«Το διαφορετικό δεν ήταν αποδεκτό εύκολα και η σεξουαλικότητα ήταν κόκκινο πανί». Με αυτή τη φράση ο Π. ξεκινά την εξιστόρηση των όσων έχει βιώσει όλα αυτά τα χρόνια στο εργασιακό του περιβάλλον.

Ο ίδιος είναι ένας γκέι άνδρας που εργάζεται στο δημόσιο. Πριν λίγο καιρό αποφάσισε να επικοινωνήσει με το περιοδικό μας, θέλοντας να καταγγείλει την – επί χρόνια – κακοποιητική συμπεριφορά που έχει υποστεί λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού. Μια συμπεριφορά που όπως μαρτυρά και ο ίδιος ξεκίνησε από πολύ νωρίς.

«Θα σας φανεί περίεργο αλλά όλα άρχισαν πριν ξεκινήσω να εργάζομαι. Διορίστηκα στην έλευση της νέας χιλιετίας, ως πτυχιούχος με διαγωνισμό στο Υπουργείο Οικονομικών σε επαρχιακή πόλη της Βόρειας Ελλάδας», μου απαντά όταν του ζητώ να μου προσδιορίσει το πότε άρχισαν τα ομοφοβικά περιστατικά. «Έναν μήνα πριν διοριστώ απευθύνθηκα στην Διεύθυνση Προσωπικού στην Αθήνα όπου και βρισκόμουν για ταξίδι. Στην είσοδο, με κατεύθυναν σε κάποιον υπάλληλο Προσωπικού που υπηρετεί ακόμη. Τον καλημέρισα και του συστήθηκα ρωτώντας τον πότε αναμένεται να μας καλέσουν να εργαστούμε. Με κοίταξε και μου είπε ειρωνικά: “Πολλοί πούστηδες μαζεύτηκαν εδώ μέσα”. Ήταν μπροστά και ένας άλλος συνάδελφος. Κράτησα την ψυχραιμία μου και αφού κατάφερα να πάρω τις πληροφορίες που ήθελα βγήκα από το κτίριο για να πάρω αέρα. Η πρώτη εμπειρία από τον χώρο της εργασίας ήταν αηδιαστική αλλά χαρακτηριστική για το τι θα ακολουθούσε».

Του ζητώ να μου μιλήσει περισσότερο για τα όσα έχει περάσει όλα αυτά τα χρόνια και να μου περιγράψει κάποια από τα περιστατικά που έχει βιώσει. Ο ίδιος είναι ήδη φορτισμένος, καθώς η διαδικασία αυτά επαναφέρει μνήμες και τραύματα που δύσκολα επουλώνονται. Δηλώνει, ωστόσο, αποφασισμένος να μιλήσει πλέον ανοιχτά γι΄αυτά.

Μια σημαντική σημείωση: όλα τα ομοφοβικά περιστατικά έχουν καταγραφεί από τον ίδιο και έχουν κατατεθεί στον Συνήγορο του Πολίτη. Εμείς θα αναφέρουμε κάποια απ΄αυτά που θεωρούμε ενδεικτικά.

«Τον Αύγουστο της πρώτης χρονιάς, ένας συνάδελφος μου επιτέθηκε (στην πόλη που εργαζόμουν) ένα μεσημέρι που είχαν σχολάσει όλοι. Σηκώθηκε από την καρέκλα του, ήρθε προς τα εμένα στέκοντας όρθιος μπροστά μου ενώ εγώ ήμουν καθιστός και εργαζόμουν, άρχισε να τρίβει τα γεννητικά του όργανα ενώ άρχισε να λέει αν θέλω να τη “βρούμε” και άρχισε να ξεκουμπώνει το φερμουάρ. Θυμάμαι πόσο ξαφνικό μου ήρθε αλλά και πόσο θύμωσα που σχεδόν αμέσως έστριψα το κεφάλι μου δεξιά χαμηλά και είδα τον κάδο απορριμμάτων. Τότε έσκυψα να πάρω τον κάδο και να του τον φέρω στο κεφάλι και είδα ότι αντιλήφθηκε τις προθέσεις μου και άρχισε να τρέχει τόσο γρήγορα που κατέβηκε από τις σκάλες και όχι με ασανσέρ για να μην τον προλάβω».



Τα περιστατικά παρενόχλησης και χλευασμού συνεχίστηκαν και τους επόμενους μήνες. «Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη φράση που μου είπε  ο προϊστάμενος της Διεύθυνσης που συνεργαζόμασταν και στεγαζόταν ακριβώς στα διπλανά γραφεία. Μια μέρα που πήγα στο γραφείο του να του αποδώσω κάποια έγγραφα μου είπε χωρίς λόγο ξαφνικά και αυστηρά: “Να προσέχω τι κάνω για να μη τους κάνω ρεζίλι”, όταν ήμουν ακόμη λίγων μηνών υπάλληλος! Μία φράση που με στοίχειωσε και με έκανε να μην κυκλοφορώ σχεδόν καθόλου στην πόλη».

Όλο αυτό το κλίμα με τα συνεχή πειράγματα έκανε τον Π. να ζητήσει τη μετακίνησή του σε μία άλλη υπηρεσία (δύο φορές). Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να κατέβει στην Αθήνα, ώστε να εργαστεί σε μια άλλη υπηρεσία. «Όταν είχε έρθει η μετακίνησή μου (ο προϊστάμενος της διπλανής Υπηρεσίας) με φώναξε στο γραφείο του και μάλιστα με ανοιχτή πόρτα, με ρώτησε αν είχα ζητήσει να μετακινηθώ … λόγω ομοφυλοφιλίας».

Δυστυχώς, όμως, και στην Αθήνα τα πράγματα δεν βελτιώθηκαν. Ο Π. περιγράφει ένα εργασιακό περιβάλλον, στο οποίο συνάδερφοι έκαναν συνέχεια επίτηδες κακοποιητικά σχόλια (όπως αυτό της συναδέρφου του που είπε μπροστά του «προτιμώ να γίνουν οι κόρες μου πουτάνες παρά να έχω γιο πούστη!») αλλά και ανάρμοστες συμπεριφορές «για να σκάνε πλάκα», όπως παρενοχλήσεις με δεκάδες ανώνυμα τηλεφωνήματα και ειρωνικές και χλευαστικές παραινέσεις για το πότε θα παντρευτεί από πολλούς/ές συναδέλφους.

Ο ίδιος θυμάται, μάλιστα, και ένα περιστατικό με αφορμή τον θάνατο του ηθοποιού Νίκου Σεργιανόπουλου. «Εκείνη την ημέρα, μπαίνει ξαφνικά μία συνάδερφος κάθεται όρθια στην ανοιχτή πόρτα και μου λέει: “Τα έμαθες; Σκότωσαν τον Νίκο Σεργιανόπουλο”. Περίμενε να δει πως θα αντιδράσω. Ήρθε και μου το ανακοίνωσε με τόση περηφάνια και αποκλειστικά σε μένα. Το ανακοίνωσε στην είσοδο του γραφείου για να ακούσουν και τα υπόλοιπα άτομα. Φυσικά μετά από εκείνη την ημέρα γίνονταν αρκετά σχόλια τύπου: “τέτοια κατάληξη έχουν αυτοί οι ανώμαλοι”, “oι πούστηδες που μας τους πλασάρουν για κανονικούς ” Έτσι είναι αν δεν προσέχεις σε σκοτώνουν ή σε βρίσκουν σε κανένα χαντάκι πεταμένο “. “Κρίμα τόσο καλός ηθοποιός, πίστευες εσύ ότι ήταν αδερφή ; και άλλα πολλά που δεν θυμάμαι γιατί φρόντιζα να φεύγω όταν άρχιζε αυτή η κουβέντα».

Πέρα από τις παρενοχλήσεις ο Π. περιγράφει και ένα καθεστώς διακρίσεων και άνισης μεταχείρισης, που τον απέτρεψε από το να ανελιχθεί στον χώρο εργασίας του. «Όταν θέλησα να κάνω αίτηση για σεμινάριο μετά από κάποια χρόνια η Διευθύντρια δεν δέχθηκε ποτέ να με αφήσει με τη δικαιολογία του φόρτου εργασίας. Μου στερήθηκε το δικαίωμα να συμμετέχω σε σεμινάρια που ήθελα και σε επιπλέον επιμόρφωση, ειδικά από το 2002 μέχρι το 2010. Υπήρχε άνιση μεταχείριση σε σχέση με άλλους συναδέλφους και εντέλει στην μειωμένη μοριοδότηση μου σε βάθος χρόνου».

Αφού κάνουμε ένα διάλειμμα ο Π. θυμάται και άλλα ομοφοβικά περιστατικά. «Μπήκε μια μέρα στο γραφείο μου ένας συνάδερφός μου και στάθηκε απέναντι μου και άρχισε να με ρωτάει κάτι το οποίο δεν θυμάμαι, γιατί ξαφνικά άρχισε να χαϊδεύει ελαφρά τα γεννητικά του όργανα. Ταράχτηκα πολύ γιατί δεν το περίμενα από αυτό το άτομο. Άκουσα όμως και κάτι ελαφριά βήματα από πίσω στο διάδρομο και αντέδρασα ευτυχώς γρήγορα γιατί κατάλαβα ότι κάποιος τον έστειλε να το κάνει. Σηκώθηκα και έτρεξα γρήγορα σπρώχνοντας τον μάλιστα για να δω ποιος/ά ήταν στον διάδρομο. Πρόλαβα και είδα«.

«Ένα πρωινό του Μαΐου (2015) περιμένοντας το ασανσέρ να ανέβω στο γραφείο μου, μπήκα μαζί με άλλους 4 συναδέλφους και όταν έκλεισε η πόρτα ο ένας εκ δεξιών μου (τμηματάρχης σε υπηρεσία άλλου ορόφου και συνδικαλιστής, φίλος όμως δικού μου συναδέλφου στο ίδιο γραφείο με μένα) κοιτάζοντας μόνο τους άλλους τρεις είπε “Λοιπόν κύριοι εδώ μέσα στο ασανσέρ μπορεί να είμαστε 5 αλλά μόνο οι 4 είμαστε άντρες” κάνοντας όλους να απορούν εκτός από μένα. Λίγες μέρες μετά επαναλήφθηκε παρόμοιο σκηνικό με αυτόν τον συνάδελφο που με σχολίασε στο ασανσέρ μαζί με τον συνάδελφο από το γραφείο μου. Με περίμεναν στην είσοδο και αιφνιδιαστικά μπήκαν μαζί μου στο ασανσέρ (πράγμα που το είχαν σχεδιάσει) και ειρωνευόμενοι και αστειευόμενοι μιλούσαν περί ανωμαλίας του ενός από αυτούς για να δουν τις αντιδράσεις μου».

«Τα περιστατικά είναι πολλά, όπως το προξενιό που μου είχαν ετοιμάσει προκειμένου να παντρευτώ και να φύγω, η δήθεν τυχαία συνάντηση και ο γελοίος διάλογος που ακολούθησε με νέο υπάλληλο που έκανε την πρακτική του και ήρθε με το γιο της τότε Διευθύντριας μου, σε gay bar ενοχλώντας με και καταπατώντας την ιδιωτική μου ζωή και πολλά ακόμη που λόγω χώρου δεν μπορούν να αναφερθούν. Περιστατικά εκφοβισμού όπως π.χ. για έλεγχο ωραρίου και μετακινήσεων μόνο σε μένα, προσπάθεια για αποδοχή χαμηλής βαθμολόγησης εν όψει του νέου νόμου το 2013-2014 περί αξιολόγησης των δημοσίων υπαλλήλων κλπ».

Ωστόσο, όπως μας λέει τον Οκτώβριο του 2015 δέχθηκε τη «χαριστική βολή» που τον έκανε να φύγει. «Είχα κάνει αίτηση για άδεια λόγω μεταπτυχιακού και περίμενα την επίσημη γραπτή απάντηση από το ΔΣ. Ήταν ήδη αρνητική από 1η Οκτωβρίου που είχε συνεδριάσει το ΔΣ αλλά την ήθελα γραπτώς για να έχω ένα αποδεικτικό. Σημειωτέον το μεταπτυχιακό το είχα ζητήσει άνευ αποδοχών γιατί ήξερα ότι με αποδοχές δεν υπήρχε καμία περίπτωση να εγκριθεί. Ήμουν στενοχωρημένος εκείνη την περίοδο και πήγαινα το πρωί για τσιγάρο στο χώρο του φωτοτυπικού μόνος. Απέφευγα να μιλάω σε κόσμο γιατί ήθελα να φύγω με αφορμή το μεταπτυχιακό και να μην γυρίσω. Την ημέρα που ήρθε η επίσημη αρνητική απάντηση στην Υπηρεσία μου, πάνω στο γραφείο, που υπήρχε στο δωμάτιο με το φωτοτυπικό, είχαν αφήσει κάτι. Είχαν δημιουργήσει με άσπρο χαρτί και κολλητική μπεζ ταινία ένα πέος σε στύση σε ανάγλυφη μορφή και κολλημένο σε άλλη κόλλα Α4 (βλ. παρακάτω φωτογραφία), που σημαίνει ότι το είχαν σκεφθεί και δημιουργήσει κάποιοι/ες μέρες πριν».

Σε αυτό το σημείο τον ρωτάω αν προσπάθησε να καταγγείλει αυτά τα περιστατικά ή να κάνει κάτι για να προστατευτεί. «Εκείνη την εποχή ήταν αδύνατο να απευθυνθείς κάπου για ένα τέτοιο θέμα. Καμία μέριμνα. Άσε που αν μιλούσες στους/στις Διευθυντές/τριες (που σε κάποιες περιπτώσεις το υποκινούσαν οι ίδιοι/ες ) της υπηρεσίας ή στα κεντρικά η κατάσταση θα χειροτέρευε. Θα το μάθαιναν όλοι. Αν όπως εγώ, τότε που αποφάσισα να ζητήσω να φύγω από την επαρχία στην αρχή αλλά και αργότερα στην Αθήνα που ζητούσα μετακινήσεις τη δεκαετία του 00s, και μέχρι που έφυγα έλεγα τον πραγματικό λόγο της αίτησης μετακίνησης και ότι δεν άντεχα άλλο θα γελούσαν και οι πέτρες».

Ο Π. έφυγε (2016) για πέντε χρόνια από τη δουλειά του με άδεια άνευ αποδοχών προσπαθώντας να ξεφύγει από το τοξικό επαγγελματικό περιβάλλον κάνοντας και κάτι νέο στη ζωή του παρά τις δυσκολίες. «Μόνο μετά που έφυγα βρήκα τη δύναμη να απευθυνθώ σε κάποιες υπηρεσίες καταγραφής ρατσιστικών περιστατικών και να ζητήσω βοήθεια. Πριν δεν πίστευα στην ακεραιότητα και αμεροληψία των δημοσίων υπηρεσιών, να εμπιστευθώ κάποιους. Το αναφέρω και ως απάντηση σε όσους πουν γιατί δεν μίλησες τότε. Δεν είχα καμία δύναμη, δεν πίστευα ότι θα γινόταν κάτι. Ευτυχώς υπάρχουν οι ανεξάρτητες αρχές που λειτουργούν».

Τότε ήταν που και ο ίδιος αποφάσισε να καταγγείλει όλα αυτά τα περιστατικά στον Συνήγορο του Πολίτη, ο οποίος γνωμοδότησε υπέρ του ενώ συμπεριέλαβε την περίπτωσή του στην ειδική έκθεση του (2020), σχετικά με την ίση μεταχείριση. «Συμβουλεύθηκα και τη γραμμή 11528 τηλεφωνικά δύο φορές πριν φύγω με την άδεια. Όμως και πάλι το νομοθετικό πλαίσιο δεν σε βοηθά να κάνεις τίποτα ώστε να διεκδικήσεις σε περιστατικά ομοφοβίας που έχουν γίνει σε πολύ κλειστό επαγγελματικό πλαίσιο. Υπάρχει πολλή γραφειοκρατία και η δικαιοσύνη είναι ακόμη υπέρ παραδοσιακών ξεπερασμένων και αρκετά πατριαρχικών νομοθετικών αντιλήψεων. Πιστεύω ότι θα πρέπει να γίνει πιο συμπεριληπτική σε θέματα ομοφοβίας, λεκτικής βίας και κακομεταχείρισης στο εργασιακό περιβάλλον».

Η συζήτηση πηγαίνει στις επιπτώσεις που είχε όλη αυτή η κακοποίηση στη ζωή του. «Πέρασα ένα απίστευτο κλίμα τρομοκρατίας, εκφοβισμού και διακρίσεων που είχε επιπτώσεις σε όλα τα επίπεδα της ζωής μου. Πρώτα απ’ όλα στην υγεία μου, έχω κατάθλιψη και έντονο αίσθημα άγχους και πανικού που απέκτησα κατά την διάρκεια της εργασίας μου και που ακόμη παλεύω. Δεύτερον, η οικονομική μου κατάσταση έφτασε να είναι άθλια, να στερηθώ απολαβές πολλών χρόνων. Ζούσα με τα έτοιμα χρήματα που είχα μαζέψει, αλλά και με την οικονομική βοήθεια από την οικογένεια μου δημιουργώντας και σε αυτούς πρόβλημα. Στο θέμα της επαγγελματικής εξέλιξης αυτή ανακόπηκε με κάθε τρόπο που μπορούσαν να σκεφθούν, δεν ήταν μόνο τα καθαρά ομοφοβικά αλλά και η υπονόμευση από κάθε διεκδίκηση. Η εργασία για μένα ήταν πάντα ένα τομέας όπου θα μπορούσα να αναπτύξω τις δεξιότητες μου, να προσφέρω και φυσικά να εξελιχθώ. Ό,τι κατάφερα στη ζωή μου έγινε με πολύ κόπο. Όμως δεν είχα να παλέψω με τις δυσκολίες της δουλειάς που είναι σε όλους λίγο πολύ κοινές. Είχα να αντιμετωπίσω τον εκφοβισμό, και την διαρκή υπονόμευση. Η προσωπική μου ζωή, παραβιάστηκε με άθλιο τρόπο. Επειδή ως υπάλληλος δεν έκανα ποτέ γνωστό στην Υπηρεσία μου την σεξουαλική μου ταυτότητα παρά μόνο πριν ζητήσω να φύγω με άδεια σε δύο τρία άτομα, έζησα ένα συνεχές αισχρό outing».

Σήμερα ο Π. έχει επιστρέψει στον χώρο εργασίας του. «Ένας λόγος που επέστρεψα στην ίδια δουλειά ήταν ο οικονομικός και ο άλλος ότι αυτό δεν έχει τελειώσει μέσα μου. Θέλω να πάρω τις απαντήσεις που αναζητώ να μου δώσουν αυτοί που μου κάνανε τη ζωή δύσκολη χωρίς να τους έχω πειράξει. Βέβαια, πολλοί έχουν φύγει από τις παλιότερες υπηρεσίες που ήμουν, όμως διαπιστώνω ότι ακόμη και τώρα κάποια άτομα που έχουν μείνει κάνουν τα ανήξερα και ότι “δήθεν” δεν έχουν αντιληφθεί τι έχει συμβεί. Είναι απίστευτο πόσο θρασύδειλοι είναι κάποιοι/ες κακοποιητές. Δεν πίστευα ότι στον εργασιακό χώρο και σε μεγάλη ηλικία θα δεχόμουν αυτές τις επιθέσεις λόγω σεξουαλικότητας από κάποια άτομα- συναδέλφους (άντρες και γυναίκες) που αποφάσισαν να παίξουν με αυτό χωρίς καμιά ντροπή. Βέβαια μου κάνει εντύπωση η απουσία υποστήριξης από τους συνδικαλιστές και τη Διοίκηση τα χρόνια που δούλευα και τα χρόνια που έλειπα. Δεν με αναζήτησε κανείς ούτε μία φορά να με ρωτήσει γιατί έφυγα και έχω πολλά ερωτηματικά για το ρόλο τους στο θέμα ομοφοβία. Μόνο οι ανακοινώσεις και οι εγκύκλιοι δεν επιφέρουν την εξάλειψη της ομοφοβίας».

Τον ρωτάω πώς είναι σήμερα τα πράγματα. «Επέστρεψα κάνοντας γνωστό το θέμα μου σε υψηλά στην ιεραρχία πρόσωπα, σε φορείς όπου και απευθύνθηκα. Τώρα με βλέπουν σαν αυτόν που έχει το πρόβλημα. Είμαι σαν τον εξωγήινο που τους επισκέφθηκε και τους χάλασε τη γαλήνη και την ομοιογένειά τους. “Victim blaming”. Αυτό βιώνω τώρα. Εγώ πρέπει να αποδείξω το ένα, να αποδείξω το άλλο. Σε αυτούς δεν καίγεται καρφί ούτε ότι δεν είχα απολαβές ή ιατρική περίθαλψη τόσα χρόνια. Αποφάσισα να μην έχω πολλές επαφές ειδικά με τα άτομα που μου είχαν δημιουργήσει πρόβλημα. Όμως μάλλον κάποιοι δεν καταλαβαίνουν τίποτα γιατί έχουν κάλυψη. Δυστυχώς, με την επιστροφή μου συνέβησαν και πάλι εκφοβιστικά ή περίεργα περιστατικά τα οποία έχω αναφέρει και θα αναφέρω για να καταγραφούν εκεί που πρέπει με τα ονόματα. Είμαι ο “περίεργος”, αυτός που έχει μπει στο μικροσκόπιο κάθε του κίνηση. Παραδείγματος χάριν δεν μένω ποτέ μόνος στην Υπηρεσία. Υπάρχουν κάποιοι που έχουν αναλάβει να με ελέγχουν διακριτικά πάντα, αλλά είναι ξεκάθαρο σε μένα. Με κοιτούν που πάω. Κάποια πράγματα στο Δημόσιο δεν αλλάζουν με τίποτα. Δεν ξέρω πόσο θα παραμείνω πλέον».

Κάποια στιγμή του αναφέρω το πρόγραμμα που σχεδιάζεται στο Εθνικό Κέντρο Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης, σχετικά με την εκπαίδευση των υπαλλήλων του δημόσιου τομέα σε σχέση με τα ΛΟΑΤΚΙ+ ζητήματα (έχουν, μάλιστα, ολοκληρωθεί ήδη τρία πιλοτικά σεμινάρια). Αναρωτιέμαι για το πώς βλέπει αυτές τις κινήσεις και αν πιστεύει πως επαρκούν για την προστασία των ΛΟΑΤΚΙ+ υπαλλήλων. «Οποιαδήποτε κίνηση για τη βελτίωση της κατάστασης και της εξάλειψης της ομοφοβίας είναι καλοδεχούμενη. Είναι στο σωστό τρόπο αντιμετώπισης γιατί είναι θέμα εκπαίδευσης και σεβασμού στον συνάνθρωπο», μου απαντά ξεκαθαρίζοντας ωστόσο ότι «η εκπαίδευση μέσα σε ένα διήμερο είναι ανεπαρκής. Τα σεμινάρια στους εργασιακούς χώρους δεν μπορούν να μεταδώσουν την πραγματική κατάσταση που επικρατεί στο Δημόσιο, τον αντίκτυπο από τη συμπεριφορά των δημοσίων υπαλλήλων έναντι των ΛΟΑΤΚΙ+ συναδέλφων τους, αλλά και στις συνδιαλλαγές με το ΛΟΑΤΚΙ+ κοινό. Τα σεμινάρια αυτά καλό θα ήταν να μην μοριοδοτούνται σε όσους το παρακολουθήσουν για να τα βάλουν στο φάκελο τους, αλλά να είναι υποχρεωτικά. Από την άλλη δεν πιστεύω ότι ένας άνθρωπος που έχει γεμίσει στη ζωή του από ομοφοβία, από τρανσφοβία, από φόβο και μίσος απέναντι στις γυναίκες ή στους μετανάστες, μπορεί με ένα σεμινάριο να αλλάξει άποψη. Η εκπαίδευση πρέπει να είναι συνεχής από το σχολείο. Σε όλους τους φορείς της κοινωνίας».

Λίγο πριν κλείσουμε ο Π. μου ζητά να προσθέσει κάτι: «Η απόφαση μου να τα δημοσιεύσω έχει να κάνει εκτός των άλλων και με την περίπτωση ότι από νομικής πλευράς είμαι εκτεθειμένος χωρίς να μπορώ να αποδείξω τη βία και την κακομεταχείριση που δέχθηκα. Πώς μπορεί να βρεθεί τρόπος να δικαιωθώ δεδομένου ότι όλα όσα συνέβησαν με εμπόδισαν να έχω μία ομαλή συνέχεια επαγγελματική, οικονομική, συνέχεια στην κοινωνική μου ζωή και φυσικά τις συνέπειες στην υγεία μου; Όσα έγιναν είναι αποτέλεσμα του εκφοβισμού που δέχτηκα και της απόρριψης αλλά είναι όπως φαίνεται δύσκολη περίπτωση να δικαιωθώ για κάποια από αυτά διότι υπάρχουν κενά στη νομοθεσία σε περιπτώσεις εκφοβισμού, ρατσισμού, ομοφοβίας, λεκτικής βίας. Το άτομο που δέχεται αυτή τη συμπεριφορά τελικά την πληρώνει, δεν μπορεί να μιλήσει και όταν μιλάει συναντά ένα τείχος από δυσκολίες και δυσπιστία. Χαμένος εις διπλούν. Θέλει μεγάλο κόπο, πολύ χρόνο για να φτάσει κάποιος στη νομική διεκδίκηση, ενώ οι θύτες συνεχίζουν να ζουν κανονικά, χωρίς καμιά επίπληξη, και το Δημόσιο στην άκαμπτη λογική και συνήθεια. Ούτε καν ηθική δικαίωση υπάρχει γιατί δεν αποδεικνύεται εύκολα κάτι και γιατί ο νόμος της ομερτά επικρατεί, και οι θύτες ενίοτε κρύβονται και καλύπτονται με διάφορους τρόπους συνδιαλλαγής άνωθεν. Δύσκολα τιμωρείται κανείς με το γνωστό συντεχνιακό πλέγμα που επικρατεί. Το Ελληνικό Δημόσιο παραμένει κατά βάθος υπερσυντηρητικό και ομοφοβικό. Θα αρχίσω να πιστεύω ότι κάτι αλλάζει όταν δω ανοικτά ΛΟΑΤΚΙ άτομα στις ανώτατες θέσεις της δικαιοσύνης, στον Στρατό, στην Αστυνομία, στην εκπαίδευση. Όταν θα έχουμε ΛΟΑΤΚΙ άτομα χωρίς να εκφοβίζονται και να εκβιάζονται».

Από μικρός ήθελα να γίνω αστροναύτης. Εξάλλου, πάντα θυμάμαι να μου λένε ότι "πετάω στα αστέρια". Λόγω όμως σχετικής υψοφοβίας αποφάσισα να αλλάξω επαγγελματικό προσανατολισμό και να γίνω δημοσιογράφος (απ' το κακό στο χειρότερο), Μπήκα στο Πάντειο (Τμήμα Επικοινωνίας, Μέσων & Πολιτισμού) και λίγους καφέδες αργότερα πήρα το πτυχίο μου. Έκτοτε το επαγγελματικό μου μετερίζι με έχει οδηγήσει στην πόρτα ανθρωπιστικών οργανισμών (Διεθνή Αμνηστία, Έλιξ) αλλά και πολλών έντυπων και διαδικτυακών μέσων (Esquire, Nitro, Protagon, κλπ). Η σχέση μου με το Antivirus ξεκίνησε τυχαία τον Μάρτιο του 2013. Έκτοτε έγινε λατρεία... Είτε εδώ είτε στο περιοδικό, όλο και κάπου θα με πετύχετε. Αν τώρα θέλετε να κάνετε και κάποιο σχόλιο... θα με βρείτε στο [email protected] Cu!

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.