Ψηφίστηκε πριν από λίγο το νομοσχέδιο του υπουργείου Υγείας, σχετικά με τις μεταρρυθμίσεις στην Ιατρικώς Υποβοηθούμενη Αναπαραγωγή.

Το νομοσχέδιο, μεταξύ άλλων, απαγορεύει τις ιατρικές παρεμβάσεις στα ίντερσεξ παιδιά, δημιουργεί ένα πλαίσιο για την ομαλή ανάπτυξη του φύλου τους και της προσωπικότητας τους. Αναγνωρίζει, επίσης, τη δυνατότητα στα άτομα με HIV για υποβοηθούμενη αναπαραγωγή.

Συγκεκριμένα τα άρθρα που αφορούν τα ίντερσεξ άτομα ψήφισαν:

Άρθρο 17: όλα τα κόμματα υπέρ, εκτός ΚΚΕ και Ελληνική Λύση που ψήφισαν παρών.

Άρθρο 18: όλα τα κόμματα υπέρ, εκτός ΚΚΕ και Ελληνική Λύση που ψήφισαν παρών.

Άρθρο 19: όλα τα κόμματα υπέρ, εκτός Ελληνική Λύση που ψήφισε παρών.

Άρθρο 20: όλα τα κόμματα υπέρ, εκτός ΚΚΕ που ψήφισε παρών

Τι αναφέρουν τα άρθρα

1. Οι ιατρικές πράξεις και θεραπείες, όπως χειρουργική ή ορμονική, για την ολική ή μερική αλλαγή των χαρακτηριστικών φύλου όπως αυτά ορίζονται στην παρ. 2 του άρθρου 2 του ν. 4491/2017 (Α’ 152) δύνανται να διενεργηθούν σε ανήλικο ίντερσεξ άτομο που έχει συμπληρώσει το δέκατο πέμπτο (15ο) έτος της ηλικίας του, μόνο με την ελεύθερη συναίνεση κατόπιν ενημέρωσης του ιδίου και των προσώπων που ασκούν τη γονική μέριμνα ή ασκούν την επιμέλειά του, σύμφωνα με την υποπερ. αα) της περ. β) της παρ. 2 του άρθρου 12 του ν. 3418/2005 (Α’ 287), περί των προϋποθέσεων της παροχής έγκυρης συναίνεσης ανηλίκου ασθενούς για την εκτέλεση σε αυτόν ιατρικών πράξεων από ιατρό.

2. Απαγορεύεται οποιαδήποτε ως άνω ιατρική πράξη ή θεραπεία, σε ανήλικο ίντερσεξ άτομο που δεν έχει συμπληρώσει το δέκατο πέμπτο (15ο) έτος της ηλικίας του, εάν δεν έχει προηγουμένως δοθεί η σχετική άδεια με αμετάκλητη απόφαση του αρμόδιου Ειρηνοδικείου του τόπου διαμονής του ανηλίκου, η οποία χορηγείται κατά την εκουσία διαδικασία. Η επ’ ακροατηρίω διαδικασία διεξάγεται κεκλεισμένων των θυρών. Η άδεια χορηγείται κατόπιν γνωμοδότησης της Επιτροπής της παρ. 3, η οποία προσκομίζεται και εκτιμάται ελεύθερα από το Δικαστήριο, αυτοπρόσωπης ακρόασης εκπροσώπου της και μετά από αυτοπρόσωπη ακρόαση του ανηλίκου από τον Δικαστή, τηρουμένων των όρων της υποπερ. αα) της περ. β) της παρ. 2 του άρθρου 12 του ν. 3418/2005. Η άδεια δύναται να χορηγηθεί μόνο για ιατρικές πράξεις ή θεραπείες που δεν μπορούν να αναβληθούν, μέχρι τη στιγμή που ο ανήλικος θα έχει συμπληρώσει την ηλικία των δεκαπέντε (15) ετών και οι οποίες δεν επιφέρουν άλλες μελλοντικές, μη αναστρέψιμες ή σημαντικές επιπλοκές στην υγεία του ανήλικου. Κατ’ εξαίρεση, η εν λόγω άδεια δεν απαιτείται όταν η ιατρική πράξη ή θεραπεία είναι αναγκαία για την αποτροπή κινδύνου για τη ζωή ή την υγεία του ανηλίκου υπό την έννοια των περ. α) και γ) της παρ. 3 του άρθρου 12 του ν. 3418/2005 και δεν μπορεί να αναβληθεί μέχρι την έκδοση της σχετικής απόφασης.

3. Συστήνεται διεπιστημονική επιτροπή για την έκδοση της γνωμοδότησης της παρ. 2, στην οποία συμμετέχουν, τουλάχιστον, ένας ιατρός με εμπειρία σε επεμβάσεις επί ίντερσεξ ατόμων ή οποιεσδήποτε παρεμβάσεις κανονικοποίησης των χαρακτηριστικών φύλου σε έδαφος Διαταραχών της Ανάπτυξης Φύλου (ΔΑΦ/DSD), ένας νομικός με ειδίκευση σε θέματα βιοηθικής, ένας ψυχολόγος κατά προτίμηση με εμπειρία σε θέματα χαρακτηριστικών φύλου, ένας κοινωνικός λειτουργός με εμπειρία σε θέματα χαρακτηριστικών φύλου και ένας εκπρόσωπος της κοινότητας των ίντερσεξ πολιτών με ανάλογη κατάρτιση. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας καθορίζονται η συγκρότηση, η σύνθεση, η θητεία και η ανανέωση αυτής, η έδρα, η διαδικασία υποβολής αιτημάτων στην Επιτροπή και ο τρόπος λειτουργίας της. Ειδικώς, για τον καθορισμό της αποζημίωσης των μελών, στην απόφαση του προηγούμενου εδαφίου συμπράττει και ο Υπουργός Οικονομικών.

4. Σε περίπτωση διενέργειας των ιατρικών πράξεων ή θεραπειών της παρ. 1, οι οποίες έχουν επιφέρει ασυμφωνία με το καταχωρισμένο φύλο του ανηλίκου, το καταχωρισμένο φύλο διορθώνεται από το αρμόδιο δικαστήριο.

5. Ιατροί που παραβιάζουν την παρ. 1, πέραν των προβλεπόμενων πειθαρχικών και διοικητικών κυρώσεων, τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή. Η επανειλημμένη τέλεση της πράξης του πρώτου εδαφίου συνιστά επιβαρυντική περίσταση. Σε κάθε περίπτωση και ανεξαρτήτως του ύψους της επιβληθείσας ποινής, ο υπαίτιος τιμωρείται υποχρεωτικά και με την παρεπόμενη ποινή του άρθρου 65 του Ποινικού Κώδικα (ν. 4619/2019, Α’ 95), περί απαγόρευσης άσκησης επαγγέλματος.