Εκείνο το βράδυ η πόλη έσφυζε από queer γεγονότα καλλιτεχνικής έκφρασης, γαστρονομίας μα και αχαλίνωτης διασκέδασης.

Στα πλαίσια του queer archive festival παρουσιάζοταν το “drag buffet” όπου στο εστιατόριο ενός ξενοδοχείου, ανάμεσα σε σερβιτόρους και φαγητά, drag performers μετέτρεπαν το φαγητό σε queer εμπειρία. Στην Στέγη ο Ηλίας Αδάμ παρουσίαζε τον queer στρατό του, στο sodade είχε σπέσιαλ event με coco boy dancer, ενώ στο six dogs είχε “banana boys” party . Εμείς πάλι επιλέξαμε να δούμε τις Πικροδάφνες της Πάολας στον «Μικρόκοσμο» με πλάνο συνέχειας τις «Κούκλες».

Όπως κάτσαμε, λοιπόν, στο φουαγιέ του σινεμά ρώτησα ασυναίσθητα τον φίλο μου τον Δ. «ρε συ από όλα όσα συμβαίνουν ταυτόχρονα αυτή την στιγμή στην πόλη ποιο είναι το πιο queer;» «Αυτό εδώ που ήρθαμε φυσικά» μου απάντησε. Μα, του είπα, αυτό εδώ το ντοκιμαντέρ της Πάολας αναφέρεται σε μια εποχή που το queer ήταν ακόμα υπό διαμόρφωση. «Πάντα υπήρχε το queer αγάπη μου» αναφώνησε. «Πάντα» αναρωτήθηκα. Δηλαδή πόσο «πάντα»;

Αμέσως μου ήρθε στο νου εκείνη η περιβόητη δίκη του Όσκαρ Ουάιλντ περί τα 1894 όπου ο ενάγων τον κατηγορούσε ως μανιώδη σοδομιστή και για να τον προσβάλλει τον αποκάλεσε “Snob Queer”. Και μετά ξαναθυμήθηκα ότι η λέξη queer ήταν βρισιά. Ήταν ένας υποτιμητικός χαρακτηρισμός στις αγγλόφωνες περιοχές για τους ομοφυλόφιλους άνδρες. Για μας τους ελληνόφωνους δεν έχει σχεδόν κανένα νοηματικό φορτίο το άκουσμα της λέξης queer. Αντίθετα με τις λέξεις πούστης, λεσβία, φτερού, νταλίκα, τραβέλι και πόσα ακόμα που έχουν δημιουργηθεί για να πληγώνουν τα queer ή μη ετεροφιλόφιλα ή μη ετεροκανονικά ή μη cis-gender άτομα.

Όμως σα να χάθηκα λίγο ανάμεσα σε ονομασίες και ταμπέλες. Κάποιες φορές μοιάζει σαν η ελευθερία στην έκφραση του φύλου και στην σεξουαλικότητα να δημιουργεί σύγχυση και να κουράζει. Κι άντε τώρα εγώ να βρω τι ναι πιο queer από τ’ άλλο. Γιατί τώρα που το ξανασκέφτομαι ήδη από τον τίτλο έχω προβεί σε γλωσσικό ολίσθημα. Θα έπρεπε τουλάχιστον να γράψω «ποιός/ποιά/ποιό είναι στα αλήθεια queer» για να γίνω κάπως συμπεριληπτικός. Όμως και η λέξη «αλήθεια» στον τίτλο οδηγεί σε εσφαλμένες οδούς. Γιατί το να θες να προσδιορίσεις ποιο άτομο είναι «αληθινά queer» είναι σαν να υπονομεύεις την ρευστότητα και ασάφεια που χαρακτηρίζει τον όρο από τα γεννοφάσκια του.

Ίσως το queer να μιλά για ένα έμφυλο μπαστάρδεμα σεξουαλικής επιθυμίας και συντροφικότητας. Ίσως πάλι για μια ουτοπία όπου αρμόνικα τα σώματα και οι ψυχές θα αυτοπροσδιορίζονται και θα επαναπροσδιορίζονται απολαμβάνοντας τον ιδιωτικό και δημόσιο χώρο. Ίσως ακόμα να θέλει να αμφισβητήσει τις κανονικότητες και οποιεσδήποτε βεβαιότητες γύρω από το σεξουαλικό και έμφυλο ζήτημα.

Άλλωστε ας μην ξεχνάμε ότι η επαναοικειοποήση ( reclaim) του όρου queer τοποθετείται την περίοδο της κρίσης του Aids με το χαρακτηριστικό σύνθημα “we ‘re here, we ‘re queer. Get used to it”. Μια περίοδο όπου το queer χρησιμοποιήθηκε για να προκαλέσει, να αφυπνίσει και να συμβάλλει στην προώθηση δικαιωμάτων. Και εδώ ίσως χει ενδιαφέρον να αναρωτηθούμε πόσο ανατρεπτική είναι σήμερα η χρήση του όρου. Μήπως η μαζική κουλτούρα και ο καπιταλισμός έχουν αγκαλιάσει το queer και έχουν αποδυναμώσει κάθε ανατρεπτικό στοιχείο του;

Θεωρώ ότι αυτή η οπτική έχει την βάση της. Όμως δεν νομίζω ότι κάποια άτομα αγαπάμε το queer για να «ρίξουμε» τον καπιταλισμό. Πιστεύω ότι κάθε φορά που φωνάζουμε πόσο queer είμαστε, διεκδικούμε ένα κομμάτι χώρου και ανάσας για τους εαυτούς μας, τις εαυτές και τα εαυτά μας. Προσπαθούμε να θέσουμε τις προϋποθέσεις εκείνες ώστε να δημιουργούμε τις δικές μας queer πραγματικότητες όπου κι αν βρεθούμε.

Γιατί εκείνο το βράδυ ο φίλος μου ο Δ. κι εγώ παρόλο που δεν πήγαμε σε κάποιο event με καθαρά queer θεματολογία, εντέλει καταφέραμε να δημιουργήσαμε την δική μας queer συνθήκη. Βρεθήκαμε, που λες, σ’ ένα λαϊκό στέκι όπου τα ντέρτια και τα άσματα σε μεθούσαν με το που πάταγες πόδι. Εκεί, λοιπόν, καταλήξαμε να χορεύουμε το «κρεμεζί πουκάμισο» της Μαρινέλλας μαζί με έναν άλλο γκέι και την κολλητή του. Ανάμεσα σε straight ζευγάρια, πιθανούς κωλομπαράδες και λανθάνουσες ματιές ομοφυλόφιλης επιθυμίας.

Κι εκεί που είπα αυτό είναι το queer. Θυμήθηκα την ατάκα που είπε η Μπέτυ στις «Πικροδάφνες». Μιλώντας για κάποιο καφέ που συχνάζανε την δεκαετία του ‘80 ανέφερε χαρακτηριστικά «το χε ένας γκέι και μια λεσβία. Είχαν κι ένα παιδάκι.» Κι αμέσως είπα «ε, αυτό εδώ είναι το queer». Αλλά πριν κλίσει εκείνη η βραδιά, περπατώντας στο Σύνταγμα, γυρίζει ο φίλος ο Δ. και μου λέει νομίζω θέλω να πάω με γυναίκα. Τον κοίταξα με μειδίαμα και είπα «μα πόσο queer είσαι» και συνέχισα το περπάτημα. Δεν τον ρώτησα τι εννοούσε. Ξαναγέλασα μετά από λίγο είπα «Μήπως τελικά είναι η ματιά μου queer και τα βλέπω όλα queer;» Φυσικά δεν κατέληξα! Αλλά νομίζω αυτή ακριβώς είναι η γοητεία του queer ότι δεν καταλήγει πουθενά. Το γεγονός ότι δεν μπορεί να οριστεί με βεβαιότητα πιθανόν να εμπεριέχει και την δύναμη του.

 

Στο μεταπτυχιακό (Επικοινωνία και ΜΜΕ στο ΕΚΠΑ) αντί να κάνω διπλωματική για τον Αλμοδόβαρ έκανα για το Ζεϊμπέκικο. Στη δραματική σχολή («δήλος» - Δήμητρα Χατούπη) αντί να παίξω την Πατρόνα έπαιζα τον Καπετάνιο. Γράφω μπας και θυμηθώ κάτι από το ταμπεραμέντο της παιδικής ηλικίας, εκείνου του αγοριού που φόραγε τα τακούνια της μαμάς και έπαιζε με τη barbie και τη bibibo. Αγαπημένη μου φράση: «Ο καθωσπρεπισμός και οι νοικοκυραίοι μου μαύρισαν την ψυχή. Ευχαριστώ, δε θα πάρω.»