12 Φεβρουαρίου, Βερολίνο. Μία παρέα ατόμων συγκεντρώνεται σε ένα καφέ για να πει ένα τραγούδι. Αν και η μουσική είναι γνώριμη – παραπέμπει στο γνωστό παιδικό τραγούδι Frere Jacques – οι στίχοι είναι στα ελληνικά με το όνομα του Ζακ, της Ζackie να ξεχωρίζει. Λίγες μέρες μετά και 2329 χιλιόμετρα μακριά σε μια δικαστική αίθουσα το όνομα του Ζακ, της Ζackie ακούγεται και πάλι. Αυτή τη φορά όχι ως στίχος ενός τραγουδιού…

Στη δικαστική αίθουσα ο γιος του κατηγορούμενου κοσμηματοπώλη της οδού Γλάδστωνος ανεβαίνει στο βήμα: «Ο πατέρας μου τόσα χρόνια φιλήσυχος άνθρωπος δεν έχει απασχολήσει ποτέ τον νόμο, μια ζωή παλεύει για να τα φέρει βόλτα με στερήσεις…», «τα κοσμήματα είναι δύσκολο να ασφαλιστούν…», «έχουν ένα κόστος αυτά, ούτε κάμερες μπορούσαμε να βάλουμε, ούτε συναγερμό…». 

Ένας νέος χαρακτήρας, αυτός του βιοπαλαιστή και οικογενειάρχη κοσμηματοπώλη (?!) που ποτέ δε θα δολοφονούσε έναν άνθρωπο, ξεπηδά από τις λέξεις του γιου του. «Ο πατέρας μου έχει παλέψει πάρα πολύ για τους πάντες… Δεν κοιμάται τα βράδια έχει την εικόνα στο μυαλό του.»

Παράλληλα με την κατασκευή του χαρακτήρα (του κοσμηματοπώλη), ένας άλλος χαρακτήρας δολοφονείται. Του θύματος, του Ζακ, της Ζackie. Το αφήγημα του ληστή επαναλαμβάνεται διαρκώς. Κόντρα σε όλα τα στοιχεία και τη λογική, η υπερασπιστική γραμμή των κατηγορουμένων έχει ποντάρει πολλά στο επιχείρημα «ας το λέμε μέχρι να το πιστέψουν, ας μετατοπίσουμε τον κέρσορα από το θύμα στο… κατάστημα».

«Αυτό που έχει μια ιδιαίτερη σημασία στην κατάθεση του μάρτυρα, είναι πώς κυριαρχεί το ΚΑΤΑΣΤΗΜΑ σαν ιδέα, ακόμη και αν δεν υπήρχαν κλοπιμαία, ακόμη και αν δεν είχε αφαιρεθεί τίποτα», θα σχολιάσει η Άννυ Παπαρρούσου, συνήγορος της οικογένειας του Ζακ. «Το ΚΑΤΑΣΤΗΜΑ είναι το αγαθό που αξίζει να προστατευθεί περισσότερο από κάθε άλλο, ακόμα και από την ανθρώπινη ζωή. Και αν αφαιρέθηκε μια ανθρώπινη ζωή δεν ενδιέφερε κανέναν, ούτε και τον μάρτυρα…»

Σε μια οθόνη το «Φρέρε Ζάκι» παίζει ξανά, μεταφέροντάς μας και πάλι στο Βερολίνο. Σε έναν καφέ. Εκεί όπου μια ορχήστρα και μια χορωδία, τέσσερις οικογένειες, τέσσερις κάμερες, μια κουίνα, δάκρυα, οργή και χρυσόσκονη τραγουδούν για μία δολοφονία που συνεχίζεται μέχρι και σήμερα. Ένα τραγούδι που έγινε βίντεο και που το υπογράφουν 2 μικρο-οικογένειες, δύο μεγαλο-οικογένειες (collectives), ένα σύνολο 50 ατόμων που κατοικούν στο Βερολίνο και ζητούν δικαίωση.

«Επιδιώκουμε με αυτό το τραγούδι να μπούμε στην αίθουσα και να αγγίξουμε τρυφερά το χέρι τους (των μελών της οικογένειας του Ζακ) κάθε φορά που μια προσβλητική φράση αφήνει τα στόματα όσων συνεχίζουν να κατηγορούν και να πληγώνουν, αντί να σκύβουν το κεφάλι. Με το τραγούδι αυτό “απαντάμε” σε όλα τα υβριστικά σχόλια που διαβάζουμε στο διαδίκτυο, σχόλια βασισμένα στις πρώτες εντυπώσεις των ΜΜΕ…»

Το βίντεο με τις μελωδικές φωνές τελειώνει. Δυστυχώς, όμως, όλες αυτές που εξακολουθούν να κακοποιούν τον Ζακ, την Ζackie συνεχίζουν. Ελπίζουμε όχι για πολύ ακόμη.

Φρέρε Ζάκι!

Από μικρός ήθελα να γίνω αστροναύτης. Εξάλλου, πάντα θυμάμαι να μου λένε ότι "πετάω στα αστέρια". Λόγω όμως σχετικής υψοφοβίας αποφάσισα να αλλάξω επαγγελματικό προσανατολισμό και να γίνω δημοσιογράφος (απ' το κακό στο χειρότερο), Μπήκα στο Πάντειο (Τμήμα Επικοινωνίας, Μέσων & Πολιτισμού) και λίγους καφέδες αργότερα πήρα το πτυχίο μου. Έκτοτε το επαγγελματικό μου μετερίζι με έχει οδηγήσει στην πόρτα ανθρωπιστικών οργανισμών (Διεθνή Αμνηστία, Έλιξ) αλλά και πολλών έντυπων και διαδικτυακών μέσων (Esquire, Nitro, Protagon, κλπ). Η σχέση μου με το Antivirus ξεκίνησε τυχαία τον Μάρτιο του 2013. Έκτοτε έγινε λατρεία... Είτε εδώ είτε στο περιοδικό, όλο και κάπου θα με πετύχετε. Αν τώρα θέλετε να κάνετε και κάποιο σχόλιο... θα με βρείτε στο vth@avmag.gr. Cu!