Η παράσταση, τα Κόκκινα Φανάρια, δεν έχει καμία σχέση με την ταινία. Πιο κοντά είναι στο αρχικό θεατρικό κείμενο του Αλέκου Γαλανού, αλλά και σε σχέση με αυτό υπάρχουν πολλές αλλαγές. H πρωτoτυπία έγκειται στον τρόπο με τον οποίο έγιναν αυτές οι προσαρμογές. Και έχει σχέση με το πώς δουλεύει η ομάδα του Τεχνοχώρου Cartel.

Διέσχισα με τα πόδια όλο το κέντρο, την οδό Πειραιώς, πέρασα τις γραμμές του τρένου και βγήκα σε μία No Man’s Land ανάμεσα σε εργοστάσια και άδεια οικόπεδα. Ήταν η βροχερή Δευτέρα στην αρχή της εβδομάδας. Έφτασα στο Cartel περνώντας ανάμεσα σε λακκούβες με λάσπες και προσπαθώντας να αποφύγω να με πατήσουν τα φορτηγά.

Μου ανοίγουν την καγκελόπορτα και κατεβαίνουμε από τις σκάλες – όχι από την “κανονική είσοδο” – περίπου δύο επίπεδα κάτω από τη γη. Μπαίνω σε έναν τεράστιο, πρώην εργοστασιακό, χώρο με τρεις θεατρικές σκηνές. Με υποδέχεται ο Στέλιος Τυριακίδης, η Μυρσίνη στα Κόκκινα Φανάρια. Σιγά σιγά συγκεντρώνεται σχεδόν όλο το καστ της παράστασης γύρω από ένα τραπέζι, μέρος του σκηνικού, που ήταν παλιά μπανιέρα…

Τραύματα

Κι ενώ έχω ένα σωρό ερωτήσεις για το queer στοιχείο, για τον ακτιβισμό, για τον εξαιρετικό και βιωματικό μονόλογο της Μπέτυς Βακαλίδου, της Μαντάμ Παρί στα Κόκκινα Φανάρια, βλέποντας τις πληγές των ηθοποιών, το πρώτο πράγμα που λέω είναι: Μόλις ήρθα, σας είδα όλους με τραύματα. Είναι τόσο έντονη εμπειρία αυτή η παράσταση;

Μάνος Καζαμίας – Μαρίνα: Χτυπάμε συνεχώς. Υπάρχει ένταση στη σκηνή. Γαμιόμαστε, παίζουμε ξύλο. Σερνόμαστε στα πατώματα, ειδικά εγώ. Καιγόμαστε, γίνεται λίγο χαμός. Γενικά εδώ κάνω τον κασκαντέρ.

Δημήτρης Γαλάνης – ΚομπέρΛίγο με τα γόνατα, τα τακούνια, όλα αυτά, η μέση, τα ‘χουμε όλα τραυματίσει. Το ‘χω συνηθίσει, είναι μέρος της παράστασης όλα αυτά.

Το ξέρατε όταν κάνατε τις πρόβες; Σας το είχαν πει ότι θα είναι έτσι;

Μάνος: Καλέ στις πρόβες κάναμε χειρότερα. Ξεκινάμε με αφετηρία τον ρεαλισμό. Προσπαθούμε να βγουν αληθινά τα πράγματα. Αλλιώς είναι να τρως χαστούκι και να πονάς και να μιλάς μετά κι αλλιώς να το παίζεις θεατρικά το χαστούκι. Κυνηγάμε λίγο τον ρεαλισμό σε αυτή την ομάδα.

Μάρα Ζαλώνη – Άννα: Παρ’ όλ’ αυτά δεν τρώμε όντως ξύλο. Φυσικά κι είναι χορογραφημένα και μετρημένα όλα.

Μάνος: Υπάρχει ο κίνδυνος πάντα όταν είμαστε πάνω σε τακούνια. Μπορεί να παραπατήσουμε, ανεβαίνουμε σκάλες, κατεβαίνουμε.

Μάρα: Μία απότομη κίνηση. Είναι η ένταση της στιγμής. Σε ένα χορευτικό, με μία απότομη κίνηση, όπως έπαθα εγώ εχτές έκανα με το κεφάλι, κάπου μάγκωσα. Όμως με τρίψιμο από τα παιδιά κατά τη διάρκεια της παράστασης, γιατί είμαστε όλοι εδώ σαν μια οικογένεια, συνέχισα χωρίς πρόβλημα. Το έχουμε πάθει κι άλλοι αυτό.

Μάνος: Στις ελληνικές οικογένειες το ξύλο είναι δεδομένο (γέλια).

Ερατώ Αγγουράκη – Ρόζα: Εγώ έχω τα γόνατά μου τραυματισμένα, γιατί είμαι σε όλη την παράσταση στα γόνατα…

Σχόλια: Το ‘χει τάμα… Είναι από την Τήνο η κοπέλα (γέλια).

Μάνος: Φαντάσου τραυματίζεται το αγόρι μου, ο Ντορής, που είναι ολόκληρο βουνό.

Sold out συνεχώς

Η παράσταση είναι sold out συνεχώς. Είδα ότι προστέθηκαν τώρα κι οι Δευτέρες του Μαρτίου. Πώς αισθάνεστε που έρχεται ο κόσμος και θέλει τόσο πολύ να σας δει;

Στέλιος Τυριακίδης – ΜυρσίνηΑισθανόμαστε πολύ δικαιωμένοι, γιατί η επιτυχία τώρα με τα Κόκκινα Φανάρια και η επιτυχία του Άνθρωποι και Ποντίκια και του Άρη είναι ένα αποτέλεσμα δουλειάς πολλών χρόνων. Η ομάδα Cartel υπάρχει εδώ και 9,5 χρόνια.

Με νέα μέλη και αλλαγές κάθε φορά, αλλά υπάρχει πάντα ένας βασικός πυρήνας ανθρώπων και αυτό δουλεύει πολλά χρόνια. Προσπαθούμε να αποκτήσουμε έναν κοινό υποκριτικό κώδικα και με τον Βασίλη (σ.σ. Μπισμπίκη) ως σκηνοθέτη, αλλά και με άλλους σκηνοθέτες που έχουν έρθει. Τώρα που συμβαίνει αυτό είμαστε πολύ χαρούμενοι, γιατί αγγίζει πολύ τον κόσμο.

Υπάρχει κάποιος που να ήρθε πρώτη χρονιά στην ομάδα;

Δημήτρης Γ.: Εγώ ναι. Είναι η πρώτη μου δουλειά με την ομάδα Cartel. Δεν είχα ξαναδουλέψει έτσι. Έχουν δικό τους κώδικα τα παιδιά κι έναν τρόπο για να δημιουργούν τους ρόλους, που δεν τον ήξερα. Άκουγα τον όρο «βιογραφικά ρόλων» κι έλεγα «όλοι κάνουμε βιογραφικά ρόλων, πριν ή κατά τη διάρκεια των προβών». Εδώ μιλάμε, όμως, για ένα βιογραφικό ρόλου, που δεν μπάζει από πουθενά. Ο ρόλος αρχίζει από την ώρα που θυμόμαστε τον εαυτό μας, μέχρι και την ώρα που πατάμε το πόδι μας στη σκηνή.

Όλοι έχουν διαβάσει τα βιογραφικά του κάθε ρόλου και ξέρουμε τι άνθρωπος είναι ο καθένας εδώ μέσα.

Αυτοσχεδιασμοί

Μιλάμε δηλαδή για τους χαρακτήρες της παράστασης. Άρα μπορείτε να κάνετε κι αυτοσχεδιασμούς.

Δημήτρης Γ.: Ναι, και το ζητά κι ο σκηνοθέτης αυτό. Θέλει να ‘μαστε δημιουργοί.

Antivirus: Πόσο συχνά συμβαίνει αυτό; Κάθε βραδιά;

Μάρα: Καθημερινά, σε κάθε παράσταση.

Μάνος: Χωρίζουμε τις σκηνές σε θέματα. Για παράδειγμα, στο Άνθρωποι και Ποντίκια εγώ πρέπει να σκοτώσω έναν σκύλο. Το πώς θα τον σκοτώσω είναι δική μου επιλογή, το τι λόγια θα πω στον συνάδελφο πάνω στη σκηνή.

Στέλιος: Ο χαρακτήρας είναι ο ίδιος, η σκηνή είναι ίδια, τα θέματα σε κάθε σκηνή είναι τα ίδια, αλλάζουν τα λόγια που θα το εκφράσεις.

Διονύσης Κοκκοτάκης – ΠέτροςΟ δραματουργικός άξονας παραμένει ο ίδιος, τα θέματα είναι αυτά που έχει δώσει ο συγγραφέας, για να μπορέσει και το έργο να κινηθεί ελεύθερα, να συνεχίσει και να τελειώσει. Και μέσα σε αυτά τα πλαίσια εμείς ψάχνουμε τρόπους, διαφορετικούς κάθε φορά, για να παραμείνουμε κι εμείς ενεργοποιημένοι στην ώρα της παράστασης και να εκπλήξουμε τον συνάδελφο και τον ίδιο μας τον εαυτό. Ψάχνουμε τρόπους, ώστε να καταφέρουμε να πετύχουμε τους στόχους που έχει ο δώσει ο συγγραφέας, ο σκηνοθέτης, για να ολοκληρωθεί το έργο.

Η ελευθερία που έχουμε μέσα σε μία σκηνή είναι απεριόριστη. Εμένα προσωπικά αυτό μου δίνει πολύ μεγάλη χαρά, να μπορώ να ψάχνω έναν ρόλο, έναν άλλον άνθρωπο από διαφορετικές οπτικές. Για να μπορέσουμε να πιάσουμε και την πολυπλοκότητα του ανθρώπινου χαρακτήρα. Ο συγγραφέας μπορεί να δώσει τη μία πλευρά του χαρακτήρα. Εμείς ψάχνουμε να βρούμε και τις άλλες πλευρές, για να αποκτήσει ο χαρακτήρας τρισδιάστατη μορφή.

Υπάρχει ένας μονόλογος της Μπέτυς Βακαλίδου (Μαντάμ Παρί) όπου εξηγεί στη Μυρσίνη πόσα έχει περάσει ως τρανς στη ζωή της.

Στέλιος: Είναι ένας μονόλογος που έχει προστεθεί. Δεν υπάρχει στο αρχικό κείμενο του Γαλανού. Τον έχει γράψει η Μπέτυ και εξιστορεί τη δική της ζωή, τα χρόνια από τη δικτατορία και μετά στη Συγγρού. Είναι μία στιγμή πολύ αληθινή, γιατί περιγράφει αυτά που πραγματικά γινόντουσαν στον δρόμο. Όσα υπέφεραν τα τρανς εκδιδόμενα άτομα.

Παρόντα είναι όλα τα άτομα που δουλεύουν στο μαγαζί και η Μπέτυ διηγείται την ιστορία στους δικούς της ανθρώπους, με αφορμή τη Μυρσίνη που επαναστατεί και διεκδικεί αύξηση του ποσοστού της. Είμαι η μικρότερη από όλες.

Την ξέρατε την ιστορία της Μπέτυς πριν παίξετε σε αυτή την παράσταση;

Μάνος: Ναι, εγώ ξέρω ιστορίες από εκείνη την εποχή, έχω και φίλες τρανς. Έχω κάποια εικόνα. Η Μπέτυ εξιστορεί κάτι αληθινό, που συμβαίνει και μπορεί να ξανασυμβεί. Γιαουρτώματα στη Συγγρού, μπάτσοι που τις κυνηγούσαν, να τρέχουν να ξεφύγουν με τα τακούνια, η μη αποδοχή του κόσμου.

Ακόμα και στο νοσοκομείο αν πας και είσαι τρανς σε αντιμετωπίζουν κάπως. Κάποιοι γιατροί δεν δέχονται καν να σε εξετάσουν.

Στέλιος: Από όλους μας, μόνο η Μπέτυ τα έχει ζήσει στην πραγματικότητα.

Μάνος: Μας έλκουν οι ιστορίες του περιθωρίου και θέλουμε να τις αναδείξουμε, να τις δει ο κόσμος, μέσα από την τέχνη μας.

Είναι αυτό ακτιβισμός;

Διονύσης: Αν η τέχνη μιλά για τον άνθρωπο, τότε οτιδήποτε θα μπορούσε να θεωρηθεί ακτιβισμός. Με την έννοια ότι παρουσιάζεις στο κοινό μια μορφή της ζωής. Εμείς έχουμε επιλέξει να μιλήσουμε για αυτή την πλευρά της ζωής, οπότε αν το να τραβήξεις το σεντόνι και να δείξεις σε μια μεγάλη μερίδα ανθρώπων το πώς ζουν αυτοί οι άνθρωποι και ότι έχουν ανάγκη από αγάπη, αποδοχή, αγκαλιά και χάδι, τότε θα μπορούσε αυτό να θεωρηθεί ακτιβισμός. Δεν είναι όμως αυτός ο στόχος. Στόχος είναι να μιλήσουμε για τους ανθρώπους, για τη ζωή.

Μάρα: Για αυτά που συμβαίνουν γύρω μας και κάποιοι γυρνάν το κεφάλι τους και φεύγουν. Δεν θέλουν να το αντιμετωπίσουν, να το δουν καθαρά. Πιστεύω ότι εκπροσωπούμε τις μειονότητες. Ακόμα και σήμερα δεν έχουν ίσα δικαιώματα με μας, εν έτει 2022.

Δημήτρης: Επί της ουσίας αυτό που ζητάν είναι αποδοχή κι αγάπη, όπως όλοι οι άνθρωποι.

Το θέατρο και η Ομάδα Cartel

Τάσος Σωτηράκης – Μιχαήλος: Αυτή η παράσταση ακολουθεί την πορεία όλης της ιστορίας του Cartel. Ο Βασίλης καταπιάνεται με έργα, είτε κλασικά είτε με παράφραση, όπως έκανε με το Άνθρωποι και Ποντίκια και τώρα με τα Κόκκινα Φανάρια. Καταπιάνεται με ανθρώπους, οι οποίοι όχι απαραίτητα βρίσκονται στο περιθώριο, αλλά με γείτονες, με φίλους, με ανθρώπους που βλέπουμε κάθε μέρα και δεν τους γνωρίζουμε. Χωρίς να θέλει να κουνήσει το δάχτυλο σε κανέναν.

Το θέατρο από μόνο του είναι μια πολιτική πράξη. Αυτό που θέλει να καταθέσει και ο Βασίλης και όλοι εμείς ως συνεπιβάτες της ομάδας του Cartel, είναι η αλήθεια μας, γύρω από μικρά κοινωνικά σύνολα. Γιατί ούτως ή άλλως το θέατρο είναι κι ένας καθρέφτης της κοινωνίας.

Θέλουμε να δημιουργούμε πάντα τον προβληματισμό στον θεατή. Το κέρδος για μας ή γι’ αυτόν που μπορεί να φύγει, γιατί δεν το αντέχει ή δεν του αρέσει ή να μείνει και να τον τραβάει η σκέψη της παράστασης για μήνες, γιατί θέλει να προβληματιστεί και να το ψάξει, είναι κι αυτό που μας κάνει εμάς χαρούμενους. Δηλαδή ο θεατής να φύγει από εδώ με έναν προβληματισμό.

Πολλοί έρχονται στα Κόκκινα Φανάρια έχοντας στο μυαλό τους την περίφημη ταινία. Κι είναι πολύ λογικό. Πιστεύουν ότι θα δουν εκείνα τα πλάσματα. Δεν είναι καθόλου μακριά η Τρούμπα του ’60 από αυτό που ανεβάζουμε εμείς αυτή τη στιγμή εδώ. Τα ίδια προβλήματα αντιμετωπίζανε τότε οι εκδιδόμενες γυναίκες της Τρούμπας, τα ίδια αντιμετωπίζουν και οι τρανς στη Συγγρού.

Το πιο σημαντικό από όλα είναι ότι οι σημερινοί πουριτανοί είναι κυρίως άνθρωποι στη δική μου ηλικία, οι σαραντάρηδες. Του πατέρα μου, που είναι 67 χρονών, δεν του έκανε εντύπωση. Ήταν κομμάτι τους, τους ξέρανε αυτούς τους ανθρώπους.

Το κακό είναι ότι η δική μου η γενιά δεν μπορεί να το δεχτεί. Οι νεότεροι μπορούν να πάρουν αυτή τη σπίθα της παράστασης και να κάνουν το άλμα για να έχουμε μια ελεύθερη κοινωνία. Έτσι όπως εμείς πιστεύουμε και θέλουμε να την παρουσιάσουμε.

Δημήτρης Παπάζογλου – Κατερίνα: Στη γενιά του μπαμπά σου δεν υπήρχαν τα “κουτιά”. Οι άνθρωποι θεωρούσαν ότι η ηδονή είναι κάτι πανανθρώπινο. Όταν βάλαμε τα “κουτιά”, αυτός είναι γκέι, αυτός είναι έτσι ή αλλιώς, τότε ο ίδιος άνθρωπος που πήγαινε με γκέι ή με αδερφές κ.λπ., μετά μαζεύτηκε. Εμφανίστηκε και το AIDS και θεωρήθηκε η αρρώστια των ομοφυλόφιλων.

 

Γιανμάζ Ερντάλ – Φερζά: Ακόμη κι εδώ στην παράσταση, κάποιοι μόλις βλέπουν δύο άντρες να ερωτοτροπούν στη σκηνή, σηκώνονται και φεύγουν.

Δεν ξέρουν τι θα δουν;

Ερατώ: Το «ξέρω κάτι» από το «βλέπω κάτι» απέχει.

Μάρα: Είναι αυτοί που δεν θέλουν να αλλάξουν. Είναι οι ίδιοι που γυρίζουν την πλάτη τους κι έξω.

Δημήτρης Π.: Αυτό δεν είναι στην ανθρώπινη φύση; Από όλη την ιστορία αν το δούμε. Ο ρατσισμός… δεν είναι θέμα μόρφωσης. Είναι πώς έχουμε μεγαλώσει και πόσο έχουμε υποστεί από γενιά σε γενιά κάποια στερεότυπα. Αυτό για να γίνει πρέπει να περάσουν κι άλλα χρόνια, για να εξελιχτεί ο άνθρωπος. Εδώ βλέπεις το 2022 και γίνεται ένας πόλεμος μεταξύ μιας χώρας με μία άλλη που ήταν μαζί μέχρι το 1989, που έπεσε η Σοβιετική Ένωση. Που μοιάζουν σε πολλά πράγματα. Αυτό δεν είναι ένα δείγμα της ανθρώπινης φύσης; Ο φόβος του ανθρώπου.

Διονύσης: Ο φόβος ναι, αλλά δεν ξέρω αν είναι στη φύση του ανθρώπου ο ρατσισμός.

Δημήτρης Π.: Η ελληνική κοινωνία είναι μια πολύ συντηρητική κοινωνία. Βέβαια, θεωρώ ότι η Ελλάδα ήταν μια χώρα πολύ ανοιχτή στους ομοφυλόφιλους. Τη δεκαετία του ’50 η Βλαχοπούλου κι ο Τραϊφόρος μιλάγανε για τον Ζανό, την αδελφή που έβγαινε στην Ομόνοια για βολτίτσα. Δεν είναι μια μορφή ελευθερίας αυτό; Ο Ζανό έβγαινε και… τον πηδάγανε και 15!

Ελεονώρα Αντωνιάδου – ΕλένηΑυτό είναι το ζήτημα. Το να καταλάβουμε ότι η ελευθερία μας τελειώνει ακριβώς εκεί που ξεκινά η ελευθερία του άλλου. Κανένας δεν είναι πιο σημαντικός από κανέναν άλλον, οπότε τα δικαιώματά μας σταματάνε μέχρι ενός σημείου, να μην βλάψουμε τον Άλλον. Αυτό πραγματεύεται νομίζω και η παράσταση σε γενικές γραμμές. Ότι όλοι οι άνθρωποι έχουμε το δικαίωμα στο όνειρο, στην ίση μεταχείριση και στο να μπορούμε να νοικιάσουμε ένα σπίτι, να βρούμε μια δουλειά και να ζήσουμε σαν άνθρωποι.

Δημήτρης Π.: Στην επιλογή να είσαι αυτό που θέλεις να είσαι.

Δημήτρης Γ.: Ο κόσμος, πάντως, όταν τελειώνει η παράσταση, είναι τόσο ωραία η αγκαλιά που μας κάνει… Πραγματικά μου έχει τύχει άνθρωπος 60 χρονών να μου πει «μπορώ να σε πάρω μια αγκαλιά;» (συγκινείται). Το κοινό μας είναι από 18 χρονών και φτάνει όσο πάει, χωρίς όριο. Στην πρώτη σειρά βλέπεις όλες τις ηλικίες.

Δημήτρης Π.: Εχτές ήρθε ένα ζευγάρι που δεν το ήξερα. Είναι νοικάρηδες της αδερφής μου, η οποία μου είπε ότι ξετρελαθήκανε. Κι ο γιατρός μου ενθουσιάστηκε.

Δεν ξέρουμε, βεβαίως, αν αυτοί οι άνθρωποι αντιμετώπιζαν ένα αντίστοιχο περιστατικό μέσα στην οικογένειά τους, πώς θα συμπεριφερόντουσαν…

Στέλιος: Οι άνθρωποι που δυσανασχετούν, δεν έχουν συγκεκριμένη ηλικία. Έχουν φύγει 18χρονοι, έχουν φύγει κι 80χρονοι. Είναι καθαρά θέμα ανθρώπου και παιδείας το πώς «να δεχτώ αυτό που βλέπω και πώς να το αντιμετωπίσω». Και ψυχολογίας. Υπάρχει σε όλες τις ηλικίες.

Δημήτρης Γ.: Επίσης, ένα άτομο βγήκε κλαίγοντας από το θέατρο και ξαναμπήκε. Μας είπε ότι αυτό που είδε, το έζησε την προηγούμενη εβδομάδα, οπότε δεν το άντεξε. Ξαναμπήκε όμως.

 Έρχονται και σις και τρανς άτομα; Και γκέι και στρέιτ;

Όλοι μαζί: Έρχονται όλοι.

Μάνος: Πάντως, η τρανς φίλη μου που είδε την παράσταση, μου είπε ότι «είδα τη ζωή μου, στιγμές της ζωής μου να περνάνε. Πριν την εγχείρηση και μετά.»

Στέλιος: Δεν είναι μια γκέι παράσταση. Είναι μια παράσταση που μιλά για τον άνθρωπο. Όλοι οι άνθρωποι που έρχονται, βρίσκουν κάτι κοινό. Κι άνθρωποι που δεν έχουν σχέση με την κοινότητα. Εξιστορούμε ανθρώπινες ιστορίες, άτομα που προσπαθούν, παλεύουν για τα όνειρά τους. Μπορείς να ταυτιστείς με κάποιο από εδώ μέσα.

Ελεονώρα: Άτομα που δεν είχαν στήριξη από την οικογένειά τους, από φίλους δεν είχαν την αποδοχή, ανεξάρτητα από το φύλο και τον προσανατολισμό τους. Αν είσαι μέλος της κοινότητας γνωρίζεις λίγο-πολύ κάποια πράγματα. Είναι μεγάλο κέρδος να έρχονται όσοι δεν είχαν ιδέα για ό,τι συμβαίνει. Ή που βλέπουν τις τρανς σαν κάτι εξωτικό. Σκοπός είναι να έρθουν και αυτοί και να καταλάβουν πόσο “δίπλα” είναι με τους ανθρώπους των οποίων τις ιστορίες παρουσιάζουμε. Πόσο κοινές είναι οι ανάγκες μας.

Δημήτρης Γ.: Να πάψουμε να μας ενδιαφέρει το αν ένα παιδί θα πάει με φούστα στο σχολείο ή το οτιδήποτε διαφορετικό δούμε. Πρέπει να τελειώσει κάποια στιγμή.

Μάρα: Σημασία σε ένα δώρο έχει το περιεχόμενο και όχι το περιτύλιγμα. Η ψυχή ενός ανθρώπου.

Αρχικά, να πούμε ότι τον ρόλο της Μαντάμ Παρί θα τον είχε ο Βασίλης Μπισπίκης. Τότε που είχατε δώσει όλοι μαζί το 2019 την πρώτη συνέντευξη στην Athens Voice. Η ιδέα για την παράσταση ήταν δικιά του;

Διονύσης: Ήθελε ο Βασίλης εδώ και καιρό να μιλήσει για τον κόσμο των τρανς. Πέσαν πολλές ιδέες, πολλά έργα. Ένα από αυτά ήταν τα Μπλε Καστόρινα Παπούτσια του Θανάση Σκρουμπέλου. Εν τέλει καταλήξαμε στα Κόκκινα Φανάρια σαν “όχημα”. Το έργο του Γαλανού είναι το “τρένο” και όλα τα υπόλοιπα είναι οι επιβάτες του τρένου, όπως το νυχτερινό κέντρο “Χαβάη”, που είναι απόσπασμα από τα Μπλε Καστόρινα Παπούτσια.

Κατανόηση του ρόλου

Πώς είναι να σας λέει ένας σις στρέιτ άντρας πώς να το αποδώσετε όλο αυτό στη σκηνή;

Ερατώ: Δεν υπάρχει αυτή η συνθήκη, του σις στρέιτ άντρα σκηνοθέτη. Ο ίδιος άλλωστε ο Βασίλης έχει πει ότι μεγάλωσε μέσα στις τρανς και ήθελε να δείξει τη ζωή τους. Καλώς ή κακώς εδώ, κι ας έχουμε κάποιες βιωματικές ιστορίες, όπως της Μπέτυς (Βακαλίδου) ή του Δημήτρη (Παπάζογλου) που αφηγούνται δικές τους εμπειρίες, παραμένει με έναν τρόπο και θέατρο. Αυτό σημαίνει ότι παίζουν ηθοποιοί.

Ο Βασίλης δεν έχει κάνει διόρθωση φύλου, είναι ένας άντρας που γεννήθηκε άντρας κι εμείς από αυτόν παίρναμε οδηγίες και το δικό του όραμα κληθήκαμε όλοι μαζί να πραγματοποιήσουμε. Προσωπικά, θεωρώ ότι δεν πρέπει να υπάρχει τέτοιος διαχωρισμός. Το θέατρο είναι τέχνη. Αν κληθώ αύριο να παίξω τον ρόλο ενός χρήστη ουσιών, δεν θα πάω να “πιω”. Αυτά όμως που έχουν περάσει αυτοί οι άνθρωποι, ακόμα κι εμείς που δεν τα έχουμε ζήσει τόσο έντονα, ως έναν βαθμό τα έχουμε περάσει: Το να μην νιώσεις από κάπου αποδοχή, να αισθάνεσαι άσχημα για τον εαυτό σου κ.ά.

Και φυσικά έχουμε την Μπέτυ σαν σύμβουλο.

Ελεονώρα: Καλούμαστε να ψάξουμε πέντε πράγματα και να υποδυθούμε αυτές τις γυναίκες. Αν θέλω να παίξω τη Μήδεια, δεν θα πάω να γεννήσω και να σκοτώσω τα παιδιά μου. Θέλουμε να είμαστε όσο πιο ακριβείς γίνεται στους ρόλους μας. Και σε αυτό μας έχει βοηθήσει πάρα πολύ και η Μπέτυ, για να μην προσβάλλουμε, χωρίς να θέλουμε, κανένα.

Δημήτρης Γ.: Όπως αντιμετωπίζουμε όλους τους ρόλους, έτσι αντιμετωπίζουμε κι αυτούς.

Διονύσης: Η φράση που χρησιμοποιεί ο Βασίλης είναι «να καταλάβω με την ψυχή μου τον χαρακτήρα που πρέπει να υποδυθώ».

Δημήτρης Π.: Αυτός είναι και ο στόχος της υποκριτικής.

Αλληλοσεβασμός

Γιώργος Σιδέρης – Νικόλας: Ένας από τους στόχους της παράστασης είναι να δουν οι θεατές κάποιους ανθρώπους που, εκτός του ότι φοράνε τακούνια ή παίρνουν πίπες, είναι άνθρωποι κανονικοί, που έχουν επιθυμίες, όνειρα, έχουν περάσει πολλά στη ζωή. Καλό είναι στον θεατή να μείνουν οι ανθρώπινες ιστορίες που έχει ο καθένας. Αυτό είναι η παράσταση.

Και δραματουργικά όσοι παίζουν στο έργο δεν αναλώνονται σε θέματα σεξουαλικού προσανατολισμού, δεν μιλάμε για καυλιά και για προτιμήσεις στο σεξ. Επικεντρώνονται πάνω στις ευαισθησίες και στα “θέλω” του κάθε χαρακτήρα. Εκεί είναι η ουσία. Να αντιληφθεί ο θεατής ότι δεν διαχωρίζουμε τους ανθρώπους σύμφωνα με τις σεξουαλικές προτιμήσεις τους ή το φύλο που γεννήθηκαν, αλλά σύμφωνα με το πόσο σέβονται τους άλλους ανθρώπους. Δεν ξέρω αν είναι ακτιβιστικό ή όχι αυτό. Ελπίζω όμως να το καταλάβουν οι θεατές.

Να καταλάβουν ότι οι άνθρωποι που φοράνε φούστα στο σχολείο ή κυκλοφορούν έξω με βαμμένα νύχια, δεν είναι πρόβλημα. Αν βέβαια, κάποιος μπει σε ένα μαγαζί και πουλήσει τσαμπουκά, για να πάρει ένα κουλούρι, αυτό είναι πρόβλημα.

Ελεονώρα: Δεν επικεντρωνόμαστε στο σεξουαλικό. Δείχνουμε το πώς θέλει ο κάθε άνθρωπος να είναι.

Αγγέλα Πατσέλη – κινησιολόγος: Με αφορμή κάποιες κουβέντες που είχαμε κάνει με τον Βασίλη, όσον αφορά το κινησιολογικό κομμάτι: Μας ενδιαφέρει το έργο να είναι πανανθρώπινο. Δεν έχουμε να κάνουμε με φύλα ή προτιμήσεις. Γι’ αυτό δεν θέλαμε σε καμία περίπτωση να βγάλουμε στη σκηνή καρικατούρες ή κάτι που να μοιάζει ή να κοροϊδεύει ή οτιδήποτε. Είναι μέσα στη φυσικότητα του κάθε ηθοποιού, όπως το αισθάνεται. Από ένα σημείο κι έπειτα σταματάμε να βλέπουμε φύλα και βλέπουμε ανθρώπους. Ώστε να μπορέσει ο κάθε θεατής να ακουμπήσει πάνω σε κάτι που βλέπει, σε μια κατάσταση, σε ένα συναίσθημα.

Πόσο σχετική είναι με την ταινία;

Αγγέλα: Η ταινία δεν ήταν ρεαλιστική. Ήταν αρκετά μελό, αλλά δεν θα μπορούσε να είχε γυριστεί διαφορετικά. Για την εποχή της ήταν μία τομή, γιατί έδειχνε τις πόρνες στα μπουρδέλα. Δεν ήταν όμως αρκετά σκληρή και ρεαλιστική. Δεν θα είχε την αποδοχή του κοινού, με όλους αυτούς τους πρωταγωνιστές, την Τζένη Καρέζη, τη Μαίρη Χρονοπούλου κ.ά.

Είχε και γυμνό και απαγορεύτηκε κιόλας. Δεν ήταν εύκολο για εκείνη την εποχή να γίνει αποδεκτή.

Το έργο του Γαλανού ήταν αρκετά πιο σκληρό. Η Τρούμπα ήταν έτσι.

Δημήτρης Π.: Ο στόχος της ταινίας ήταν να βγουν αυτά τα πλάσματα στην καθαρότητα του φωτός.

Η αλήθεια και η ζωή είναι έξω στον δρόμο

Η παράσταση ποιο είδος ρεαλισμού αποτυπώνει;

Τάσος: Στο Άνθρωποι και Ποντίκια υποδυόμαστε ανθρώπους της φάμπρικας, ανθρώπους του μόχθου και του δρόμου. Αναγκαστικά από πολύ μικρή ηλικία, από τα 13 και τα 15 έπρεπε να δουλέψουν. Η ζωή είναι στον δρόμο κι όχι στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Πίσω από τα οποία κρυβόμαστε και “κράζουμε” τους άλλους. Στον δρόμο θα συναναστραφείς με όλο τον κόσμο. Θα δεις μέχρι πού είναι τα κυβικά σου και του άλλου. Δικαίωμά σου να εμπλακείς ή όχι, αλλά πρέπει πρώτα να το δεις, να συναναστραφείς.

Η αλήθεια και η ζωή είναι έξω.

Δημήτρης Γ.: Επίσης η παράσταση μιλά και για άλλα θέματα στα οποία κλείνουμε τα αυτιά και τα στόματά μας, όπως είναι η ενδοοικογενειακή βία. Μπορεί στο διπλανό διαμέρισμα να ακούμε να γίνεται χαμός και να μην τοποθετούμαστε, να μην παίρνουμε θέση. Αφήνουμε παιδιά, γυναίκες να δέχονται βία. Όποιος δει αυτή την παράσταση κι ακούσει κάτι τέτοιο από το διπλανό διαμέρισμα, θα πάρει θέση.

Δημήτρης Π.: Όταν ήμουν μικρός έλεγε η μάνα στο παιδί: «Μην ανακατεύεσαι, να κάνεις τη δουλειά σου». Έτσι αυτόματα μεγαλώνει το παιδί μαθαίνοντας να αποποιείται της οποιασδήποτε ευθύνης. Γι’ αυτό υπάρχει έλλειψη αλληλεγγύης στην ελληνική κοινωνία. Όχι που βγαίνουμε με τις σημαίες να διαδηλώσουμε ότι η Μακεδονία είναι ελληνική. Ή για τις ταυτότητες…

Οίκος αποδοχής

Λευτέρης Αγουρίδας Ντορής: Η παράσταση αφορά ανθρώπους που βρίσκονται στο περιθώριο. Πιστεύω ότι είναι πολύ κοντά το περιθώριο που ζούσαν οι εκδιδόμενες γυναίκες στην εποχή της ταινίας, με το πώς ζούνε οι queer γυναίκες και άντρες σήμερα. Έχουμε να αντιμετωπίσουμε ανθρώπους. Το να βάλουμε μία ταυτότητα ή μία ταμπέλα στον καθένα τι είναι και τι προτιμά, δεν χρειάζεται. Είναι άνθρωπος, έχει ‘θέλω”, έχει εμπόδια, έχει δικαιώματα.

Μάρα: Τα Κόκκινα Φανάρια είναι ένας οίκος αποδοχής αυτών των ανθρώπων. Το Cartel είναι ένας χώρος αποδοχής για όλους τους ανθρώπους. Είμαστε εδώ για όλους. Δεν υπάρχει κανένας διαχωρισμός.

Info

Η Μαντάμ Παρί και τα κορίτσια της ανοίγουν με γενναιότητα την κουρτίνα του μπαρ τους, αφηγούνται τις ιστορίες τους, χορεύουν, τραγουδούν, ερωτεύονται, ονειρεύονται, ελπίζουν, διαψεύδονται, σκιαγραφώντας έναν κόσμο ζωντανό. Έναν κόσμο παλλόμενο, γεμάτο χρώματα, θραύσματα και σπαράγματα, γεμάτο φως και σκοτάδια, τραύματα και θαύματα. Έναν κόσμο υπαρκτό ανάμεσά μας, όσο κι αν επιλέγουμε ενδεχομένως να αποστρέφουμε το βλέμμα μας, όσο κι αν μας βολεύει ίσως να κάνουμε ότι είναι αόρατος.

Τα Κόκκινα Φανάρια

Cartel Τεχνοχώρος, Λεγάκη 7, Αγ. Ιωάννης Ρέντης 182 33

Κάθε Σάββατο και Κυριακή στις 21.00 και για τις Δευτέρες του Μαρτίου στις 20.00.

Συντελεστές

Σκηνοθεσία: Βασίλης Μπισμπίκης
Διασκευή-Δραματουργία: Βασίλης Μπισμπίκης, Χρήστος Νικολόπουλος
Σκηνικά-Κοστούμια: Κένι ΜακΛέλαν
Επιμέλεια κίνησης: Αγγέλα Πατσέλη
Σχεδιασμός ήχου: Μάνος Πατεράκης
Μουσικό θέμα έναρξης (διασκευή): Τάσος Σωτηράκης
Φωτισμοί: Λάμπρος Παπούλιας
Μακιγιάζ-Σχεδιασμός χτενισμάτων: Γιάννης Παμούκης
Ειδικά εφέ: Προκόπης Βλασσερός
Βοηθός σκηνοθέτη: Διονύσης Κοκκοτάκης
Ηχολήπτης: Βασίλης Καραγιάννης
Φωτογραφίες: Γιώργος Καλφαμανώλης
Διεύθυνση παραγωγής: Φαίη Τζήμα
Υπεύθυνη επικοινωνίας Cartel Τεχνοχώρος: Μαρίκα Αρβανιτοπούλου

Παίζουν (αλφαβητικά): Ερατώ Αγγουράκη, Λευτέρης Αγουρίδας, Ελεονώρα Αντωνιάδου, Μπέττυ Βακαλίδου, Δημήτρης Γαλάνης, Γιανμάζ Ερντάλ, Μάρα Ζαλώνη, Μάνος Καζαμίας, Διονύσης Κοκκοτάκης, Δημήτρης Παπάζογλου, Αγγέλα Πατσέλη, Γιώργος Σιδέρης, Τάσος Σωτηράκης, Στέλιος Τυριακίδης, Πουριά Χοσσεϊνί

Προπώληση: www.viva.gr

Στο Δημοτικό, όταν η δασκάλα μας έβαλε "Σκέφτομαι και γράφω" να πούμε τι θέλουμε να γίνουμε όταν μεγαλώσουμε, απάντησα: Πρώτα γιατρός και όταν γεράσω περιπτεράς. Από μικρός μου άρεσε η ποικιλία και τη σύνταξη ούτε καν που τη σκεφτόμουνα. Στη συνέχεια ασχολήθηκα ερασιτεχνικά με σχολικές εφημερίδες και όταν πέρασα στο Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ άρχισα να δουλεύω κανονικά στον ειδικό τύπο σχεδόν από το πρώτο έτος. Το Αntivirus το αγαπάω όπως ο Αθηναίος το χωριό του. Ενώ είμαι αναγκασμένος να ζω από την κανονική μου δουλειά, το Antivirus είναι η πραγματική δημοσιογραφία και το ρεπορτάζ που θα ήθελα να κάνω. Από το 2007 υπάρχει αυτή η σχέση αγάπης.