Η ασφάλεια των τρανς προσώπων, δεν αποτελεί κοινωνικό αίτημα ηθικού χαρακτήρα, ούτε ζήτημα της όποιας «ανοχής».
γράφει η Άννα Απέργη*
Αντιθέτως, συνιστά πυρηνική υποχρέωση του κράτους δικαίου, η οποία είναι άμεσα συνδεδεμένη με την αρχή της ισότητας, την απαγόρευση των διακρίσεων και την αποτελεσματική προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Υπό αυτή τη θεώρηση, η απάντηση στο ερώτημα εαν τα τρανς άτομα μπορούν σήμερα να νιώθουν ασφαλή στην Ελλάδα, είναι πως όχι.
Η έννοια της νομικής ασφάλειας προϋποθέτει προβλεψιμότητα των κανόνων, καθολική ανεμπόδιστη πρόσβαση στα δικαιώματα και ουσιαστική εφαρμογή του νομοθετικού πλαισίου. Το ισχύον ελληνικό νομικό πλαίσιο για τη νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου (Ν.4491/2017), παρά τον μεταρρυθμιστικό του χαρακτήρα, εξακολουθεί να ενσωματώνει δομικές ασυμβατότητες με το ευρωπαϊκό δίκαιο ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η διαδικασία εξακολουθεί και παραμένει δικαστική, υπάρχει έμμεση αξιολόγηση της ταυτότητας φύλου η οποία γίνεται από κρατικά όργανα, υπάρχουν ηλικιακοί περιορισμοί, αποκλείονται τα μη δυαδικά άτομα, εξαιρούνται της διαδικασίας τα τρανς άτομα με προσφυγικό προφίλ και γενικότερα δεν βασίζεται καθαρά στον αυτοπροσδιοριμό του προσώπου. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει επανειλημμένα κρίνει ότι η ταυτότητα φύλου εμπίπτει στον πυρήνα του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ[1]. Ειδικότερα, το ΕΔΔΑ έχει απορρίψει ρητά κάθε απαίτηση ιατρικής ή ψυχιατρικής «απόδειξης» ως προϋπόθεση νομικής αναγνώρισης, κρίνοντας ότι τέτοιες απαιτήσεις παραβιάζουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την ιδιωτική ζωή.
Παράλληλα, σε υποθέσεις όπως η X και Y κατά Ρουμανίας (2021), το Δικαστήριο τόνισε ότι η αδικαιολόγητη καθυστέρηση ή η πρακτική αδυναμία πρόσβασης στη νομική αναγνώριση συνιστά παραβίαση της ΕΣΔΑ. Το ελληνικό σύστημα, με τη γραφειοκρατική και δικαστικοκεντρική του φύση, εξακολουθεί να παράγει αντίστοιχα αποτελέσματα ανασφάλειας. Η ανασφάλεια αυτή δεν περιορίζεται στη σφαίρα της ταυτότητας, αλλά επεκτείνεται σε όλους τους τομείς όπως στην εργασία, στην υγεία, στην εκπαίδευση, παντού. Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει αναγνωρίσει ότι οι διακρίσεις λόγω ταυτότητας φύλου εμπίπτουν στην έννοια της διάκρισης λόγω φύλου[2]. Παρά τη σαφή αυτή νομολογία, η εφαρμογή της αρχής αυτής στην Ελλάδα παραμένει αποσπασματική, με ανεπαρκείς μηχανισμούς πρόληψης και καταστολής των διακρίσεων. Με λίγα λόγια, παρότι υπάρχει στη χώρα μας ο Ν.4443/2016 της ίσης μεταχείρισης, αυτός δεν εφαρμόζεται ρητά στην πράξη, με αποτέλεσμα η ίση μεταχείριση για τα τρανς πρόσωπα να παραμένει ένα κενό γράμμα.
Επίσης, που έρχονται στο φως, αποτυπώνουν μια πραγματικότητα επαναλαμβανόμενης τρανσφοβικής βίας, η οποία σπανίως οδηγεί σε ουσιαστική ποινική ή διοικητική λογοδοσία. Η αποτυχία του κράτους να διερευνά αποτελεσματικά εγκλήματα μίσους αντίκειται στη νομολογία του ΕΔΔΑ περί θετικής υποχρέωσης προστασίας[3].
Η πολιτική ευθύνη δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από το θεσμικό αποτέλεσμα, ιδίως όταν πρόκειται για ομάδες που τελούν υπό αυξημένη ευαλωτότητα και ιστορική στοχοποίηση. Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, επιλέγει συστηματικά να προβάλλει διεθνώς ένα «φιλελεύθερο» και «δικαιωματικό» προσωπείο, χωρίς όμως να το συνοδεύει με δεσμευτικές, συνεκτικές και αποτελεσματικές εθνικές πολιτικές για τα ΛΟΑΤΚΙ+ δικαιώματα. Η απουσία μίας επικαιροποιημένης και ολοκληρωμένης Εθνικής Στρατηγικής, με σαφείς δείκτες εφαρμογής, χρονοδιαγράμματα και πραγματικούς μηχανισμούς λογοδοσίας, συνιστά ξεκάθαρα μία θεσμική αποτυχία προστασίας.
Η αποτυχία αυτή αποκτά χαρακτήρα παραβίασης των θετικών υποχρεώσεων του κράτους, όπως αυτές απορρέουν από το άρθρο 14 της ΕΣΔΑ, σε συνδυασμό με το άρθρο 8. Σύμφωνα με παγία νομολογία του ΕΔΔΑ, τα κράτη δεν υποχρεούνται μόνο να απέχουν από διακριτικές πρακτικές, αλλά και να λαμβάνουν ενεργά μέτρα για την πρόληψη, αποτροπή και αποδοκιμασία διακρίσεων, ιδίως όταν αυτές εκδηλώνονται μέσω δημόσιου λόγου που στοχοποιεί μειονοτικές ομάδες[4].
Η κυβερνητική ευθύνη εντείνεται όταν ο ίδιος ο πολιτικός λόγος της εκτελεστικής εξουσίας συμβάλλει στην κανονικοποίηση αποκλειστικών αφηγήσεων. Η δημόσια αναφορά του ΠΘ στην ύπαρξη «δύο φύλων», τοποθέτηση που ακολούθησε χρονικά αντίστοιχες δηλώσεις του Τραμπ, δεν μπορεί να εκληφθεί ως ουδέτερη ή άνευ συνεπειών. Αντιθέτως, συνιστά πολιτική δήλωση με κανονιστικό φορτίο, η οποία έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το ευρωπαϊκό δίκαιο ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τη σύγχρονη επιστημονική γνώση και τη νομολογία του ΕΔΔΑ περί σεβασμού της ταυτότητας φύλου ως στοιχείου της ιδιωτικής ζωής (άρθρο 8 ΕΣΔΑ).
Περαιτέρω, η συστηματική απουσία ρητής, δημόσιας και θεσμικής αποδοκιμασίας τρανσφοβικού και ομοφοβικού λόγου από βουλευτές και στελέχη του κυβερνώντος κόμματος επιτείνει το πρόβλημα. Δηλώσεις απαξιωτικού ή στοχοποιητικού χαρακτήρα κατά των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων, όπως εκείνες γνωστής ευρωβουλεύτριας της παράταξης, δεν μπορούν να αποσυνδεθούν από τη θετική υποχρέωση του κράτους να προστατεύει τα άτομα από διακρίσεις και ρητορικές μίσους. Η ανοχή τέτοιων παρεμβάσεων συνιστά παθητική συνενοχή και παραβίαση της υποχρέωσης του κράτους να διασφαλίζει ένα δημόσιο περιβάλλον απαλλαγμένο από διακριτικές και στιγματιστικές πρακτικές.
Κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ, όταν ο δημόσιος λόγος της εξουσίας ενισχύει ή δεν αποδοκιμάζει επαρκώς αφηγήσεις αποκλεισμού, το κράτος αποτυγχάνει να εκπληρώσει τις θετικές του υποχρεώσεις και δημιουργεί συνθήκες θεσμικής ανασφάλειας για τις στοχοποιούμενες ομάδες. Η ισότητα, υπό αυτή την έννοια, δεν παραβιάζεται μόνο με πράξεις αλλά και με παραλείψεις. Και στην περίπτωση των τρανς και γενικότερα των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων στην Ελλάδα, οι παραλείψεις αυτές έχουν καταστεί συστημικές.
Το ζήτημα αποκτά διεθνή διάσταση υπό το φως των εξελίξεων στις ΗΠΑ. Η επάνοδος του Ντόναλντ Τραμπ συνοδεύεται από πολιτικές που περιορίζουν συστηματικά τα τρανς δικαιώματα. Οι εξελίξεις αυτές λειτουργούν ως αρνητικό κανονιστικό προηγούμενο, ενισχύοντας τη διεθνή τάση επαναπολιτικοποίησης των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Συνεπώς, το συμπέρασμα είναι αναπόφευκτο. Όσο η ταυτότητα φύλου παραμένει αντικείμενο κρατικού ελέγχου και πολιτικής διαπραγμάτευσης, τα τρανς άτομα δεν μπορούν να νιώθουν και να είναι ασφαλή. Η ασφάλεια ξέρετε πέραν των άλλων, είναι και νομικό αποτέλεσμα. Και αυτό το αποτέλεσμα προϋποθέτει πλήρη δικαιώματα στον αυτοπροσδιορισμό, αποτελεσματική προστασία από τις διακρίσεις και πολιτική βούληση συμβατή με το ευρωπαϊκό κεκτημένο.
Σε αυτές τις συνθήκες, η ασφάλεια των τρανς προσώπων δεν αποτελεί εγγύηση της δημοκρατίας, αλλά κριτήριο της ανεπάρκειάς της!
[1](βλ. Goodwin κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 2002· A.P., Garçon και Nicot κατά Γαλλίας, 2017)
[2] (βλ. υπόθεση P v S and Cornwall County Council, C-13/94)
[3] (βλ. Identoba κ.ά. κατά Γεωργίας, 2015)
[4] (βλ. Identoba κ.ά. κατά Γεωργίας, 2015)
*Η Άννα Απέργη είναι Ειδική Σύμβουλος/Εκπαιδεύτρια θεμάτων: DEI-ΛΟΑΤΚΙ+-Κοινωνική Βιωσιμότητα στον Επιχειρηματικό Κόσμο









