ταυτόχρονα, πρέπει να υλοποιηθεί ένα ολοκληρωμένο και υποχρεωτικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα -και όχι προαιρετικά σεμινάρια ευαισθητοποίησης- από το Υπουργείο Υγείας προς το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό, καθώς και προς τις Κοινωνικές Υπηρεσίες των Δημόσιων Νοσοκομείων, με αντικείμενο ζητήματα έκφρασης, ταυτότητας και χαρακτηριστικών φύλου, καθώς και σεξουαλικού προσανατολισμού.

Σε περιφερειακό επίπεδο, είναι αναγκαία η ύπαρξη ατόμων αναφοράς στα Γενικά Νοσοκομεία, με συμβουλευτικό και ενημερωτικό ρόλο, που θα λειτουργούν και ως συμπαραστάτες των ΛΟΑΤΚΙ+ προσώπων κατά την πρόσβασή τους σε υπηρεσίες υγείας.

Τέλος, πρέπει να καλυφθούν πλήρως και καθολικά όλες οι διαδικασίες επαναπροσδιορισμού φύλου, χωρίς οικονομικούς, θεσμικούς ή γραφειοκρατικούς φραγμούς.

Όλα τα παραπάνω δεν αποτελούν προνόμια, ούτε «ειδική μεταχείριση». Είναι ελάχιστες, αναγκαίες ρυθμίσεις που οφείλει άμεσα να προχωρήσει η Πολιτεία, ώστε να διαμορφωθεί ένα σύγχρονο θεσμικό πλαίσιο που να εγγυάται ασφαλή, ισότιμη, χωρίς αποκλεισμούς και διακρίσεις πρόσβαση στον χώρο της υγείας για όλα τα ΛΟΑΤΚΙ+ και ιδίως για τα τρανς και φυλοδιαφορετικά πρόσωπα.

Η υγεία, σε μία ευρωπαϊκή, ελεύθερη, δημοκρατική κοινωνία, δεν μπορεί να παραμένει μόνο μέσα σε ευχολόγια. Είναι κατοχυρωμένο Συνταγματικό δικαίωμα και πρέπει αυτό να αποτυπώνεται και στην πράξη.

*Η Άννα Απέργη Κωνσταντινίδη είναι ειδική Σύμβουλος/Εμπειρογνώμονας θεμάτων ΛΟΑΤΚΙ+, Ισότητας & Diversity. Το κείμενο όπως εμφανίστηκε στον προσωπικό της λογαριασμό στο Facebook.




Δες και αυτό!