Η προϋπόθεση της αγαμίας για τη νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου παραβιάζει το δίκαιο της Ε.Ε.

30/06/2018
από

«Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφάσισε ότι η προϋπόθεση της αγαμίας για τη νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου με συνέπεια την απόρριψη σύνταξης γήρατος παραβιάζει το δίκαιο της Ε.Ε.».

Την απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την οποία η προϋπόθεση της αγαμίας για τη νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου ενός προσώπου με συνέπεια την απόρριψη σύνταξης γήρατος, αποτελεί άμεση διάκριση λόγω φύλου, χαιρέτησε το Σωματείο Υποστήριξης Διεμφυλικών (ΣΥΔ).

Συγκεκριμένα το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση C-451/16 (MB κατά Secretary of State for Work and Pensions) που αφορά σε Βρετανή τρανς γυναίκα που αναγνωρίζεται με τα αρχικά Μ.Β. η οποία είχε τελέσει γάμο από το 1974, ενώ το 1995 προχώρησε σε χειρουργική επέμβαση επαναπροσδιορισμού φύλου. Ωστόσο, λόγω της εθνικής νομοθεσίας του Ηνωμένου Βασιλείου, δεν μπορούσε να αιτηθεί τη μεταβολή του κυρίου ονόματος και του φύλου της καθώς υπήρχε η προϋπόθεση της αγαμίας για τη νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου της, με συνέπεια όταν το 2008 συμπλήρωσε τα 60 έτη και ζήτησε να της χορηγηθεί κρατική σύνταξη γήρατος το αίτημά της να απορριφθεί, διότι δεν αναγνωριζόταν ως γυναίκα.

Σύμφωνα με το Δελτίο Τύπου του ΣΥΔ:

Με την απόφασή του, το Δικαστήριο υπογραμμίζει, καταρχάς, ότι, παρότι δεν του ζητείται να αποφανθεί εάν είναι εν γένει επιτρεπτό να τίθεται ως προϋπόθεση της νομικής αναγνώρισης της ταυτότητας φύλου η ακύρωση γάμου συναφθέντος πριν από την αλλαγή αυτή και παρότι ότι η νομική αναγνώριση και ο γάμος αποτελούν ζητήματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των κρατών μελών στον τομέα της οικογενειακής κατάστασης, τα κράτη μέλη οφείλουν να τηρούν το δίκαιο της Ένωσης και, ιδίως, την αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων όταν ασκούν την αρμοδιότητά τους στον τομέα αυτόν.

Πιο συγκεκριμένα, το Δικαστήριο σημειώνει ότι η προϋπόθεση κατά την οποία πρέπει να ακυρωθεί προγενέστερος γάμος προκειμένου να καταστεί δυνατή η χορήγηση κρατικής σύνταξης γήρατος κατά τη νόμιμη ηλικία συνταξιοδότησης εφαρμόζεται μόνο στα έγγαμα τρανς πρόσωπα. Ως εκ τούτου, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η βρετανική νομοθεσία επιφυλάσσει δυσμενέστερη μεταχείριση σε πρόσωπο το οποίο επαναπροσδιόρισε το φύλο του μετά τον γάμο του απ’ ό,τι σε πρόσωπο το οποίο διατήρησε το φύλο γέννησής του και είναι έγγαμο. Δεδομένου, δε, ότι η επίμαχη διαφορετική μεταχείριση δεν εμπίπτει σε καμία από τις εξαιρέσεις που γίνονται δεκτές από το δίκαιο της Ένωσης, το Δικαστήριο κρίνει ότι η βρετανική νομοθεσία συνιστά άμεση διάκριση λόγω φύλου, απαγορευόμενη από την οδηγία.

Η απόφαση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία και περιεχόμενο, δεδομένης της προϋπόθεσης της αγαμίας που τίθεται στην Παράγραφο 3, Άρθρο 3 της Ελληνικής νομοθεσίας για τη νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου, η οποία με όμοιο τρόπο οδηγεί σε αθέμιτες άμεσες διακρίσεις λόγω φύλου. Δεδομένης, ακόμη, της Έκθεσης της Επιστημονικής Υπηρεσίας του Ελληνικού Κοινοβουλίου επί του συγκεκριμένου νόμου που αναφέρει σε σχέση με τον περιορισμό της αγαμίας: «Προβληματισμός γεννάται, εν προκειμένω, ως προς τη συμβατότητα της ως άνω ρύθμισης προς το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του έγγαμου διεμφυλικού προσώπου, όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, υπό το πρίσμα της «δίκαιης ισορροπίας μεταξύ του γενικού συμφέροντος και των συμφερόντων των ενδιαφερομένων προσώπων» (ΕΔΔΑ, όπ. π. και παρ. 2 άρθρου 8 της ΕΣΔΑ) και της παρ. 6.2.3. του 2048/2015 Ψηφίσματος της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης, κατά την οποία τα κράτη μέλη καλούνται να «καταργήσουν κάθε περιορισμό στο δικαίωμα των διεμφυλικών ατόμων να παραμένουν σε έγγαμη κατάσταση μετά την αναγνώριση του φύλου τους” η προϋπόθεση αυτή πρέπει να αναθεωρηθεί.

Πλην, ακόμη, της σημαντικότατης αυτής νομολογίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θα πρέπει να έχουμε υπόψιν την απόφαση της 28ης Ιουνίου του 2017 εκδοθείσα από την Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών κατά το άρθρο 5 (4) του προαιρετικού πρωτοκόλλου επί της καταγγελίας αρ. 2172/2012, σε καταγγελία έγγαμης τρανς γυναίκας σχετικά με τη μη μεταβολή των εγγράφων ταυτοποίησης στη χώρα καταγωγής της (Αυστραλία), αναφέρεται ότι:

«7.14. Η Επιτροπή θεωρεί ότι με την νομική αναγνώριση του επαναπροσδιορισμού φύλου και την απαγόρευση των διακρίσεων εις βάρος των διεμφυλικών προσώπων το κράτος μέλος παρέχει προστασία έναντι των διακρίσεων. Ωστόσο, αρνούμενο σε έγγαμα διεμφυλικά πρόσωπα την διόρθωση του φύλου στις ληξιαρχικές πράξεις γεννήσεως, σε αντίθεση με την μεταχείριση των άγαμων διεμφυλικών προσώπων και των μη διεμφυλικών προσώπων, η Κυβέρνηση δεν παρέχει στην καταγγέλλουσα, καθώς και στα άτομα που βρίσκονται στην ίδια κατάσταση με την καταγγέλλουσα, ίση προστασία κατά τον νόμο, ως έγγαμο διεμφυλικό άτομο. […]».

[…] 7.15. Υπό τις προαναφερθείσες περιστάσεις και ελλείψει πειστικών εξηγήσεων από το κράτος μέλος, η Επιτροπή κρίνει ότι η διαφορετική μεταχείριση μεταξύ έγγαμων και άγαμων ατόμων που έχουν υποβληθεί σε διαδικασία επιβεβαίωσης φύλου και που επιθυμούν να τροποποιήσουν την καταχώρηση φύλου στις ληξιαρχικές πράξεις γέννησής τους δεν βασίζεται σε εύλογα και αντικειμενικά κριτήρια και ως εκ τούτου συνιστά διάκριση λόγω έγγαμης κατάστασης και λόγω διεμφυλικής κατάστασης κατά το άρθρο 26 του Συμφώνου.»

Ακόμη, σε αυτή την κατεύθυνση, θα πρέπει να σημειωθεί η νομολογία σε μια σειρά κρατών μελών στην Ευρώπης, που τα εθνικά τους δικαστήρια θεώρησαν ως άνιση μεταχείριση την προϋπόθεση της αγαμίας για τη νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου. Χαρακτηριστικές οι σχετικές αποφάσεις του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Αυστρίας (2006), του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας (2008), του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Ιταλίας, καθώς και Δικαστηρίου της Ελβετίας (1996)και του Εφετείου της Γαλλίας (2012)[8].

Το Σωματείο Υποστήριξη Διεμφυλικών, καλεί το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, να προχωρήσει άμεσα στην τροποποίηση της σχετικής διάταξης της νομοθεσίας για τη νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου που απαγορεύει στα έγγαμα πρόσωπα να μεταβάλουν την καταχώριση του φύλου τους, καθώς η προϋπόθεση αυτή οδηγεί αναπόδραστα σε άμεσες διακρίσεις λόγω φύλου, όπως στην προκειμένη περίπτωση, που παραβιάζουν το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.




Δες και αυτό!