Με τη Νεφέλη Φασούλη συναντηθήκαμε στο Παγκράτι, στην οδό Μάρκου Μουσούρου. Είχε γύρω στους 22 βαθμούς με ηλιοφάνεια. Και 22 βαθμούς να μην είχε, πάλι θα ‘χε ηλιοφάνεια γιατί θα ‘μασταν με τη Νεφέλη Φασούλη, της οποίας η σκέψη ακροβατεί μεταξύ ονειρικού και πραγματικού κόσμου και της οποίας η μουσική υπόσταση εντοπίζεται μεταξύ τζαζ και ελληνικού λαϊκού τραγουδιού.

Ποια είσαι στ’ αλήθεια Νεφέλη Φασούλη;

Οι πρώτες μνήμες της έχουν πολλή φασαρία. Είναι το τέταρτο παιδί μιας εξαμελούς οικογένειας. Μεγάλωσε στην Αθήνα όπως όλοι οι Αθηναίοι: στριμωχτά. Είναι βέρα Παγκρατιώτισσα. Θυμάται ακόμη το πρώτο της φιλί. Βρίσκει πως τα φιλιά αποτελούνε πράξεις άχρονες: «Τα ‘χει μελοποιήσει ο Μάλαμας αυτά. Αλλάζει ο κόσμος όταν φιλιούνται δυο», αναφέρει. Όταν είναι ερωτευμένη νιώθει πως αυτή η κατά τα άλλα ασφυκτική πόλη μοιάζει να φτιάχτηκε γι’ αυτήν. Ενώ θεωρεί πως την πιο ακριβή εικόνα αθηναϊκού έρωτα την έχει δώσει ο Δεληβοριάς στο τραγούδι «Βόλτα»: ένα φιλί – πεταχτό ώσπου να ανάψει το φανάρι.

Η Νεφέλη βρίσκει πώς η ερωτική απογοήτευση ενέχει κι ένα στοιχείο πολιτικής διαμαρτυρίας, όπως και η μουσική. «Προσπαθώ τουλάχιστον αυτά που λέω να έχουν ένα νόημα. Μπορεί να διαμαρτύρομαι για τα πάντα, δηλαδή πως να σου πω ακόμα και “Ο Κόσμος σου” που φαινομενικά είναι ένα κομμάτι για μια ερωτική απογοήτευση εμπεριέχει μπόλικη διαμαρτυρία μιας και τα πράγματα συχνά δεν έρχονται όπως τα ονειρευόμαστε. Θέλω να πιστεύω δηλαδή ότι τα τραγούδια μου εμπεριέχουν διαμαρτυρία και σε προσωπικό και σε κοινωνικό επίπεδο».

Με αφορμή το συγκεκριμένο τραγούδι την ρωτήσαμε αν θέλει να μας πει δυο πράγματα για τον κόσμο της. «Ο δικός μου κόσμος είναι γεμάτος αντιθέσεις, έχει όλα τα χρώματα, είναι συμπεριληπτικός. Επιχειρώ ο κόσμος μου να συμπεριλαμβάνει όσο το δυνατόν περισσότερους άλλους κόσμους. Προσπαθώ να παίρνω πράγματα από τον κόσμο των άλλων για να ομορφαίνω τον δικό μου», μας είπε.

Πες μας δυο λόγια γενικά για τη μουσική

Η Νεφέλη βρίσκει πως η λαϊκή μουσική ενέχει το στοιχείο της διαμαρτυρίας, πως οι γυναίκες έχουν καταπιεστεί στο εργασιακό τους περιβάλλον και πως το ΚΑΜΙΑ ΜΟΝΗ είναι προσωπική υπόθεση όλων μας.

Για τη Νεφέλη λαϊκή μουσική «σημαίνει μουσική που τραγουδιέται απ’ τον λαό, μουσική που αφορά την πλειοψηφία και που οι περισσότεροι άνθρωποι ταυτίζονται. Άμα πιάσεις την ιστορία της τζαζ και της μπλουζ δεν είναι πολύ διαφορετικές, ήταν μουσικές που ήρθαν ως διαμαρτυρία, ως κίνηση αντίστασης από σκλάβους και άρχισε να τραγουδιέται όλο ένα και από περισσότερο, και ήταν μουσικές του απλού λαού». Η Νεφέλη αισθάνεται ιδιαίτερη άνεση όταν της αποδίδουν τον χαρακτηρισμό «λαϊκή τραγουδίστρια». Πιστεύει επίσης πώς ήρθε η ώρα να απενοχοποιήσουμε την λαϊκουριά απ’ όπου κι αν προέρχεται.

Για την ίδια μουσική σημαίνει επίσης διαμαρτυρία απέναντι στην έμφυλη καταπίεση. Θεωρεί πως οι θηλυκότητες έχουν καταπιεστεί γενικά, και ειδικά στον χώρο της μουσικής βιομηχανίας. «Βιωματικά θα σου πω πώς γυναικεία παρουσία στη μουσική μέχρι πριν από λίγα χρόνια σήμαινε παίρνω και μια γυναίκα για να τραβάει κόσμο. Θεωρώ ότι μπήκα μ’ αυτούς τους όρους στη μουσική. Η σκηνή ήταν ακόμα διαμορφωμένη βάσει μιας λογικής που ήθελε τις γυναίκες να λειτουργούν εξωραϊστικά. Έλεγε ο ιδιοκτήτης “θα φέρω και μια γυναίκα για να ναι πιο όμορφο το σχήμα”, αυτό το πράγμα εμένα μου στέρησε την ευκαιρία να σκεφτώ ότι εγώ μέσα σ’ αυτή τη δουλειά μπορώ να είμαι και να νιώθω ένα πιο δημιουργικό όν. Πλέον πρέπει οι θηλυκότητες να βγουν μπροστά και να πουν αυτά που έχουν να πουν. Το να καταφέρεις βέβαια να πείσεις τον εαυτό σου ότι μπορείς να κάνεις κάτι τέτοιο, απαιτεί να γίνει πάρα πολλή δουλειά και ψυχοθεραπεία».

Θεωρεί το «Καμία Μόνη» (στίχοι/μουσική: Σ. Γραμμένος) μια τέτοιου τύπου «προσπάθεια διαμαρτυρίας. Είναι σχόλιο, απόπειρα αφύπνισης και μια προσωπική προσπάθεια να μην ξεχαστούν οι γυναίκες που υπήρξαν θύματα γυναικοκτονιών, μια υπόσχεση πως θα τραγουδάω γι’ αυτές όσο μου δίνεται το βήμα, για όσο μπορώ».

Μίλησε μας για τη βία της κοινωνίας

«Για μένα η ζωή θολώνει κάθε φορά που ανακαλύπτω τη σκληράδα της, από απελπισία δηλαδή θολώνει το τζάμι και δεν μπορώ να δω τι έχει παρακάτω. Είναι σαν να δημιουργείται μια μαύρη τρύπα στο κεφάλι μου: “Έχουν πεθάνει 3.000 παιδιά στην Παλαιστίνη” και θολώνω. Και με τις γυναικοκτονίες το ίδιο», αναφέρει στο Antivirus.

Με αφορμή τη γυναικοκτονία/τρανσκτονία της Άννας Ιβάνκοβα αναφέρει: «Το να υψώνονται χέρια που αφαιρούν ζωές στις μέρες μας με μόνη αφορμή πώς η ζωή της απέναντι είναι κατώτερη εξαιτίας του φύλου της, είναι σοκαριστικό».

Με αφορμή τη δολοφονία του Ζακ και του Αντώνη Καρυώτη: «Σ’ αυτές τις δύο περιπτώσεις ο ένας είπε “νόμιζα πώς ήταν Πακιστανός” κι ο άλλος “νόμιζα πώς ήταν χρήστης”. Βλέπεις ένα κοινό. Οι δολοφόνοι τους θεώρησαν πώς με αυτή την απάνθρωπη και βίαιη πράξη θα επιβεβαίωναν την ανωτερότητά τους. Οι δολοφόνοι τους είδαν στο πρόσωπο του Ζακ και του Αντώνη, όλους τους πιο ευάλωτους, τους πιο αδύναμους, όλους εκείνους που θεωρούν κατώτερους, όλους εκείνους τους αδικημένους και ανυπεράσπιστους».

Πες μας δύο λόγια την γενιά των 30

Η Νεφέλη βρίσκει πώς η κατάθλιψη και το άγχος είναι βασικά χαρακτηριστικά της καταπιεσμένης γενιάς των 30. «Η γενιά μας νομίζω χαρακτηρίζεται κατά βάση από μια θλίψη, και μια κάποια δόση απελπισίας. Ίσως και οργή αδιοχέτευτη. Δεν νομίζω πως έχουμε καταφέρει να διοχετεύσουμε κάπου την οργή μας. Συνήθως την μετατρέπουμε σε αυτοάνοσα». Παρατηρεί επίσης ένα σχετικό κουσούρι, από κείνα που μας άφησε ο covid: «Όλοι ψάχναμε συμπτώματα την περίοδο του κορονοϊού. Προσωπικά πιστεύω πως είναι στη φύση μας αυτό. Πάντα ψάχνουμε να βρούμε τι μας φταίει, να εντοπίσουμε ένα σύμπτωμα. Μετρώντας τα συμπτώματά μου προσπαθώ να δικαιολογήσω όλα τα άσχημα που μου συμβαίνουνε. Νομίζω λοιπόν πως αυτό είναι πανανθρώπινο PTSD, που έγινε πολύ πιο έντονο κατά τον κορονοϊό και προβλέπω να μας μένει για καιρό».

Η Νεφέλη προτείνει να πάψουμε να ψάχνουμε συμπτώματα και να διαμαρτυρόμαστε όταν αισθανόμαστε καταπίεση, να ερωτευόμαστε και να ακούμε μουσική. Τραγουδά σήμερα και στις 23 Νοέμβρη στον Σταυρό του Νότου.