Απέναντη στο σινεμά του Πάνου Χ.Κούτρα είμαστε θετικά προκατειλημμένες. Όχι γιατί είναι ο Έλληνας Αλμοδόβαρ (μπορεί και να είναι), αλλά γιατί πρόκειται για τον δημιουργό που μας χάρισε μεταξύ άλλων τη «Στρέλλα» και την «Ξενία», ταινίες που έφεραν σε πρώτο κάδρο τις ζωές ανθρώπων που είναι οι «άλλοι», που είναι τρανς, μετανάστες – πρόσφυγες, και σαν τέτοιοι υφίστανται κάθε είδους ρατσιστικές και σεξιστικές διακρίσεις, θεσμικά αλλά και στην καθημερινή ζωή.

της Δήμητρας Κυρίλλου

Το σινεμά του Πάνου Κούτρα παίρνει θέση, καταρρίπτει τις προκαταλήψεις και αυτό το κάνει όχι με διδακτισμό, αλλά με τη δύναμη της κινηματογραφικής αφήγησης και του μαγικού ρεαλισμού. Έτσι, θέτει τους κανόνες του σινεμά -αυτούς που το έχουν καταστήσει μια παντοδύναμη τέχνη, στην υπηρεσία του μεγάλου αγώνα για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Και το κάνει με ταινίες που απευθύνονται σε όλο τον κόσμο, όχι μόνο στους «εκλεκτούς» σινεφίλ, πολλαπλασιάζοντας έτσι τη δύναμή τους. Κάπως έτσι λατρέψαμε τον κόσμο των ταινιών του, όπου συχνά οι καταφρονεμένοι ήρωες έρχονται αντιμέτωποι με αδυσώπητες δυνάμεις και βγαίνουν αν όχι νικητές, δικαιωμένοι.

Η τελευταία του ταινία «Dodo» έχει ταξιδέψει στο  φεστιβάλ Καννών 2022, πραγματοποίησε δυο λαμπερές εγχώριες πρεμιέρες σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη στο πλαίσιο του 63ου Κινηματογραφικού Φεστιβάλ και από 10 Νοέμβρη βρίσκεται στις αίθουσες.

Το «Dodo» είναι το μέχρι σήμερα σινεμά του Πάνου Χ. Κούτρα συμπυκνωμένο, κάτι σαν «όλα σε ένα». Οι θεματικές που εισήγαγε με το προηγούμενο έργο του, όπως το εξωγενές απροσδόκητο (βλ. «Η επίθεση του γιγάντιου μουσακά»), η αποδόμηση – παρωδία της Ελληνικής «καλής» κοινωνίας (βλ. «Αληθινή ζωή»), αλλά και όλοι οι «άλλοι», οι διαφορετικοί που αγαπήσαμε στη «Στρέλλα» και την «Ξενία» βρίσκονται εδώ. Συναντιούνται με αφορμή τις προετοιμασίες για ένα γάμο συμφερόντων στην απομονωμένη έπαυλη του μεγαλοεπιχειρηματία Καρακώστα. Εκεί, 14 φιγούρες που αντιπροσωπεύουν λιγο-πολύ την Ελληνική κοινωνική κατάσταση έρχονται αντιμέτωπες με τον εαυτό τους μέσω ενός υπερβατικού επισκέπτη, όψιμου απόγονου (άραγε;) ενός πουλιού που είχε εξαφανιστεί τον 17ο αιώνα στον εξωτικό Μαυρίκιο λόγω της επέλασης των πολιτισμένων Δυτικών κατακτητών.

Το άκακο και φοβισμένο ντόντο θα λειτουργήσει σαν καταλύτης στις συγκρούσεις, εσωτερικές και μη των 14 προσώπων, που τα αποτελούν: Ένας διαπλεκόμενος μπίζνεσμαν (Α.Σακελλαρίου) ένα κλικ πριν την οικονομική κατάρρρευση, παραμυθιάζει τους πάντες και τσιλιμπουρδίζει τριγύρω με τον μυστηριώδη και σκοτεινό συνεργάτη του (Ν.Γκέλια), μέσω του οποίου θα γνωρίσει την θεσπέσια Έυα (Τζεφ Μοντάνα που προκαλεί συζητήσεις πάνω στο τι σημαίνει non-binary). Την ίδια ώρα η σύζυγός του (Σμαράγδα Καρύδη στα πολύ καλά της), η οποία είχε εγκαταλήψει την ηθοποιία για να τον παντρευτεί (ας πρόσεχε) ξεπλένει τις ενοχές της και σκοτώνει τον χρόνο της απασχολούμενη σε μια ΜΚΟ που ενεργοποιείται σε δομές προσφύγων. Εκεί θα γνωρίσει και θα προσπαθήσει να περιθάλψει δυο προσφυγόπουλα από τη Συρία, που θα τις ξυπνήσουν αναμνήσεις από ένα καλύτερο παρελθόν. Η υποψήφια νύφη, που δεν είναι καθόλου σίγουρη γι’αυτό που πάει να κάνει και φλερτάρει με τον πανσέξουαλ Σωκράτη, ο οποίος ωστόσο γουστάρει και την γλυκύτατη Τίνα από τη Γεωργία, που είναι σπουδαία τραγουδίστρια, αλλά δουλεύει στο συνεργείο γάμων της Κάτιας για τα προς το ζειν. Στην έπαυλη διαμένουν ο κηπουρός Φλοριάν και ενίοτε ο πρώην εραστής του Άγγελος, η οικονόμος Ιρίνα από την Ουκρανία, που μηχανορραφεί με τον Λουκά εναντίον των αφεντικών τους, όχι αναίτια, μια και τους οφείλουν μπόλικους μισθούς.

Αυτό το ετερόκλητο τσούρμο κουβαλάει όλους τους λόγους και αφορμές ώστε η κατάσταση να γίνει «μαλλιά-κουβάρια», ωστόσο η εμφάνιση του συμπαθούς πολύχρωμου ντόντο, (στην ταινία γεννημένο με τη χρήση εικόνων που δημιουργήθηκαν σε υπολογιστή (CGI)) μεταφέρει το μπάχαλο σε ανώτερο πεδίο. Παραπέμποντας άμεσα στο ντόντο που συνάντησε η «Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων», φέρει ένα ιδιότυπο κύρος που βάζει τους (αντι)ήρωες να αναρρωτηθούν ουσιώδη ζητήματα σε σχέση με τη στάση τους απέναντη στους γύρω τους αλλά και και συνολικότερα: Μήπως μπορούν και αξίζει να γίνουν καλύτεροι; Και το κάνει με τρόπο περισσότερο ανάλαφρο, παρά δηκτικό.

Ο Κούτρας περιβάλλει τους πρωταγωνιστές του με αγάπη και γλυκύτητα, ακόμα κι όταν δεν την αξίζουν, και κλιμακώνει το στόρι όχι στη λύση των ζητημάτων για αυτά δεν μπορούν λυθούν, αλλά σε ένα δημιουργικό χάος. Αντλεί από διαφορετικές καλλιτεχνικές παραδόσεις, όμως στο «Dodo» πιο πολύ από τη θεατρικότητα και το χιούμορ του Τσέχωφ, ποτέ δεν γίνεται κυνικός, και, έχοντας περιγράψει γλαφυρά τα χάλια της Ελληνικής κοινωνίας, της ανταποδίδει μια αισιόδοξη ματιά.