Είναι γνωστό ότι οι λεσβίες μισούμε τους άντρες.

Δηλαδή δεν τους μισούμε και ακριβώς. Περισσότερο βιώνουμε συναισθήματα που αρχίζουν από απλή αδιαφορία και μπορεί να φτάνουν ως την ενόχληση, την έντονη αντιπάθεια και αηδία, αλλά σαφώς και τον φόβο, παρά νιώθουμε απόλυτο μίσος προς αυτούς. Οπότε η λέξη μίσος μπορεί και να είναι υπερβολική. Ίσως γιατί το να μισείς κάποιον το έχω συνδυάσει άθελα μου με το να θέλεις και την “αφάνισή” του. Αν και τους θεωρούμε, κατά κάποιο τρόπο, περιττούς και αχρείαστους, δεν θέλουμε πραγματικά να τους εξαφανίσουμε.

Και ξέρω πως δεν μπορώ να μιλάω εκ μέρους όλων των λεσβιών, παρόλο που ο κόσμος μας θεωρεί ένα (το ίδιο) άτομο!

Επιλέγω όμως να κρατήσω τη λέξη αυτή, τη λέξη μίσος και να την χρησιμοποιήσω σε αυτό εδώ το κείμενο. Μια λέξη που προκύπτει από φόβους και ανασφάλειες αλλωνών. Ε, νομίζω πως έφτασε η ώρα να τους διασκεδάσω αυτούς τους φόβους και τις ανασφάλειες. Μπου-χα- χα*

*σατανικό λεσβιακό γέλιο!!

Τέλος πάντων.

Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής οφείλω να παραδεχτώ, πως οι λεσβίες, δεν μισούμε μόνο τους άντρες που βλέπουμε γύρω μας, αλλά μισούμε και τους άντρες που βλέπουμε μέσα μας. Έχουμε δηλαδή μια (ω τι έκπληξη!) εσωτερικευμένη ανδροφοβία. Αλλά για να είμαι ταυτόχρονα με μελοδραματική και δίκαιη, οφείλω ακόμα να ξεκαθαρίσω πως δεν μισούμε ΌΛΟΥΣ τους άντρες. Σίγουρα όμως αρκετούς.

Ξέρω. Το θέμα είναι περίπλοκο. Αλλά θα επιχειρήσω να το διηγηθώ με παραδείγματα βγαλμένα από τη ζωή, μπας και βγάλουμε άκρη. Δύο παραδείγματα για την ακρίβεια. Ένα παράδειγμα με έναν άντρα που θα μπορούσαμε να μην μισούμε και ένα παράδειγμα με έναν άντρα που θα επιθυμούσαμε να αφανιστεί (χαχα!)**

**μπαχαλοσατανικό λεσβιακό γέλιο!!

Δεν ξέρω αν θα έπρεπε να ξεκινήσω από το θετικό παράδειγμα ή από το αρνητικό, αλλά θα ξεκινήσω όπως νιώθω και βλέπουμε.

Πέρυσι τέτοια εποχή είχα κατέβει για διακοπές στην Ελλάδα- και συγκεκριμένα στην Αθήνα- παρέα με μια αλλοδαπή φίλη μου. Και πιο συγκεκριμένα στην Πλάκα, για μια επιδρομή σε όλα τα τουριστικά μαγαζιά. Σε ένα από αυτά της σειράς, περάσαμε αρκετή ώρα συνομιλώντας μεταξύ μας στα Αγγλικά (αpparently), πάνω από κρόκο Κοζάνης και ξύλινα πουτσάκια-ανοιχτήρια. Στο μαγαζί βρίσκονταν εκείνη τη στιγμή τέσσερα άτομα. Ο ταμίας, η φίλη μου, εγώ και ο φίλος του ταμία που απολάμβανε έναν φρέντο εσπρέσο, όπως απολαμβάνει κανείς έναν φρέντο εσπρέσο.

Ύστερα από κάμποσα αστεία και παρατηρήσεις σχετικά με τα προϊόντα του μαγαζιού, η φίλη αποφασίζει να αγοράσει κάτι και πλησιάζει το ταμείο μόνη της, όσο εγώ περιεργάζομαι το ταβάνι.

Τότε και για λίγο, οι τέσσερις μας (ταμίας, φίλος, εγώ, φίλη) ζούμε μια κοινή στιγμή απόλυτης σιωπής. Στον αέρα ανάμεσά μας υπάρχει ένα μείγμα χαράς και βαρεμάρας. Η οικονομική συναλλαγή αποσυμπιέζει την προσμονή και η πρακτική αναμονή των διαδικασιών στρέφει την προσοχή μας σε μια άβολη βαρεμάρα που μας περιτριγυρίζει σαν κουνούπι.

Ο φίλος με το φρέντο αποφασίζει να σκοτώσει αυτό το κουνούπι και σε όμορφα ελληνικά λέει προς τον ταμία:

“Καλά ‘ντάξει, η κοπέλα έχει τσακωθεί με το ξυράφι λέμε”

(Παύση)

(Αν η σιωπή ήταν πριν απόλυτη, τώρα είχε γίνει άπειρη και κατακόκκινη)

Ο ταμίας και η αλλοδαπή φίλη μου, σκυμμένοι πάνω από μπερδεμένα χαρτονομίσματα, δεν άκουσαν τι ξεστόμισε.

Η σιωπή είπαμε, κόκκινη, άρχισε να βάφει και το ταβάνι, πάνω στο οποίο ακόμα βολόδερναν τα μάτια μου. Φωτιές. Τα μάτια μου δυο φλογοβόλοι δράκοι που ξάφνου θέλουν να αφανίσουν και το κουνούπι και τον φίλο του ταμία. “Εσύ από πότε έχεις τσακωθεί με το ξυράφι;” τον ρωτάω στα ελληνικά. Και μένω να τον παρατηρώ να καίγεται από τους φλογοβόλους δράκους μου. Να του καίνε την παχιά στριφογυριστή τρίχα που σαν βρεγμένο φύκι, απλωνόταν σε ολόκληρη την γάμπα του.

Η απόλυτη στιγμή της χαράς και της βαρεμάρας εξανεμίστηκε (apparently) και τη θέση της πήρε μια άλλη στιγμή, εκείνης της απόλυτης σύγχυσης.

Ορκίζομαι, είδα τα γρανάζια του εγκεφάλου του να απορυθμίζονται. Τους δε νευρώνες του να χάνουν σήμα. Τον είδα να αναζητά σε απόγνωση νέες συνδέσεις που να φέρουν λόγο. Και τελικά- έπειτα από έναν αιώνα- τη γλώσσα του να βρίσκει τις λέξεις: “Χίλα συγγνώμη”, μου είπε. “Κακό. Ηταν πολύ κακό”, μου είπε και “Συγγνώμη. Δεν έπρεπε”, μου είπε και εκεί ακριβώς, στο παραλήρημα απολογίας του, έγινε κάτι μαγικό.

Εγώ, η ΛΕΣΒΙΑ, με την φίλη την αξύριστη και αλλοδαπή, τον ΣΥΜΠΑΘΗΣΑ!

Η χαρά, η βαρεμάρα και η απόλυτη σύγχυση (τι πλεονασμός!) δεν είχαν πλέον καμία σημασία. Μπροστά μου είχα έναν άντρα με πολύ τρίχα, που ήταν πολύ φιλικός, που αναγνώρισε την βλακεία του και που τελικά με συνάντησε στη μέση. Όντως στη μέση. Έπειτα από το δικό μου αγριεμένο πλησίασμα και την δική του ακινητοποίηση, ακολούθησαν δυο τρία (δικά του κι αυτά) παρακλητικά βήματα προς την κατεύθυνσή μου.

“Παρτ του” ή Part Two——

 

Δυο τρία και τέσσερα βήματα προς τη δική μου κατεύθυνση, έκανε πριν από λίγο καιρό και ένας άλλος δασύτριχος άντρας. Εκείνου όμως τα βήματα δεν ήταν ούτε παρακλητικά, ούτε απολογητικά και σίγουρα δεν είχαν την δική μου συναίνεση. Κι εδώ προχωράμε αργά- αργά στο επόμενο παράδειγμα.

Αλλά πριν πάμε, θα ήθελα σε αυτό εδώ ακριβώς το σημείο, να επισημάνω κάτι που βρίσκεται στο παρασκήνιο όλη αυτή την ώρα, και ίσως κάποιοι να μην το έχουν προσέξει:

Όταν μια γυναίκα, λεσβία και μη, “αντιμιλά” σε κάποιον άντραόπου αντιμιλά σημαίνει από διεκδικεί το δίκιο της ως και απλώς υπάρχει θέτει τη ζωή της σε κίνδυνο.

Ναι, βαρύ ακούγεται. Αλλά τι να κάνουμε, έτσι είναι. Όταν εκείνο το ταβάνι στην Πλάκα κοκκίνισε, πήρα μια απόφαση. Να θέσω τη ζωή μου σε κίνδυνο. Κάποιοι θα το έλεγαν fightαπό τη γνωστή τριάδα fight, flight or freezeεγώ θέλω να το λέω συνειδητή λεσβιακή απόφαση, έτσι για το εφέ!

(Αυτό!)

Κλείνει η παρένθεση και πηγαίνω πίσω στον δασύτριχο άντρα που με πλησίασε πριν λίγο καιρό και πίσω στο Βέλγιο και στο πατάρι ενός μπαρ.

Εκεί, βρίσκομαι μόνη με μια φίλη Βελγίδα και σε αυτή την περίπτωση εγώ είμαι η αλλοδαπή. Παίζουμε μπιλιάρδο και ευχαριστιόμαστε την άπλα, έως ότου από την περιστρεφόμενη σιδερένια σκάλα που οδηγεί στο πατάρι, ακούμε να ανεβαίνει εκείνο που επρόκειτο να γίνει ο λόγος της πρόωρης αποχώρησης μας από το μπαρ.

Τρεις άντρες στη σειρά. Είναι παρέα. Ο πρώτος ανεβαίνει και μας προσπερνά. Ο δεύτερος έρχεται καρφωτός στο τραπέζι του μπιλιάρδου όπου η φίλη μου ετοιμάζεται να χτυπήσει μια από τις μονόχρωμες μπάλες της, και τοποθετεί και τα δυο του χέρια πάνω στο τραπέζι. Τα κρατά το ένα σε απόσταση από το άλλο, και τα χρησιμοποιεί για να τον στηρίξουν όσο ο κορμός του γέρνει προς τα εμπρός και ολόκληρο το σώμα του ισορροπεί στο τραπέζι. Στο τραπέζι ΜΑΣ!

Δεν τον νοιάζει τίποτα. Δεν φαντάζεται πως υπάρχει στη γη, στο σύμπαν (!) και κάποιος άλλος άνθρωπος πέρα από εκείνον. Και εννοείται πως το έχει δεδομένο πως όλες θα πρέπει να σταματούν ό,τι κάνουν τη στιγμή που εκείνος- ο μοναδικός άνθρωπος- εμφανίζεται στο διάβα τους, και να περιμένουν καρτερικά και υπάκουα τις οδηγίες του.

Με αυτό το στυλ λοιπόν, μας ρωτάει στα Βελγικά Φλαμανδικά:

“Βι ιζ ‘ετ μετ φουλ;”

Δεν έχω κανένα πρόβλημα να καταλάβω με τα επαρκή Βελγοφλαμανδικά μου πως ενδιαφέρεται να μάθει ποια από τις δυο μας παίζει με τις μονόχρωμες μπάλες του μπιλιάρδου. Η λέξη “φουλ“, ακούγεται κάπως κοντά στο αγγλικό full=φουλ, που σημαίνει γεμάτο και υπονοεί το χρώμα. “Full Color”, γεμάτες χρώμα δηλαδή, είναι οι μπάλες που εμείς θα λέγαμε μονόχρωμες. Σε αντίθεση με τις δίχρωμες που εκείνος θα τις έλεγε χαλφ, δηλαδή μισές (μισό χρώμα και μισό άσπρο).

Μας ρωτάει δηλαδή κάτι το οποίο είναι πιο εμφανές και από το φως της ημέρας. Η φίλη μου στοχεύει ξεκάθαρα μια μονόχρωμη μπαλίτσα.

Αλλά αυτός γυρεύει μια απάντηση στο προφανές κι εμείς ψάχνουμε πιθανές εξόδους από την κατάσταση. Ο τρίτος άντρας εντωμεταξύ προσπερνά τον γερμένο φίλο του και την όλη σκηνή και πηγαίνει προς το καπνιστήριο πίσω μας.

Είμαστε περικυκλωμένες από τρεις άντρες σε ένα πατάρι και η φίλη μου σαφώς παγώνει (freeze) και δεν του απαντά τίποτα, μονάχα με κοιτάζει. Εγώ σε κατάσταση fight και πάλι, αλλά αυτή τη φορά σε soft fight, ή αλλιώς σε half fight– half διπλωματία. Δηλαδή δίχρωμη! Επιστρατεύω τα Αγγλικά μου, σκύβω προς το μέρος του και τον ρωτώ: “Fool;”

Στα Αγγλικά η λέξη fool γραμμένη με δύο “ο” σημαίνει χαζός και χρειάζεται να την προφέρεις κάπως πιο τραβηγμένη από τη λέξη full που σημαίνει γεμάτο.

Με κοιτάζει λες και είμαι από άλλο πλανήτη (που είμαι!). Η Βελγίδα φίλη μου που ξεκολλάει, μου εξηγεί στα Αγγλικά τι ρώτησε αυτός στα Φλαμανδικά, νομίζοντας και εκείνη πως εγώ δεν έχω καταλάβει. Η μικρή παύση για μεταφράσεις δίνει σε όλους μας χρόνο να αποσυμπιεστούμε.

Το παλικάρι (τι παλικάρι δηλαδή, παλίκαρος!) που φαίνεται πως διστάζει να μιλήσει στα Αγγλικά, το επιχειρεί. Μου κάνει την ίδια ερώτηση μεταφρασμένη και σε μεγαλύτερη ένταση, για να είναι σίγουρος πως θα (υπ)ακούσω, ενώ ταυτόχρονα ακουμπάει την μονόχρωμη- full μπάλα στο τραπέζι την οποία στόχευε η φίλη μου δευτερόλεπτα πριν μας διακόψει.

Χου ιζ φουλ;”, με ρωτάει

(μτφ:“Ποια είναι με τα full;”)

Ααα”, λέω κι εγώ (η από άλλο πλανήτη).

Άι θόουτ γιου ασκντ χου ιζ δε fool

(μτφ: νόμιζα πως ρώτησες ποιος είναι ο χαζός)

 

Αι θόουτ ιτ γουοζ ε ριτορικαλ κουεστιον!”, συνέχισα

(μτφ: νόμιζα πως η ερώτησή σου ήταν ρητορική) 

 

 Αλλά εκείνος δεν μου απάντησε τίποτα.

 

Καταλαβαίναμε κι οι δυο μας, πως τα Αγγλικά με είχαν σώσει. Γιατί είναι αλλιώς να είσαι μαλάκας άντρας στη γλώσσα σου κι αλλιώς να είσαι μαλάκας άντρας στα Αγγλικά (αν τα αγγλικά δεν είναι η μητρική σου γλώσσα). Άντε να βρεις το σωστό ύφος, τη σωστή λέξη και τον σωστό τόνο. Δύσκολο και κυρίως ξενέρωτο!

Όμως, κάπου βαθιά μέσα του τον φανταζόμουν να αισθάνεται άβολα και να συνειδητοποιεί πόσο χαζός ήταν. Ήθελα να πιστέψω ότι καθυστερούσε να μου απαντήσει γιατί έψαχνε τις σωστές λέξεις για να ζητήσει συγγνώμη που μας διέκοψε το παιχνίδι. Αλλά τίποτα. 

Σήκωσε τα χέρια του από το τραπέζι ένα προς ένα, βασανιστικά και αργόσυρτα, σαν σαύρα, πήγε να βρει τον φίλο του στο καπνιστήριο. Ήταν μια μικρή νίκη σίγουρα. Τα Αγγλικά είχαν λειτουργήσει σαν λιπαντικό που μου επέτρεψε να (ξε)γλιστρήσω σαν χέλι, πριν να αγριέψει το θηρίο.

Ιν δε μιν τάιμ (εντωμεταξύ), ο πρώτος από τους τρεις φίλους παρέμενε κοντά μας. Πιστό  λυκόσκυλο, πλήρως συγκεντρωμένο σε εμάς. Δεν πήρε λεπτό τα μάτια του από πάνω μας και από το τραπέζι. Κάπου εκεί η φίλη μου και εγώ, η αλλοδαπή, χωρίς να ανταλλάξουμε κουβέντα, γνωρίζαμε πως είχε έρθει η ώρα να φύγουμε από το πατάρι πριν να είναι αργά. Έτσι και κάναμε.

Και με αυτά και με εκείνα, τέλειωσαν τα δύο παραδείγματα, τα βγαλμένα από τη ζωή. Κι άλλο κάτι δεν έχω να πω (να γράψω).

Παρά μόνο να υπενθυμίσω: οι λεσβίες δεν είμαστε όλες το ίδιο (ένα) άτομο και δεν μισούμε όλους τους άντρες (τους μέσα και τους έξω μας).

Αλλά σίγουρα – και αυτό είναι μια ανακοίνωση εκ μέρους όλων των λεσβιών – μισούμε τους άντρες του δεύτερου παραδείγματος. Αν δεν καταλαβαίνετε γιατί, βρείτε μια λεσβία, δώστε της το παράδειγμα και περιμένετε να σας εξηγήσει (γιατί άλλωστε αυτή είναι η δουλειά της κάθε λεσβίας τουέντι φορ σεβεν! Να εξηγεί!)

 

εδώ ένας άλλος άντρας, που δεν ξέρω αν τον μισώ, εξηγεί τη διαφορά στην προφορά fool και full στα Αμερικάνικα Αγγλικά

Αρνούμαι να καταλήξω σε συμπεράσματα, κι αν πέφτω στην παγίδα τους είναι που καμιά φορά δε τα προλαβαίνω. Δεν έχω και απόψεις, γιατί προϋποθέτουν μία μόνο πλευρά και από εδώ που είμαι δε την βλέπω. Όταν συναντώ ειδικούς χρησιμοποιώ εφαρμογές μετάφρασης και όταν συστήνομαι, ξεχνώ ποια είμαι. Έχω μεταναστεύσει για να αντι-μετωπίσω το μετατραυματικό στρες που μου προκάλεσε η πατριαρχική μας κοινωνία και νομίζω πως ο αντίλογος, η αντηλιά, το αντικειμενικό, ο αντιδραστήρας και το antivirus έχουν πλάκα. Αν και εσείς βγάζετε συμπεράσματα κατά λάθος, μπορείτε να μου τα στείλετε στο xristina_trixa@hotmail.com