Ένα κείμενο για τον Στέλιο

0
483
φωτογραφία: Γιώργος Τσιτιρίδης, πηγή: parallaximag.gr
Γνώρισα τον Στέλιο την πρώτη φορά που πήγα στο Ahududu, Τσικνοπέμπτη του 1999. Εγώ πρωτοετής στη Θεσσαλονίκη, εκείνος ντυμένος με αστραφτερή τουαλέτα.

του Αντώνη Παπάζογλου

Από το μακιγιάζ δεν μπορούσα να καταλάβω πόσο είναι, ή αν είναι ωραίος, ούτε γιατί η φήμη του μαγαζιού του με είχε βρει στην άλλη άκρη της χώρας. Μια σταλιά μαγαζί ήταν, σ’ ένα κωλόστενο, λίγο παρακμιακό και με μουσική που θαρρείς ότι έβγαινε από κασετόφωνο. Οπότε ποιος ξέρει γιατί ξαναπήγα… Ίσως γιατί δεν υπήρε άλλο gay bar τότε, ίσως για να δω πως είναι τελοσπάντων αυτός ο Στέλιος χωρίς μακιγιάζ και περούκα, ίσως γιατί ήμουν 19 και τίποτα δεν είχε πολλή σημασία.

Την επόμενη φορά λοιπόν, ο Στέλιος είχε βγάλει την τουαλέτα και μπόρεσα να δω πως είναι. Δε μου γέμισε και πολύ το μάτι, αλλά για κάποιο λόγο εκείνος με συμπάθησε και άρχισε να με ποτίζει σφηνάκια ο σάτυρος, εμένα που ήμουν μικρό και άβγαλτο. Ακολούθησαν γνωριμίες, άντρες, γυναίκες, gay και straight, το Ahu δεν έκανε διαχωρισμούς. Μέχρι το καλοκαίρι είχα γνωρίσει ένα σωρό κόσμο, είχα ξεθαρρέψει και χόρευα έξαλλα, δώστου ο Στέλιος σφηνάκια και κάθε φορά φεύγαμε ξημερώματα.

Κατά Σεπτέμβρη μεριά είχα πλέον και αυτοκίνητο, οπότε εκείνο το μήνα πήγα 25 νύχτες στη σειρά… Καμένος τελείως θα πεις. Τότε όμως το Ahu ήταν ακόμα το κέντρο του κόσμου. Όλα τα αγόρια Θεσσαλονίκης και περιχώρων πέρναγαν απο ΄κει. Και όλοι εκείνοι που σουλάτσαραν κάθε βράδυ στην Καλαχάρι και στο ζαρντέν, πάντα στο Ahu κατέληγαν, ή από ‘κει ξεκινούσαν. Και κάθε νύχτα ήταν πάρτι. Χορός, αγόρια, μεθυστικά αρώματα, ματιές, καρδιοχτύπια, φάσεις στις τουαλέτες και άφθονο αλκοόλ. Ο Στέλιος κέρναγε αβέρτα τους πάντες, έσπαγε σφηνάκια και ποτήρια σα να μην υπάρχει αύριο και έδινε παλμό στο πάρτι του. Όταν ο Στέλιος είχε κέφια φεύγαμε ξημερώματα, πατώντας πάνω σε σωρούς από σπασμένα γυαλιά, αλλά ευτυχισμένοι. Και τα μάτια του έλαμπαν. Όταν καμιά φορά είχε τις μαύρες του, γινόταν γκολ και τα ‘σπαγε ακόμα χειρότερα. Αλλά μετά έσβυναν τα φώτα, καθόταν στα σκοτεινά σε μια γωνιά του μπαρ και τραγουδούσε ένα πικραμένο τραγούδι, με μια φωνή σχεδόν αστεία, που όμως σου έσφιγγε την καρδιά.

Όταν το Ahududu απέκτησε ‘ανταγωνισμό’, οι πιο πιστοί του φίλοι δεν το εγκατέλειψαν. Το μαγαζάκι του τρόμου, όπως το έλεγε ο Στέλιος, πότε πήγαινε καλά και πότε όχι, αλλά εμείς εκεί. Όταν γνώρισα το αγόρι με το οποίο θα περνούσα τα επόμενα 8 χρόνια της ζωής μου, ο Στέλιος ήταν ο πρώτος που έμαθε πόσο πολύ μου άρεσε. Εκεί γιορτάσαμε τα γενέθλια του, εκεί έκλαψα όταν ήρθε το καλοκαίρι και θα έπρεπε να το περάσουμε χώρια, εκεί γυρνούσαμε το χειμώνα, με τσούρμο στρεϊτοπαρέα για ποτάκι «στου Στέλιου». Κάπως έτσι το Ahu είχε γίνει ‘στου Στέλιου’. Γιατί δεν ήταν τίποτα χωρίς τον Στέλιο. Γιατί κι εμείς δεν περνούσαμε καλά όταν ο Στέλιος δεν ήταν εκεί. Και όταν μετά από χρόνια το Ahu έκλεισε, ένιωσα πως έπρεπε τώρα να μεγαλώσω -και δεν ήθελα. Και τα μάτια του Στέλιου δεν έλαμψαν ξανά ποτέ το ίδιο.

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Screw (Oκτώβριος 2010, τεύχος 21)