Η μικρή επαρχιώτισσα που πήγε κόντρα στα κοινωνικά στερεότυπα για να κυνηγήσει τα όνειρα της. Η λαϊκή τραγουδίστρια που έγινε πρώτο όνομα, επειδή αγάπησε το τραγούδι και όχι τις μεγάλες πίστες. Η σύγχρονη γυναίκα που έμαθε να συγχωρεί και να
διεκδικεί τη σεξουαλικότητά της. Η Ελένη Τσαλιγοπούλου!

Από πού ξεκινά η ιστορία της Ελένης Τσαλιγοπούλου;

ακολουθεί διαφήμιση...

Από μία μικρή επαρχιακή πόλη, τη Νάουσα, σε μια προσφυγική γειτονιά. Με μικρά σπίτια, χωρίς πολυκατοικίες, πριν ακόμη πέσει η άσφαλτος στον δρόμο. Σε μια εποχή όμορφη αλλά και πολύ δύσκολη. Ειδικά για τα κορίτσια.

Πώς θυμάστε τον εαυτό σας σ΄αυτή τη γειτονιά;

Ως ένα χαρούμενο παιδί με πολλά παιδιά τριγύρω του. Οι γονείς μου ήταν ταβερνιάρηδες, είχαν τη συνοικιακή ταβέρνα, «η Μηλιά». Ήμασταν μία ωραία μικρή κοινότητα με πολλή μουσική. Γιατί οποιοδήποτε κομμάτι της ζωής μου ντύνεται με μουσική. Στην οικογένειά μου, ήταν όλοι λάτρεις και εραστές της μουσικής με πρώτο και καλύτερο τον πατέρα μου, ο οποίος ήταν θαυμάσιος ψάλτης και γούσταρε τα δημοτικά τραγούδια. Με τον παππού να αγαπάει τρελά τον Τσιτσάνη και τον Καλδάρα και τους θείους μου να φέρνουν τον Θεοδωράκη και τον Χατζηδάκι στο σπίτι. Παντού μουσική. Όμορφα χρόνια σε μια μικρή κοινωνία που έχει τα καλά της, έχει όμως και τα στραβά της.

Φαντάζομαι ότι τα στερεότυπα που υπήρχαν τότε για τις γυναίκες ήταν σκληρά. Όπως και οι συμπεριφορές απέναντι σε μία γυναίκα που αποφασίζει να χωρίσει και να κυνηγήσει το όνειρό της. Ήθελε πολλή δύναμη, όλο αυτό…

Για μένα ήταν δεδομένο. Ο λόγος που βρέθηκα με τον πατέρα του γιου μου ήταν η μουσική. Όλοι ζητάμε την ελευθερία μας και συχνά νομίζουμε ότι η ελευθερία μας, μας περιμένει έξω από το σπίτι. Θυμάμαι από μικρή να λέω: «να γίνω 17 χρόνων και να φύγω από το σπίτι». Ήμουν τσαμπουκαλού, τρομερό αγοροκόριτσο με κλωτσιές, μπουνιές, πέτρες και ξύλα. Θεριό ανήμερο. Βρέθηκε ο άνθρωπος αυτός και αποφασίσαμε να κάνουμε οικογένεια και να ζήσουμε τη ζωή που θέλουμε. Μένω έγκυος, γεννάω το παιδί μου, πολύ νέα, 19 ετών. Πάλι καλά, τώρα που το σκέφτομαι, γιατί μετά μπαίνοντας στη μουσική δεν νομίζω να έκανα παιδί. Δεν θα έβρισκα τον χρόνο.

Είχατε, όμως, και το όνειρο να γίνετε τραγουδίστρια.

Από πάντα. Είχα και μια φωνή που κανένας δεν μπορούσε να αντισταθεί. Δάκρυζε κόσμος (γέλια). Οι γονείς μου, επειδή ήξεραν την πετριά μου για το τραγούδι, με κατάλαβαν και ειδικά ο μπαμπάς μου με στήριξε πάρα πολύ. Η κοινωνία πάλι όχι και όταν χώρισα τον άνδρα μου με πολέμησε. Έκανε σχόλια τύπου «άφησε τον άνδρα της για να γίνει πουτάνα» και άλλα τέτοια. Το ειρωνικό ήταν, πως ενώ όλοι ήξεραν το ταλέντο μου και μου έλεγαν ότι θα κάνω καριέρα, όταν χώρισα για να αντιμετωπίσω τη ζωή μου σε σχέση με την τέχνη μου – γιατί αυτό ήθελα – με πολέμησαν και αυτό με διέλυσε.

Πώς καταφέρατε τελικά να διαχειριστείτε όλον αυτόν τον πόλεμο;

Νομίζω ότι με αυτό τον τρόπο μπήκα στη σκληρότητα της ζωής και δεν σου κρύβω ότι έκανα και αρκετά χρόνια για να το ξεπεράσω. Όλο αυτό το «πατρίς, θρησκεία, οικογένεια» με λάβωσε. Παρόλο που είχα την τέχνη μου να εξελίσσεται και να μου δημιουργεί νέους τρόπους εκτόνωσης, έφτασα αρκετά μεγάλη – κάπου κοντά στα 40 – για να μπορέσω να ψυχαναλυθώ και να μπορέσω να πετάξω όλο αυτό το πράγμα του καθωσπρεπισμού. Είχα πάντα μια ενοχή. Και όταν έχεις αυτή την ενοχή δεν είσαι καλή μητέρα, καλή σύντροφος, καλή φίλη. Άφησε ένα αποτύπωμα της επαρχιώτισσας πάνω μου. Ωστόσο, μέσα από το τραγούδι εξελίχθηκα ως άνθρωπος. Έμαθα, διάβασα, μπήκα στη ζωή, απέκτησα μία αισθητική διαφορετική. Μπορεί να σου πω ότι ίσως το γεγονός αυτό με διαμόρφωσε και θετικά. Έβλεπα τα πράγματα από τη μεριά του ανθρώπου που έχει πονέσει. Ήταν όμως ένα σκληρό μάθημα της ζωής.

Τα ξαναβρήκατε ποτέ με αυτή την κοινωνία;

Ναι! Γιατί, με το που αντιλήφθηκε τη σχέση μου με το τραγούδι, με δέχθηκε ξανά. Έφτασαν μάλιστα στο σημείο να μου προτείνουν να γίνω πρόεδρος του φεμινιστικού κινήματος της περιοχής. Εδώ θέλω να σου πω και κάτι άλλο. Μετά από όλα αυτά τα χρόνια, διαλέγω και πάλι τη μικρή κοινωνία.

Γιατί;

Γιατί ξέρω πλέον να την χειριστώ. Μπορώ να είμαι αυτό που είμαι, πετώντας όλα τα σκάρτα της πράγματα.

Η σεξουαλικότητα τι ρόλο παίζει στη ζωή σας;

Πολύ σημαντικό. Είμαι ένα πρόσωπο που πραγματικά αισθάνεται έντονο ερωτισμό. Άργησα, όμως, να χαρώ το σεξ. Από τα 35 μέχρι τα 55 μου νομίζω ότι έδρασα έντονα ως σεξουαλικό ον. Τότε ήταν που ευχαριστήθηκα πολύ το σεξ.

Ο τρόπος που αντιλαμβανόσασταν αυτήν τη σεξουαλικότητα ήταν ανέκαθεν δεδομένος;

Στην αρχή δεν είναι ποτέ δεδομένος. Νομίζω πως όλα τα παιδιά όταν ξεκινούν, προβληματίζονται με τη σεξουαλικότητά τους. Όταν είσαι 12 και 13 ετών και ανακαλύπτεις το σώμα σου, δεν ξέρεις ακριβώς τι συμβαίνει. Απλώς έχει κάποιους πάνω από το κεφάλι σου, μία κοινωνία, που προσπαθεί να σου επιβάλλει. Τα πρώτα χρόνια προβληματίστηκα και εγώ με τη σεξουαλικότητα μου σε σχέση με άτομα του ίδιου φύλου, αλλά χωρίς να μπω στην περιπέτεια. Μη ξεχνάμε ότι μιλάμε για δεκαετίες που δεν γίνονταν συζητήσεις για τέτοια πράγματα. Βασικά για τίποτα. Εδώ θυμάμαι να μιλάω στη γιαγιά μου για ένα αγόρι και εκείνη να μου λέει: «ό,τι κάνεις από τη μέση και πάνω, γιατί θα σου κόψω τα πόδια». Επίσης, εκείνα τα χρόνια ήταν τρομακτικό αυτό που εισέπρατταν τα γκέι άτομα. Ήταν ένα πράγμα πάρα πολύ σκληρό. Και ένας λόγος που είχα εκτιμήσει πάρα πολύ τον Μάνο Χατζηδάκι ήταν ότι έγινε από τα πρώτα άτομα στην Ελλάδα που μίλησε ανοιχτά. Αισθάνομαι περήφανη που τον γνώρισα. Γιατί και για μένα δεν υπάρχει αυτός ο διαχωρισμός της σεξουαλικότητας.

Πάντα το πιστεύατε αυτό;

Ναι. Δεν σου κρύβω πως υπήρχε και υπάρχει μια ιδιαίτερη σχέση με τα άτομα της κοινότητας. Ανακαλύπτουν την αλήθεια μου. Μία αλήθεια που δεν μπορούν να ανακαλύψουν εύκολα άλλοι ακροατές. Έχουν την ευαισθησία να το κάνουν. Και αυτό για μένα είναι η εξέλιξη της ανθρώπινης ψυχής.

Λαμβάνοντας υπόψη ότι ο πατέρας σας ήταν ψάλτης, φαντάζομαι ότι υπήρχε και μια έντονη εκκλησιαστική κατήχηση στο σπίτι.

Υπήρχε, όπως υπήρχε και στα περισσότερα σπίτια της γειτονιάς εκείνη την εποχή. Για μένα, όμως, η εκκλησία ήταν/είναι περισσότερο οι ύμνοι. Όπως ο πατέρας μου έγινε ψάλτης γιατί είχε πολύ ωραία φωνή και δεν τα είχε πολύ καλά με τους παπάδες, έτσι και για μένα το κομμάτι αυτό είχε να κάνει κυρίως με τη μουσικότητα, που έχει η βυζαντινή μουσική. Και επειδή είναι αδερφάκια με την παραδοσιακή μουσική, την αγαπώ κι αυτή. Αλλά η Ελένη Τσαλιγοπούλου όταν ήταν έφηβη πίστευε σε όλα. Στον Χριστό, στην Ανάσταση, στον Άγιο Βασίλη σε όλα.

Θυμάμαι και μία δήλωσή σας για έναν εξορκισμό που είχατε «περάσει».

Εκείνο το διάστημα υπήρχε έντονα το δάχτυλο της γιαγιάς μου πάνω μου. Και ήταν το διάστημα που εγώ έπρεπε να δώσω κάτι εξετάσεις και κάπως με είχε φοβίσει το όλο περιβάλλον και κυρίως η γιαγιά μου. Κάποια στιγμή σαν να είδα ένα όραμα με την Παναγία. Έπαθα επιληπτική κρίση και επειδή ήταν τόσο πολύ έντονο όλο αυτό, μου έφεραν έναν παπά να με ξορκίσει. Τελικά, απ’ όλο αυτό το θέμα «πατρίς, θρησκεία, οικογένεια», όλα τα έχω κάνει (γέλια). Και εξορκισμό έφαγα και παντρεύτηκα και έκανα παιδί σε πολύ μικρή ηλικία και χώρισα. Ακριβώς λίγο πριν αλλάξει η κοινωνία και ο τρόπος που έβλεπε τις ανθρώπινες σχέσεις. Το παιδί μου στο δημοτικό ήταν το μοναδικό παιδί χωρισμένων γονιών και στο γυμνάσιο υπήρχαν μόνο τρία με γονείς που δεν είχαν χωρίσει.

Ας γυρίσουμε στο κυνήγι του ονείρου σας να γίνετε τραγουδίστρια. Τι θυμάστε από τότε;

Μια άλλη εποχή. Μια εποχή που η μουσική δεν ήταν είδος πολυτελείας. Ήταν ανάγκη. Ο κόσμος έβγαινε από το σπίτι για διασκεδάσει και να ερωτευτεί. Ήταν πολύ σημαντική η μουσική σε όλα τα επίπεδα. Και εγώ επειδή ήμουν ένα πλάσμα έξω καρδιά, το ευχαριστιόμουν όλο αυτό.

Και κάπου εκεί γίνεται και ο δίσκος «Κορίτσι και γυναίκα», ένας από τους πιο αντιπροσωπευτικούς έντεχνους δίσκους της εποχής.

Με το που ήρθα στην Αθήνα, γνωρίζω τον Γιώργο Ανδρέου. Ερωτευόμαστε και μέσα από τον έρωτά μας δημιουργείται αυτός ο δίσκος. Είναι η πρώτη φορά που ο Γιώργος έγραψε μουσική και έγινε μέσα από τον έρωτα και την αγάπη.

Ποιες άλλες επαναστάσεις χρειάστηκε να κάνετε για να πετύχετε το όνειρό σας;

Αυτό που χρειάστηκε να κάνω είναι να πω πάρα πολλά όχι, για να μπορέσω να δημιουργήσω τη δική μου άποψη σε σχέση με τη μουσική. Ήδη, όταν κατέβηκα στην Αθήνα, δε μου άρεσαν πολλά πράγματα. Δεν μου άρεσαν οι πίστες, τα τραπέζια με τα πιάτα και τα κολονάτα ποτήρια, όλη αυτή η νοοτροπία του σκυλάδικου. Δεν μου άρεσε όλη αυτή η διάθεση που υπήρχε να φύγει το λαϊκό τραγούδι από τον μικρό χώρο, το κουτούκι, και να πάει σε μεγαλύτερους χώρους για το θεαθήναι.

Σας έκαναν προτάσεις σε μεγάλες πίστες και λέγατε όχι;

Ναι, γιατί δεν υπήρχε και κάτι άλλο. Θυμάμαι με το που κατέβηκα στην Αθήνα, πήγα σε ένα μεγάλο μαγαζί να δουλέψω. Ήταν στην Κυψέλη και λεγόταν «Επειγόντως». Εγώ, μόλις είχα ηχογραφήσει τον δίσκο του Γιώργου Ζήκα και κατέβηκα στην Αθήνα να βρω δουλειά. Βλέπω το μαγαζί, τα τραπεζομαχαιρα, τα λούσα… και παθαίνω πλάκα. Δε μου άρεσε καθόλου. Ήταν η πρώτη φορά που θα δούλευα σε μαγαζί στην Αθήνα. Μάλιστα, ήταν και η πρώτη φορά που με έβαλαν να υπογράψω συμβόλαιο. Θυμάμαι να υπογράφω και το αφεντικό μου να μου δίνει λεφτά για να ψωνίσω ρούχα σκηνής. «Θα πας σ΄αυτό το μαγαζί στα Πατήσια και θα πάρεις αυτά τα ρούχα», μου είχε πει. Πηγαίνω και εγώ και βλέπω κάτι φορέματα λαμέ, με παγιέτες… φρίκη. Αγοράζω ό,τι πιο απλό βρίσκω. Ξεκινάει το πρόγραμμα με το μαγαζί γεμάτο. Την τρίτη μέρα με βλέπει το αφεντικό και καταλαβαίνει ότι δεν περνάω καθόλου καλά. Αφού τελειώνω τα πρώτα τρία τραγούδια, βάζω τα ρούχα σε μια μαύρη τσάντα, πηγαίνω στο αφεντικό και του λέω «εγώ φεύγω». Εκείνος με αγκαλιάζει, κλαίει και μου εύχεται καλή τύχη. Αφήνω τα ρούχα στην πόρτα και φεύγω.

Υπήρχαν όμως και φορές που χρειάστηκε να δουλέψετε σε μεγάλους χώρους.

Γενικά, είχα ένα άχτι με τα μεγάλα μαγαζιά, μέχρι που πήγα στον Χάραμα με τη Γαλάνη. Πώς το δέχθηκα δεν ξέρω. Ήταν όμως ένα πρόγραμμα απίστευτο. Αν αισθάνομαι τυχερή για κάτι, είναι ότι ήμουν μέσα σ’αυτό. Ότι δημιουργήθηκε στην Αθήνα ξανά η αίσθηση του Τσιτσάνη, του Παπαϊωάννου, του μικρού χώρου που γίνεται ένα πραγματικό γλέντι. Πιο μετά ακολούθησαν και άλλοι μεγάλοι χώροι, όπως η «Σφεντόνα», το «Φως» και η «Ανοδος». Όλα αυτά έγιναν σε μια δεκαετία και ήταν λίγο νερό στο κρασί μου. Υπήρχε και ένα κοινό που ακολουθούσε αυτό που έκανα. Είχα πια τα δικά μου mainstream τραγούδια. Βέβαια, όταν μπαίναμε στο θέμα λαϊκή διασκέδαση, εκεί λίγο με πονούσε.

Γιατί;

Γιατί αναγκαζόμουν να πω τα πολύ γνωστά λαϊκά τραγούδια, στα οποία ο κόσμος αντιδρούσε περισσότερο. Εγώ, όμως επειδή αγαπώ το λαϊκό τραγούδι, προσπαθούσα να πω κι άλλα, λιγότερο γνωστά, χωρίς όμως με την ίδια ανταπόκριση. Είχα φύγει από τους μικρούς χώρους και δεν μπορούσα να περάσω ούτε ένα τραγούδι. Αυτό το πράγμα, να μην μπορώ να κάνω τη δουλειά μου όπως θέλω, με εξόργιζε. Με έκανε να μη θέλω τα μπουζούκια. Ένας λόγος που δεν έκανα δικά μου λαϊκά τραγούδια είναι κι αυτός. Γιατί δεν ήθελα να χρησιμοποιηθούν στα μεγάλα μαγαζιά. Να λέγονται με τον πιο βαρετό τρόπο που υπάρχει επί της γης. Γι΄αυτό και εγώ έλεγα το «Πιάσε με», που είχε τις μουσικάρες του και γινόταν μια δράση, υπήρχε ένα πάθος. Ακόμα και τα λαϊκά τραγούδια που είπα αργότερα, τα έκανα έτσι όπως τα ήθελα εγώ. Σκέψου το «Μη περιμένεις πια», Τα «Παιδιά της γειτονιάς», το «Τζιβαέρι». Πάντα έδινα μία εσάνς, σύμφωνα με το πώς εγώ αντιμετωπίζω την παράδοση και το τραγούδι. Εγώ αγαπώ το λαϊκό τραγούδι της δεκαετίας του ‘50 και του ‘60. Αυτό που έγραψε ο Τσιτσάνης, ο Καλδάρας, ο Ζαμπέτας, ο Χιώτης. Σε αυτό δίνω τη μεγαλύτερη βάση.

Πώς, όμως, αυτοπροσδιορίζεστε καλλιτεχνικά;

Ως λαϊκή τραγουδίστρια. Αν και έχω τραγουδήσει πολλά και διαφορετικά πράγματα – έπαιξα σχεδόν με όλο το έντεχνο, χρησιμοποιώντας όμως και την ποπ διάθεση και την ροκ διάθεση ακόμη και την πιο ηλεκτρονική διάθεση, ο πυρήνας μου είναι το λαϊκό τραγούδι.

Τι σημαίνει «λαϊκή τραγουδίστρια»;

Να μπορεί να επικοινωνείς και να έρχεσαι κοντά με τον κόσμο, τραγουδώντας αυτά τα τραγούδια.

Όλη αυτή η τοξικότητα που εισπράξατε στην αρχή, συνέχισε και στην πορεία της καριέρας σας;

Όχι, μάλλον γιατί έγινα πολύ αυστηρή με τους ανθρώπους που έχω γύρω μου. Είμαι γενικά ένα πολύ συγκεντρωτικό πλάσμα. Μέχρι αηδίας. Εγώ ηγούμαι πάντα. Αλλά επειδή είμαι καλός άνθρωπος με συγχωρούν. Ίσως πάλι, επειδή όλη αυτή την τοξικότητα την έζησα από τόσο νωρίς, έπαψα να την προσέχω.

Ζούμε, κατά τη γνώμη σας, σε μία τοξική και ομοφοβική κοινωνία;

Ζούμε σε μια κοινωνία με λιγότερες γωνίες, που δεν έχει όλη αυτή την ασχήμια που κουβαλούσε τη δεκαετία του ‘80 και του ‘90 ακόμη. Θέλω να πιστεύω πως ζούμε σε μια κοινωνία που ο κόσμος επιτέλους αρχίζει να κατανοεί.

Σε τι πιστεύει η Ελένη Τσαλιγοπούλου;

Στον άνθρωπο και στο δικαίωμα που έχει να ζει ακριβώς όπως θέλει, χωρίς φόβο. «Από φόβο χάσαμε …» , λέει το τραγούδι. Χάνουμε από χιλιάδες άλλους λόγους. Ας μην χάνουμε και απ΄αυτόν.

Ας μιλήσουμε λίγο και για το σήμερα.

Αυτό που είμαι σήμερα έχει ενδιαφέρον για μένα. Είμαι μια γυναίκα στην κλιμακτήριο. Αυτό σημαίνει πως για ό,τι κάνω χρειάζεται λίγο μεγαλύτερη προσπάθεια αλλά και ότι πρέπει να ασχοληθώ περισσότερο με τον εαυτό μου. Η εικόνα μου και η φιλαρέσκειά μου έχουν λαβωθεί λίγο, επειδή έχω μεγαλώσει, πράγμα που με έχει κάνει να καταλάβω ότι πρέπει να αγαπήσω ξανά τον εαυτό μου έτσι όπως είναι. Ακόμη και σ΄αυτό όμως, έρχεται η τραγουδίστρια μέσα μου, που αισθάνεται καλά με τα όσα έχει καταφέρει και θέτει νέους στόχους, όπως ο δίσκος με τον Καλδάρα που ετοιμάζω.

Είναι τελικά το λαϊκό τραγούδι ένα τραγούδι που μπορεί να μιλήσει για διαφορετικότητα;

Ναι, αρκεί να μιλήσει με έναν διαφορετικό τρόπο. Να γίνει σύγχρονο. Οι ήρωες και οι ηρωίδες του να μεταμορφωθούν σύμφωνα με τα σημερινά δεδομένα. Να μιλήσουν για όλο το φάσμα. Έχω τραγουδήσει ένα λαϊκό τραγούδι που δεν έγινε και πολύ γνωστό που λέει: «μην βιαστείς να γυρίσεις δίπλα μου, πλάτη γύρνα μου, χρόνο ζήτα μου, μείνε μακριά». Στα λαϊκά τραγούδια που ξέρουμε, καμία ηρωίδα δε λέει ποτέ αυτά τα λόγια. Όχι, πρέπει να τα πει. Γιατί εγώ είμαι μια τέτοια γυναίκα. Μια γυναίκα που έχει εισπράξει αγάπη αλλά έχει εισπράξει και καταπίεση από τον ερωτικό της σύντροφό.

Αλήθεια, υπάρχει κάτι που δεν έχετε πει ποτέ σε κάποια συνέντευξη;

Ζητήματα που αφορούν στη σεξουαλικότητά μου. Αλλά το καλύψαμε κι αυτό σήμερα.

Κλείνοντας, τι θα θέλατε να πείτε στα άτομα που θα διαβάσουν αυτή τη συνέντευξη;

Να μη μασάνε, τα δύσκολα έχουν περάσει και πάνω απ΄όλα να παλεύουν για την αλήθεια τους!

συνέντευξη: Βασίλης Θανόπουλος & Βίκυ Αναγνωστοπούλου, φωτογραφίες: Γιώργος Γερανιός
Από μικρός ήθελα να γίνω αστροναύτης. Εξάλλου, πάντα θυμάμαι να μου λένε ότι "πετάω στα αστέρια". Λόγω όμως σχετικής υψοφοβίας αποφάσισα να αλλάξω επαγγελματικό προσανατολισμό και να γίνω δημοσιογράφος (απ' το κακό στο χειρότερο), Μπήκα στο Πάντειο (Τμήμα Επικοινωνίας, Μέσων & Πολιτισμού) και λίγους καφέδες αργότερα πήρα το πτυχίο μου. Έκτοτε το επαγγελματικό μου μετερίζι με έχει οδηγήσει στην πόρτα ανθρωπιστικών οργανισμών (Διεθνή Αμνηστία, Έλιξ) αλλά και πολλών έντυπων και διαδικτυακών μέσων (Esquire, Nitro, Protagon, κλπ). Η σχέση μου με το Antivirus ξεκίνησε τυχαία τον Μάρτιο του 2013. Έκτοτε έγινε λατρεία... Είτε εδώ είτε στο περιοδικό, όλο και κάπου θα με πετύχετε. Αν τώρα θέλετε να κάνετε και κάποιο σχόλιο... θα με βρείτε στο vth@avmag.gr. Cu!