Έξι (κακοποιητικοί) μύθοι για τις τρανς αθλήτριες

16/01/2026
από
Οι τρανς αθλήτριες βρίσκονται στο επίκεντρο συνεχώς και μαζί τους αρκετοί μύθοι που κάποιοι χρησιμοποιούν για να δικαιολογήσουν τον αποκλεισμό τους από τον αθλητισμό.

Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ ξεκίνησε την εξέταση του συγκεκριμένου ζητήματος μέσα από δύο υποθέσεις που θα μπορούσαν να καθορίσουν τη νομιμότητα των νόμων που απαγορεύουν στα τρανς άτομα να συμμετέχουν σε αθλητικές διοργανώσεις.

Τα επιχειρήματα υπέρ του αποκλεισμού, ωστόσο, βασίζονται σε μύθους γύρω από τη φυσική ικανότητα στον αθλητισμό.

Παρακάτω μερικά από τους πιο κοινούς μύθους που χρησιμοποιούνται για τη νομιμοποίηση του αποκλεισμού των τρανς γυναικών από τον γυναικείο αθλητισμό, και το γιατί πρόκειται για ανοησίες:

«Οι ομάδες είναι διαχωρισμένες με βάση το βιολογικό φύλο επειδή τα αγόρια είναι καλύτερα στον αθλητισμό από ότι είναι τα κορίτσια»

Αυτό είναι ψευδές για πολλούς λόγους και είναι βασισμένο στις υποκείμενες μισογυνιστικές αντιλήψεις για τις γυναίκες που χρονολογούνται από τη δεκαετία του 1830.

Αν και οι καταγεγραμμένες αναφορές σε αθλήματα με έμφυλο διαχωρισμό χρονολογούνται από την Αρχαία Ελλάδα, οι γυναίκες σπάνια είχαν το δικαίωμα να ασχολούνται με τον αθλητισμό τον 19ο αιώνα, λόγω των μισογυνιστικών αντιλήψεων που τις θεωρούσαν εγγενώς αδύναμες και ανίσχυρες, σύμφωνα με το Goal Five.

Τελικά, στις γυναίκες της ανώτερης τάξης επιτράπηκε να παίζουν τένις και γκολφ σε τοπικά κλαμπ και, μέχρι την αλλαγή του αιώνα, οι γυναίκες αγωνίστηκαν σταδιακά για το δικαίωμά τους να αγωνίζονται. Στις αρχές του 1900, πολλοί ρυθμιστικοί φορείς εισήγαγαν κατηγορίες μόνο για γυναίκες, λόγω παραπόνων ότι «εισέβαλαν» στους χώρους των ανδρών.

Έτσι, ο διαχωρισμός των φύλων έγινε ο κανόνας στον κόσμο του αθλητισμού και από τότε επιμένει εν μέρει λόγω παράδοσης, αλλά και για να δοθούν ευκαιρίες τόσο στις γυναίκες όσο και στους άνδρες αθλητές. Όχι λόγω «βιολογικών» πλεονεκτημάτων, αλλά λόγω κοινωνικών ζητημάτων όπως το μισθολογικό χάσμα μεταξύ των φύλων.

Οι κατηγορίες που διαχωρίζονται με βάση το φύλο δεν είναι επίσης έμφυτες. Πολλοί υποστηρίζουν ότι η πρακτική αυτή είναι όλο και πιο αβάσιμη, σύμφωνα με το The Society Pages, και οδηγεί σε περαιτέρω μισογυνισμό σχετικά με το ποιο μπορεί και ποιο δεν μπορεί να αγωνιστεί στην κατηγορία των γυναικών, όπως η διαμάχη σχετικά με την Caster Semenya, η οποία είναι cis γυναίκα.

«Οι τρανς γυναίκες κλέβουν τις ευκαιρίες των cis γυναικών»

Υπάρχουν δύο θεμελιακά προβλήματα. Το πρώτο είναι ότι δεν υπάρχουν σχεδόν καθόλου τρανς γυναίκες αθλήτριες που να βρίσκονται στην κορυφή των αντίστοιχων αθλημάτων τους. Το δεύτερο είναι ότι οι τρανς γυναίκες είναι γυναίκες και, ως εκ τούτου, δικαιούνται να αγωνίζονται όσο και οι cis ανταγωνίστριές τους.

Σύμφωνα με το WorldAtlas, τα πέντε μεγαλύτερα αθλήματα ως προς τον αριθμό των οπαδών είναι το ποδόσφαιρο, το κρίκετ, το χόκεϊ, το τένις και το βόλεϊ. Σε καμία από τις αντίστοιχες ετήσιες κατατάξεις αυτών των αθλημάτων δεν έχει εμφανιστεί ποτέ τρανς γυναίκα.

Οι μόνοι που στερούν ευκαιρίες από τις γυναίκες είναι οι εθνικοί και διεθνείς αθλητικοί φορείς που έχουν επιβάλει απαγορεύσεις σε τρανς αθλήτριες. Με αυτόν τον τρόπο, αποκλείουν όσες γυναίκες θεωρούν ότι δεν ταιριάζουν στην κατηγορία των «γυναικών», δημιουργώντας έτσι επιπλέον τρανσμισογυνιστικές διακρίσεις.

«Το να αποκλείεις τις τρανς γυναίκες από τον γυναικείο αθλητισμό δεν είναι τρανσφοβικό, ένα παιχνίδι είναι απλά»

Παραδόξως, ο αποκλεισμός των τρανς γυναικών από τα γυναικεία αθλήματα είναι μια από τις πιο διαδεδομένες αντί-τρανς πεποιθήσεις της κοινής γνώμης.

Αυτή η άποψη είναι πιθανώς τόσο διαδεδομένη λόγω της αντίληψης ότι τα αθλήματα δεν είναι παρά ανόητα παιχνίδια αποκομμένα από την πραγματική ζωή. Αυτό, με τη σειρά του, κάνει την τρανσφοβία πιο εύκολα αποδεκτή, καθώς δεν θεωρείται «πραγματική» τρανσφοβία.

Το πρόβλημα εδώ είναι ότι ο αθλητισμός δεν είναι αποκομμένος από την πραγματικότητα. Ο αθλητισμός είναι μια βιομηχανία αξίας 417 δισεκατομμυρίων δολαρίων που έχει πραγματική επιρροή στην αντίληψη των ανθρώπων για την πραγματικότητα. Η επιρροή του είναι ο λόγος για τον οποίο οι εξεγέρσεις είναι τόσο συχνές μετά από μεγάλα αθλητικά γεγονότα.

Ο αθλητισμός έχει τόσο μεγάλη επιρροή, που η υπάρχουσα ένταση μεταξύ του Ελ Σαλβαδόρ και της Ονδούρας μετατράπηκε σε έναν σύντομο πόλεμο, γνωστό ως «Πόλεμος του Ποδοσφαίρου», το 1969, μετά από ταραχές που ξέσπασαν λόγω των αποτελεσμάτων ενός προκριματικού αγώνα για το Παγκόσμιο Κύπελλο της FIFA του 1970. Αν και οι ρίζες της σύγκρουσης ήταν πολύ βαθύτερες, συνέβαλε στην κλιμάκωση του πολέμου, ο οποίος έλαβε χώρα μεταξύ 14-18 Ιουλίου 1969, εξ ου και η άλλη ονομασία του, ο Πόλεμος των 100 Ωρών.

Είτε είσαι fan είτε όχι, είναι αναμφισβήτητο ότι ο αθλητισμός έχει τεράστια επιρροή στον κόσμο, από τον πολιτισμό μέχρι την πολιτική. Όταν στα τρανς άτομα αρνείται το δικαίωμα να παίζουν, τους αρνείται το δικαίωμα να συμμετέχουν σε ένα σημαντικό μέρος της παγκόσμιας κοινωνίας.

«Οι τρανς γυναίκες τραυματίζουν cis γυναίκες κατά τη διάρκεια αθλητικών εκδηλώσεων και είναι επικίνδυνες»

Αυτός ο ισχυρισμός είναι τόσο κοινός μεταξύ των τρανσφοβικών κύκλων και των γνωστών «εμπειρογνωμόνων», πολλοί από τους οποίους προσπαθούν να δαιμονοποιήσουν τα τρανς άτομα σε όλους τους τομείς της ζωής.

Το πιο γνωστό παράδειγμα είναι η παίκτρια βόλεϊ που έγινε αντί-τρανς σχολιάστρια, Payton McNabb, η οποία τραυματίστηκε παίζοντας βόλεϊ στο λύκειο εναντίον μιας τρανς αντιπάλου το 2022. Από τότε, η McNabb έχει γίνει πρέσβειρα του Independent Women’s Forum (IWF). Το IWF έχει κατηγορηθεί για επιθετική άσκηση πίεσης υπέρ πολιτικών αποκλεισμού των τρανς ατόμων.

Σύμφωνα με μια μελέτη του 2023, 214.000 παίκτριες βόλεϊ ηλικίας 14 έως 23 ετών έχουν τραυματιστεί από το 2012. Πουθενά στη μελέτη δεν αναφέρεται ότι τα τρανς άτομα είναι υπεύθυνα για αυτούς τους τραυματισμούς.

Δεν υπάρχει καμία απολύτως απόδειξη που να υποδηλώνει ότι οι τρανς γυναίκες είναι εγγενώς πιο επικίνδυνες ή επιρρεπείς στην πρόκληση τραυματισμών από τις cis γυναίκες τους. Καμία απολύτως. Πρόκειται απλά για ξεκάθαρη τρανσφοβία.

«Οι αθλητικές απαγορεύσεις είναι εντάξει, γιατί δεν υπάρχουν και τόσες πολλές τρανς αθλήτριες»

Αυτό το επιχείρημα χρησιμοποιήθηκε από τον δικηγόρο Hashim Mooppan κατά την ομιλία του στο Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ εκ μέρους της κυβέρνησης Τραμπ.

Ο Mooppan υποστήριξε ότι οι νόμοι που απαγορεύουν στις τρανς γυναίκες να αγωνίζονται σε γυναικείους αθλητικούς αγώνες πρέπει να επιτρέπονται, επειδή οι τρανς αθλήτριες αντιπροσωπεύουν ένα μικρό ποσοστό των αθλητριών στα σχολεία και πανεπιστήμια.

Μια έκθεση της Εθνικής Αθλητικής Ένωσης Κολλεγίων διαπίστωσε ότι, το 2024, λιγότερα από δέκα από τα 550.000 αθλητ@ σε ολόκληρη τη χώρα ήταν τρανς.

Το πρόβλημα με αυτό το επιχείρημα είναι ότι θα μπορούσε, και πράγματι χρησιμοποιείται, εξίσου εύκολα για να δικαιολογήσει γιατί θα πρέπει να επιτρέπεται στους τρανς ανθρώπους να συμμετέχουν σε αγώνες.

Η Αμερικανική Ένωση Πολιτικών Ελευθεριών (ACLU) έχει χρησιμοποιήσει αυτό το επιχείρημα για να δικαιολογήσει την κατάργηση των απαγορεύσεων των τρανς αθλητ(ρι)ών, υποστηρίζοντας ότι η καθαρή δημόσια κριτική εναντίον τους υπερτερεί κατά πολύ οποιασδήποτε πιθανής ζημίας που θα μπορούσαν να προκαλέσουν, αν υπάρχει καθόλου.

Φυσικά, να σημειώσουμε ότι τα δικαιώματα δεν δίνονται με βάση ποσοστών. Ακόμα και μία τρανς αθλήτρια να υπάρχει σε ένα άθλημα σε ολόκληρο τον κόσμο, έχει το δικαίωμα να διαγωνίζεται όπως και μια cis αθλήτρια.

«Οι τρανς γυναίκες έχουν ένα έμφυτο πλεονέκτημα σε σχέση με τις cis γυναίκες στον αθλητισμό»

Κι αυτός είναι ο πιο σημαντικός και διαδεδομένος μύθος. Σχεδόν κάθε δικαιολογία για την απαγόρευση της συμμετοχής των τρανς γυναικών υποστηρίζει ότι, επειδή τους έχει αποδοθεί το ανδρικό φύλο κατά τη γέννηση, έχουν ένα εγγενές πλεονέκτημα.

Ένα σημαντικό λογικό πρόβλημα με αυτό το επιχείρημα είναι η κατάσταση των γυναικείων αθλημάτων αυτή τη στιγμή. Αν οι τρανς αθλήτριες, που έχουν το ίδιο επίπεδο προπόνησης με τις cis συναδέλφους τους, έχουν ένα υποκείμενο πλεονέκτημα, σίγουρα κάθε κορυφαία αθλήτρια θα ήταν τρανς, σωστά;

Μια μελέτη του 2024 που υποστηρίχθηκε από τη Διεθνή Ολυμπιακή Επιτροπή διαπίστωσε ότι, αντίθετα, οι τρανς γυναίκες θα μπορούσαν να βρίσκονται σε πολλές περιπτώσεις σε μειονεκτική θέση στους αθλητικούς αγώνες λόγω των αλλαγών που προκαλούνται από την ορμονοληψία.

Ο ενδοκρινολόγος Δρ. Joshua D Safer δήλωσε στην ACLU το 2020 ότι η γενετική σύσταση ενός ατόμου, όπως τα έμφυλα χρωμοσώματα, δεν αποτελεί καλό δείκτη αθλητικής απόδοσης.

«Δεν υπάρχει κανένας εγγενής λόγος για τον οποίο τα φυσιολογικά χαρακτηριστικά [μιας τρανς γυναίκας] που σχετίζονται με την αθλητική απόδοση πρέπει να αντιμετωπίζονται διαφορετικά από τα φυσιολογικά χαρακτηριστικά μιας μη τρανς γυναίκας», είχε πει.

Επιπλέον, μια έρευνα που εκδόθηκε το 2024 από το British Journal of Sports Medicine, πρόσθεσε στα αυξανόμενα στοιχεία ότι οι τρανς γυναίκες δεν έχουν φυσικό πλεονέκτημα. Το άρθρο, συγκρίνοντας τρανς γυναίκες, cis γυναίκες, cis άνδρες και τρνας άνδρες που αγωνίζονται σε αθλήματα, διαπίστωσε ότι οι τρανς γυναίκες, που κάνουν ορμονοληψία, είχαν χαμηλότερη δύναμη στο κάτω μέρος του σώματος και μειωμένη πνευμονική χωρητικότητα σε σύγκριση με τις cis γυναίκες. Η οστική πυκνότητα ήταν επίσης ισοδύναμη.

Συγκριτικά, μια αμερόληπτη συστηματική ανασκόπηση του 2024 που διεξήχθη από το Mount Holyoke News επιβεβαίωσε εκ νέου ότι η καταστολή της τεστοστερόνης μειώνει σημαντικά οποιοδήποτε φυσικό όφελος που διατηρείται μετά τη λεγόμενη «ανδρική εφηβεία». Η μελέτη συνέχισε να υποστηρίζει ότι η εστίαση αποκλειστικά στην τεστοστερόνη, εκτός από την προπόνηση, τις δεξιότητες και τη διατροφή, είναι επιστημονικά αναγωγική και επιβλαβής για την κοινωνία.

Οι μισογυνιστικές βάσεις αυτού του ψευδοεπιστημονικού επιχειρήματος περί «βιολογικής υπεροχής» φαίνονται καλύτερα όταν οι τρανς γυναίκες αποκλείονται από μη σωματικά αθλήματα, όπως το σκάκι.

Συμπερασματικά, οι πολιτικές για τον ελίτ αθλητισμό επηρεάζονται περισσότερο από πολιτισμικές προκαταλήψεις παρά από την επιστήμη. Η τρανσφοβία, ο ρατσισμός και οι παραδοσιακές σεξιστικές αντιλήψεις για τη θηλυκότητα εξακολουθούν να καθορίζουν ποιο άτομο επιτρέπεται να αγωνίζεται. Αυτή η μορφή διάκρισης δεν στοχεύει μόνο τις τρανς γυναίκες, αλλά και τις cis αθλήτριες των οποίων το σώμα δεν ανταποκρίνεται στα παραδοσιακά ιδανικά για το πώς «πρέπει» να είναι μια γυναίκα.


Με πληροφορίες από PinkNews και GenderGP.




Δες και αυτό!