Φωτογραφία: Panos Giannakopoulos

Η Εύη Καλογηροπούλου για τη φεμινιστική οργή, την αντίσταση και την κουήρ αλληλεγγύη

Σε ένα δυστοπικό πατριαρχικό μέλλον – ή και παρόν – όπου η κοινωνία είναι μολυσμένη τόσο περιβαντολλογικά όσο και ιδεολογικά, μια κουήρ γυναίκα υπάρχει, διεκδικεί και αγωνίζεται. Το «Gorgonà» μετατρέπει τον θυμό σε φεμινιστική αντίσταση και την κουήρ (συν)ύπαρξη και σχέση σε μια πολιτική πράξη και ένα καταφύγιο. Η σκηνοθέτρια, Εύη Καλογηροπούλου, μας μιλάει για την έμπνευση πίσω από την ταινία, τη γυναικεία εκπροσώπηση στον ελληνικό κινηματογράφο και για μια «εκδίκηση εμποτισμένη με φεμινιστική μανία».

Το «Gorgonà» είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της Εύης Καλογηροπούλου και έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της στην Εβδομάδα Κριτικής του 82ο Φεστιβάλ  Κινηματογράφου της Βενετίας και την πρώτη της προβολή επί ελληνικού εδάφους, ως μέρος του Διεθνούς Διαγωνιστικού Προγράμματος του 66ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.

Τρομακτικά επίκαιρο, πολιτικό, έμφυλο και αναπολογητικά κουήρ, το «Gorgonà» μας προκαλεί να σκεφτούμε, αλλά κυρίως να αντισταθούμε. Από σήμερα στους κινηματογράφους!

Η πρώτη ερώτηση που θα ήθελα να σου κάνω είναι σχετικά με το πόσο προσωπική είναι αυτή η ταινία για εσένα;

Οποιαδήποτε πρώτη ταινία ενός δημιουργού —και ειδικά μιας γυναίκας, μια πρώτη μεγάλου μήκους που έχει γίνει μέσα από πολλές δυσκολίες, και μάλιστα μια genre ταινία— είναι πολύ προσωπική. Έχει μέσα πολλά στοιχεία μου, τα οποία δεν είναι προφανή σε πρώτο επίπεδο. Δεν είναι άμεσες αποτυπώσεις της προσωπικής μου ζωής, αλλά ναι, υπάρχουν πάρα πολλά στοιχεία. Και οι δύο χαρακτήρες των κοριτσιών έχουν στοιχεία από μένα, πάντα μέσα στη λογική της μυθοπλασίας.

Πώς ξεκίνησε η ιδέα του «Gorgonà»;

Έμενα στην Ελευσίνα για 2-3 μήνες, σε art residency το 2020, όταν έκανα το Motorway 65, την πρώτη μου μικρού μήκους. Είχα, λοιπόν, πολύ χρόνο για παρατήρηση. Έκανα βόλτες μόνη μου με το αυτοκίνητο και η περιοχή μου φάνηκε πολύ ιδιαίτερη — είχε μια έντονη ποιητικότητα, ήταν πολυεπίπεδη, με έντονο βιομηχανικό τοπίο.

Σκεφτόμουν συνεχώς πώς θα ήταν να ζουν δύο γυναίκες μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον, σε ένα σύμπαν μυθοπλασίας. Έβλεπα τα διυλιστήρια και μπροστά ανθρώπους να κάθονται και να τα κοιτάζουν — ζευγάρια μέσα σε αυτοκίνητα, σαν να παρακολουθούν σινεμά. Μου φαινόταν σαν μια πόλη-σκηνικό. Έλεγα: «Είναι σαν έτοιμο σετ για μια ταινία που θα ήθελα να κάνω».

Παρότι η ταινία διαδραματίζεται σε έναν δυστοπικό κόσμο, πολλά στοιχεία μοιάζουν οικεία. Είναι ένας τρόπος να σχολιάσεις πολιτικά το παρόν;

Η ταινία γυρίστηκε πριν από δύο χρόνια και το σενάριο γράφτηκε ακόμα νωρίτερα. Φυσικά επηρεάζομαι από όσα συμβαίνουν πολιτικά — και ήδη τότε φαινόταν προς τα πού κατευθύνονται τα πράγματα.

Υπάρχει μια συγκυρία: μιλάμε για πετρέλαιο, για πολέμους. Όλα αυτά είναι δυστυχώς πολύ οικεία. Δεν είναι μακριά από εμάς το να ανταλλάσσονται ανθρώπινες ζωές για πετρέλαιο — έστω και ως υπερβολή. Είναι μια συνθήκη που βιώνουμε καθημερινά, και τη βλέπουμε να εκτυλίσσεται δίπλα μας, ενώ η ταινία μέσα από την αλληγορία επιδιώκει να αναδείξει αυτά τα νοήματα.

Η ταινία κινείται ανάμεσα στη δυστοπία, το μεταφυσικό και την επιστημονική φαντασία. Για μια κουήρ γυναίκα, η επιβίωση και η ηγεσία σε έναν τόσο ανδροκρατούμενο χώρο είναι ήδη μια μορφή επιστημονικής φαντασίας;

Η πραγματικότητα επιβεβαιώνει ότι, σε μεγάλο βαθμό, ναι. Θα μπορούσε να ανήκει σε όλα αυτά τα είδη — μεταφυσικό, δυστοπία, science fiction.

Ταυτόχρονα, θεωρώ ότι αυτό θα αλλάξει. Υπάρχει ανάγκη, και η ανάγκη προκύπτει από την ίδια την πραγματικότητα. Σήμερα υπάρχουν ελάχιστες γυναίκες σε ηγετικές θέσεις. Άρα ναι, μοιάζει με επιστημονική φαντασία — αλλά είναι κάτι που πιστεύω ότι θα δούμε να αλλάζει.

Η πρωταγωνίστρια δεν έχει «ανοσία» στην πατριαρχική τοξικότητα. Πώς το σκέφτηκες;

Δεν έχει ανοσία, γιατί όταν μεγαλώνεις μέσα σε ένα σύστημα —ακόμα κι αν είναι πλήρως ανδροκρατούμενο, στρατιωτικοποιημένο, macho— κάποια στιγμή δεν καταλαβαίνεις και πνίγεσαι.

Επίσης δεν είναι μόνη της, υπάρχουν και άλλες γυναίκες γύρω της που και αυτές αντιδρούν. Κάποια στιγμή συνειδητοποιεί ότι αυτό που βιώνει δεν είναι σωστό και δεν αντέχεται. Και αυτό δεν ισχύει μόνο για τις γυναίκες — ούτε οι άντρες δεν θα την “πάλευαν” σε ένα τέτοιο περιβάλλον.

Η σχέση των δύο γυναικών λειτουργεί ως καταφύγιο ή ως πολιτική πράξη αντίστασης;

Και τα δύο. Είναι και οι δύο outsiders — γυναίκες εκτός συστήματος. Η μία βρίσκει στην άλλη κάτι από τον εαυτό της.

Το φύλο είναι σημαντικό, αλλά εξίσου σημαντική είναι και η κοινωνική τους θέση. Αυτά τα στοιχεία τις φέρνουν κοντά. Είναι δύο άνθρωποι που προσπαθούν να επιβιώσουν, και μέσα από αυτό γεννιούνται ο έρωτας, η αγάπη και η αλληλεγγύη.

Η απεικόνιση του κουήρ σεξ είναι άμεση. Είναι πιο εύκολο στο σινεμά απ’ ό,τι στην τηλεόραση;

Ναι, σίγουρα είναι πιο εύκολο στο σινεμά. Δεν έχω δουλέψει στην τηλεόραση, αλλά από όσα ακούω, υπάρχει ακόμα λογοκρισία — έχουν κοπεί μέχρι και φιλιά, κάτι που μου φαίνεται αδιανόητο.

Θα ήθελα να βλέπω περισσότερες ερωτικές σκηνές στο σινεμά — ανεξαρτήτως φύλου ή ταυτότητας. Ειδικά από γυναίκες δημιουργούς, λείπει πολύ αυτό. Σαν να μην επιτρέπεται να εκφράζουμε την επιθυμία. Όμως το σεξ είναι μέρος της ζωής, όπως και το φαγητό.

Έχεις περιγράψει την ταινία ως «εκδίκηση εμποτισμένη με φεμινιστική μανία». Πώς αντιλαμβάνεσαιτον θυμό;

Συχνά αποδίδεται στις γυναίκες ένας θυμός ή μια οργή. Εγώ δεν αισθάνομαι έτσι. Περιγράφω μια πραγματικότητα.

Όταν μιλάω για την έλλειψη εκπροσώπησης των γυναικών, δεν είναι προσωπική άποψη — είναι δεδομένα. Ίσως ο τρόπος που μιλάω ή που κάνω σινεμά είναι πιο άμεσος.

Υπάρχει όμως θυμός για όσα συμβαίνουν γύρω μας όπως ο πόλεμος, οι γενοκτονίες και οι ανισότητες.

Υπάρχει χώρος για ελπίδα; Μπορεί το κουήρ σινεμά να φανταστεί έναν άλλο κόσμο;

Ναι, πιστεύω πως υπάρχει χώρος για ελπίδα. Πολλές κουήρ ταινίες, ακόμα και οι πιο δραματικές, περιέχουν ελπίδα μέσα από τη στοργή και την αγάπη.

Ακόμα και μέσα σε δύσκολες συνθήκες, θεωρώ ότι είναι σημαντικό να διατηρούμε αυτή τη δυνατότητα να φανταζόμαστε κάτι διαφορετικό.

Για παράδειγμα, η Στρέλλα του Πάνου Κούτρα είναι μια ταινία που “εκπαίδευσε” την εγχωρία σκηνή. Ήταν σταθμός και ήταν μια αισιόδοξη, φωτεινή και λυτρωτική ταινία.

To Shortbus του John Cameron Mitchell είναι αισιόδοξη ταινία είναι η γιορτή της ανθρώπινης σύνδεσης,χρησιμοποιεί το σεξ ως μέσο για την εξερεύνηση των ανθρώπινων συναισθημάτων και  της οικειότητας και παρουσιάζεται ως ένας ασφαλής, ουτοπικός χώρος.

Το Portrait of a Lady on Fire (Céline Sciamma, 2019) είναι μια συγκινητικά δυνατή και τελικά ενθαρρυντική ταινία, μιας και τοποθετεί έναν απαγορευμένο έρωτα ως μόνιμη, μεταμορφωτική ανάμνηση.

Τι θα ήθελες να γνωρίζει ο κόσμος για σένα;

Έχω γνωρίσει τον Bruce LaBruce και θα ήθελα να γνωρίσω την Cher και την Billy Holliday.

Πάρτε μέρος στον διαγωνισμό για τις διπλές προσκλήσεις πατώντας εδώ.

Ανδρομάχη Κουτσουλέντη

Ανδρομάχη Κουτσουλέντη

Παραλίγο να με λένε Αστραδενή, οπότε χαίρομαι με το Ανδρομάχη. Μου αρέσει πολύ να διαβάζω ό,τι έχει σχέση με φύλο, σεξουαλικότητα και φεμινισμό. Οι έρωτες της ζωής μου είναι τετράποδοι και τριχωτοί, και κοινώς αποκαλούνται γάτες.




Δες και αυτό!