Τι συμβαίνει όταν ο κουήρ πολιτικός λόγος συναντά τη stand – up κωμωδία και πώς μπορεί η κοινωνική μας ύπαρξη να ξεπεράσει την (επιβεβλημένη) εμμονή για δίπολα και στερεότυπα;
Το ALOK είναι ένα διεθνώς αναγνωρισμένο (και πολύ αγαπημένο σε πολλά από εμάς) άτομο στην ποίηση, την stand-up κωμωδία και με δυνατή παρουσία στις δημόσιες ομιλίες τη σύγχρονη καλλιτεχνική και κοινωνική σκηνή. Τα λογοτεχνικά έργα του, “Beyond the Gender Binary”, “Femme in Public” και “Your Wound, My Garden”, έχουν γνωρίσει παγκόσμια αναγνώριση, αναδεικνύοντας τη μοναδική φωνή του σε θέματα ταυτότητας, φύλου και κοινωνικής έκφρασης, ενώ το ίδιο έχει εμφανιστεί σε περισσότερες από 40 χώρες, με sold-out παραστάσεις σε κορυφαία φεστιβάλ, όπως το Edinburgh Fringe Festival και το Netflix Is A Joke Festival.
Λίγο πριν την επίσκεψή του στην Ελλάδα, όπου θα εμφανιστεί για ένα μοναδικό κουήρ περφόρμανς στο ARCH (26/05), το ALOK συζητά μαζί μας δίνοντας τις δικές του απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα (και όχι μόνο).
Πώς αντιλαμβάνεσαι σήμερα τη σχέση μεταξύ κουήρ ταυτότητας και παγκόσμιας πολιτικής;
Σε δύσκολους καιρούς, ο κόσμος αποκτά ξαφνικά μια αδυναμία στις ευθείες γραμμές. Ο πόλεμος, η αναταραχή και το ψυχρό ρεύμα αυταρχισμού πιέζουν την ανθρωπότητα σε πιο στενά σχήματα — τακτοποιημένα, ευανάγνωστα, υπάκουα. Το φύλο και η σεξουαλικότητα επιστρατεύονται ως σύμβολα τάξης. Υπάρχει μια οικεία χορογραφία σ’ αυτό: μια σκλήρυνση των κανόνων, άνοδος της βίας απέναντι σε όσ@ δεν χωράνε, και μια γενικότερη απαίτηση όλοι να παίξουν έναν πιο παραδοσιακό ρόλο. Δεν έχει να κάνει τόσο με την ηθική, όσο με την ψευδαίσθηση της σταθερότητας — ένας πανικός μεταμφιεσμένος σε αρχή.
Γι’ αυτό ποτέ δεν με έπεισε ο όρος «ΛΟΑΤΚΙ ζητήματα». Δεν είναι περιθωριακές ανησυχίες ή διακοσμητικά στοιχεία στην πολιτική. Είναι βαρόμετρα. Όταν οι κουήρ ζωές περιορίζονται, αυτό συνήθως σημαίνει πως οι ελευθερίες όλων επαναδιαπραγματεύονται σιωπηλά προς τα κάτω. Τα περιθώρια, όπως πάντα, είναι απλώς το σημείο όπου το κέντρο αποκαλύπτει πιο καθαρά τον εαυτό του.

Εν μέσω συνεχόμενων επιθέσεων στα τρανς δικαιώματα, γενοκτονιών και οπισθοδρόμησης στα αναπαραγωγικά δικαιώματα, πώς μπορούμε να απαντήσουμε συλλογικά;
Το πρώτο καθήκον είναι να αντισταθούμε στη σιωπηλή διάβρωση του συναισθήματος. Αυτές οι στιγμές μάς ζητούν να μουδιάσουμε, να αντιμετωπίσουμε το εξαιρετικό ως συνηθισμένο, να καταχωρίσουμε τον πόνο ως ακόμη έναν τίτλο είδησης. Δεν μπορούμε να το επιτρέψουμε. Η ενσυναίσθηση δεν είναι πολυτέλεια, είναι πρακτική. Αλλά η αντίδραση δεν μπορεί να ζει μόνο από την αγανάκτηση. Η καταδίκη είναι απαραίτητη, ναι — αλλά δεν αρκεί. Πρέπει να γίνουμε επιμελητ@ αυτού που παραμένει φωτεινό. Να επιμείνουμε στη στοργή, στην αλληλεγγύη, στο πεισματάρικο γεγονός ότι οι άνθρωποι μπορούν να νοιάζονται, να δημιουργούν ομορφιά, να επανορθώνουν. Αυτό που βλέπουμε, ταυτόχρονα σε πολλά μέρη, είναι μια προσπάθεια να πουληθεί ένα όραμα ζωής περίεργα εχθρικό προς την ίδια τη ζωή. Πιο στενό, πιο σκληρό, λιγότερο συγχωρητικό. Η απάντηση δεν μπορεί να είναι μόνο αρνητική αντίσταση. Πρέπει να είναι μια προσφορά: μια ανταγωνιστική φαντασία ξεκάθαρα υπέρ του ανθρώπου και υπέρ της γης. Συλλογικά, αυτό σημαίνει να αρνηθούμε τόσο την απελπισία όσο και την αμνησία. Να μένουμε ξάγρυπνα, το ένα για το άλλο. Να χτίζουμε, με όποιον τρόπο μπορούμε, έναν κόσμο που επιμένει να είναι πιο βιώσιμος από αυτόν που μας προτείνουν.
Μπορεί το κουήρ χιούμορ να λειτουργήσει ως εργαλείο αντίστασης σε έναν κόσμο που γίνεται όλο και πιο εχθρικός προς τα ΛΟΑΤΚΙ+ δικαιώματα;
Το κουήρ χιούμορ υπήρξε ανέκαθεν λιγότερο μηχανισμός επιβίωσης και περισσότερο μια μορφή επαναστατικής ευφυΐας. Είναι μία από τις πιο κομψές τεχνολογίες που διαθέτουμε, ακονισμένη μέσα από γενιές ανθρώπων που χρειάστηκαν να επιβιώσουν το παράλογο χωρίς να χάσουν το στυλ τους. Στην καλύτερή του στιγμή, πραγματοποιεί μια σιωπηλή ανατροπή. Μας θυμίζει ότι δεν είμαστε εμείς το αστείο επειδή υπάρχουμε. Η πραγματική γελοιότητα βρίσκεται στις περίπλοκες φαντασιώσεις που κατασκευάστηκαν για να αστυνομεύουν αυτή την ύπαρξη — στα κατασκευασμένα προβλήματα που αποσπούν από τα πραγματικά. Το χιούμορ δεν αρνείται τη σοβαρότητα της κατάστασης, απλώς αρνείται να χαρίσει σε ανοησίες τη σοβαροφάνειά της. Το γέλιο είναι στρατηγικό. Ξαναοργανώνει την πραγματικότητα όσο χρειάζεται για να φανερώσει τις ραφές της. Και έτσι διασώζει κάτι ουσιώδες: την αυτοκυριαρχία, τη χαρά, την αίσθηση του μέτρου. Αυτά δεν είναι ασήμαντα. Είναι αυτά που δίνουν στα κινήματα αντοχή και τη δυνατότητα να επιβιώνουν πέρα από την άμεση φλόγα της αγανάκτησης και να φτάνουν στο μακρύ, υπομονετικό έργο της αλλαγής.
Πιστεύεις ότι η έννοια του “queer” έχει αρχίσει να εμπορευματοποιείται ή να γίνεται τάση στη mainstream κουλτούρα;
Ένα-δύο χρόνια πριν, ίσως να το λάμβανα σοβαρά ως ενδεχόμενο — ότι το queer κινούνταν προς το απαλό, θολό τοπίο της τάσης και της εύπεπτης εμπορευματοποίησης. Υπήρχε αυτή η λάμψη, η υποψία αποδοχής ή έστω εμπορικότητας. Τα πρόσφατα γεγονότα, όμως, το ξεκαθάρισαν βίαια. Όποιες χειρονομίες συμπερίληψης και να υπάρχουν, είναι λεπτές, υπό όρους, και ανακαλούνται εύκολα. Μας υπενθυμίζεται συχνά ότι η ευρύτερη δομή παραμένει πεισματικά — και συχνά επιθετικά — εχθρική.

Σε ποιο βαθμό πιστεύεις ότι τα αποικιοκρατικά πρότυπα ομορφιάς δεν επέβαλαν μόνο συγκεκριμένες αισθητικές νόρμες, αλλά και μια δυαδική κατανόηση του φύλου;
Δεν είναι θέμα άποψης αλλά καταγεγραμμένης ιστορίας. Τα αποικιακά εγχειρήματα δεν αναχάραξαν μόνο χάρτες, αναδιοργάνωσαν το σώμα. Ανέδειξαν συγκεκριμένες αισθητικές και έμφυλες μορφές ως φυσικές, πολιτισμένες, αναπόφευκτες. Ό,τι δεν ταίριαζε χαρακτηριζόταν αφύσικο, αναλώσιμο ή προς διόρθωση. Και αυτό δεν ήταν μεταφορά. Ιθαγενείς λαοί ντροπιάστηκαν, τιμωρήθηκαν ή σκοτώθηκαν επειδή αρνήθηκαν να συμμορφωθούν με αυτά τα επιβεβλημένα φύλα. Το φύλο έγινε εργαλείο διακυβέρνησης — ένας τρόπος ταξινόμησης, ελέγχου και ιεράρχησης της ζωής. Αυτό που παραμένει είναι η αμνησία. Η αποικιοκρατία έχει το ταλέντο να σβήνει τον δικό της σκελετό. Οι νόρμες μένουν, η βία που τις δημιούργησε θολώνεται, αφήνοντάς μας να τις κληρονομούμε ως δήθεν φυσικές και αποκομμένες από τις φυλετικές και ιστορικές ρίζες τους.
Με βάση τη δική σου εμπειρία, τι σημαίνει πρακτικά να αποδομεί κανείς αυτές τις νόρμες;
Στην πράξη, μοιάζει εκπληκτικά με χαρά. Μια άρνηση να ζει κανείς αποκλειστικά στο πεδίο της υποχρέωσης, να οργανώνει τη ζωή σύμφωνα με το τι «πρέπει» αντί για το τι θα μπορούσε να γίνει. Υπάρχει δύναμη στην απόλαυση, στο να παίρνει κανείς τις επιθυμίες του στα σοβαρά, στο να επιτρέπει στην έκφραση να ξεπερνά την επιταγή. Δεν είναι επιπολαιότητα. Είναι τρόπος χαλάρωσης της λαβής των κληρονομημένων σεναρίων. Τρόπος άρνησης ενός ρόλου που γράφτηκε χωρίς τη συναίνεσή σου. Η αποδόμηση είναι, εν μέρει, μια πράξη συγγραφής: να δώσει κανείς μορφή στο δικό του αίσθημα του ωραίου, να το αντιμετωπίσει όχι ως κληρονομημένο αλλά ως κάτι που δημιουργείται, αναθεωρείται και κατοικείται.
Η μη συμμόρφωση με το δυαδικό φύλο είναι και ένας τρόπος αποαποικιοποίησης (decolonize) του εαυτού και της επιθυμίας;
Ναι, εν μέρει. Η απόρριψη του έμφυλου δυάδικου μπορεί να είναι ένας τρόπος χαλάρωσης της αποικιακής σύμβασης, μια μικρή αλλά σημαντική πράξη επαναπροσανατολισμού του εαυτού προς κάτι λιγότερο προκαθορισμένο και περισσότερο αυτοπροσδιορισμένο. Έχει αληθινή δύναμη το να γεννά κανείς τον εαυτό του έξω από αυτό που του επιβλήθηκε. Αλλά φοβάμαι πόσο γρήγορα αυτή η ιδέα γίνεται υπερβολικά ατομικιστική — λες και η προσωπική «αφύπνιση» μπορεί να υποκαταστήσει ιστορικές και συνεχιζόμενες συλλογικές πραγματικότητες. Όπως υπενθυμίζουν οι Eve Tuck και K. Wayne Yang στο κείμενό τους Decolonization is not a metaphor, η αποαποικιοποίηση δεν είναι μεταφορά. Δεν είναι συναίσθημα ή προσωπική διαύγεια. Είναι υλική, συλλογική και άρρηκτα συνδεδεμένη με τη γη, την κυριαρχία και την αυτοδιάθεση των αυτοχθόνων λαών.
ΤΡΙΤΗ 26 ΜΑΙΟΥ – ARCH CLUB (Κρήτης 1 & Πέτρου Ράλλη 29, Αθήνα)
περισσότερες πληροφορίες εδώ
Kείμενο: Βασίλης Θανόπουλος & Ανδρομάχη Κουτσουλέντη





