Πάντα αναρωτιόμουν αν ο μπαμπάς ήταν λίγο gay friendly ή κάπως, πώς να το πω, bi. Δεν ξέρω για ποιο λόγο μου συνέβαινε αυτό. Φαντάζομαι για να δικαιολογήσω μέσα μου την «διαφορετικότητά» μου από την ετεροκανονική νόρμα. Ποιος ξέρει; Ο μπαμπάς πέθανε όταν ήμουν 8. Δεν τον θυμάμαι καθόλου. Το μόνο «ύποπτο» που έχω συλλέξει είναι ότι χρησιμοποιούσε συχνά την λέξη «μωρή» και κάποιους δίσκους στην δισκοθήκη που αν δεν είναι της μαμάς, τότε υπάρχει «πρόβλημα».

Οι δίσκοι κάτω από το πικάπ στο σαλόνι περιλαμβάνουν κυρίως συλλογές όπως: «Δημοτική Ανθολογία 2»,«Χαρές του βουνού και του κάμπου», «η Γλυκερία στην όμορφη νύχτα» και φυσικά Γιώργο Νταλάρα «Οι κυβερνήσεις πέφτουνε». Γιατί κάθε ελληνικό σπίτι που σέβεται τον εαυτό του έχει και λίγο Νταλάρα. Α ναι τι έλεγα; Ο μπαμπάς που λες χόρευε το καλύτερο τσάμικο, ή τουλάχιστον έτσι λέει η μαμά. Γι αυτό και η πληθώρα δίσκων από τσάμικα και άλλα δημοτικά. Και ως εδώ καλά. Υδραυλικός και Αρκάς. Μια χαρά σωστά μου ακούγονται όλα αυτά.  Όμως η Μπέσσυ Αργυράκη τι δουλειά έχει ανάμεσα στους δίσκους; Αναρωτιέμαι, γίνεται υδραυλικός πράμα να άκουγε Μπέσσυ Αργυράκη; Πάνω στην σκαλωσιά είναι δυνατόν να τραγούδαγε «μια θάλασσα γαλάζια τα μάτια σου;»

Βγάζω λοιπόν το αυθαίρετο συμπέρασμα ότι κάποιοι από τους δίσκους αυτούς ανήκαν στην μαμά. Γιατί πάντα μια μαμά θα «φταίει». Άλλωστε οι παλαιοφροϊδικές και παλαιοπατριαρχικές αναλύσεις περί ομοφυλοφιλίας σχετίζονται με απόντα πατέρα και καταπιεστική μητέρα. Ε, λοιπόν εγώ είχα και από τα δυο. Αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας τώρα. Το θέμα που με καίει είναι γιατί όταν ήμουν παιδί έβαζα και άκουγα αυτούς τους δίσκους. Τους πιο, πώς να το πω, queer friendly. Ποτέ δεν έπιασα για παράδειγμα «τα δημοτικά» της Ελένης Βιτάλη. Αντίθετα το «κορμί κι αλάτι» το  χα λιώσει.Με απασχολεί δηλαδή και γι αυτό σου γράφω γιατί εγώ τώρα στα 9 μου χρόνια άκουγα Μαρινέλλα «εγώ θα πάρω καπετάνιο». Ή γιατί χάζευα με τις ώρες τον δίσκο με την Δούκισσα κοντοκουρεμένη σε αγορίστικο στιλ. Δηλαδή οτιδήποτε υπήρχε σε λαμέ και σε ανδρόγυνο στην δισκοθήκη το χα ρουφήξει.

Αλλά και στα ποπ μονοπάτια, Αλέξια άκουγα από τους δίσκους. Όπου, αν έχεις τον θεό σου, είχε μέσα τα αμίμητα «κορίτσια που ξενυχτάνε» και το «το ξέρω το ξέρω αυτό που κρατάς μυστικό, τα βράδια τι κάνεις το ξέρω» . Ε, παιδιά εντάξει δηλαδή κι εγώ άνθρωπος είμαι, λύγισα. Παιδί μου αυτόν δίσκο της Αλέξιας με το που τον πιάνεις στο χέρι νομίζεις οτι είσαι η Liza Minnelli και θα βγεις στο καμπαρέ να κάνεις σόου. Και ξαναρωτάω αφού ήθελα ποπ γιατί δεν έπιανα τον Πασχάλη για παράδειγμα; Κι αυτός επιτυχίες είχε και ωραιότατες. Και «Παραδώσου Λοιπόν» και «Κατερίνα-Κατερινάκι». Εγώ όμως εκεί φανατικά «Αλέξια».

Καλά εντάξει δεν εννοώ ότι μ’ έκανε η Αλέξια gay. Αλλά αναρωτιέμαι γιατί εγώ να ακούω αυτούς τους δίσκους;  Γιατί ο αδερφός που ήμασταν πολύ κοντά στην ηλικία έπαιζε “Donkey Kong” και “Street Fighter” στο Super Nintendo κι εγώ χαζολόγαγα τους queer δίσκους της μαμάς ή μπορεί και του μπαμπά. Καλά δεν έχει σημασία ποιανού ήταν. Έτσι κι αλλιώς το να γίνεσαι κοινωνός της queer κουλτούρας δεν σε κάνει απαραίτητα queer. Βέβαια δείχνει μια τάση. Τώρα από την τάση μέχρι το παιδί να φτάσει, υπάρχει μια διαδρομή που δεν θα την καταλάβω ποτέ. Δεν θα βρω ποτέ την απάντηση.

Η μόνη απάντηση που σου χω είναι:  Αν δείτε τα παιδιά σας να έχουν τάση, μην τα καταπιέσετε προς την άλλη κατεύθυνση. Αν είναι να συμβεί, θα συμβεί. Σε όποια κατεύθυνση κι αν τα στρέψετε, αυτά θα καταλήξουν εκεί που η αρχική τους τάση τα έταξε.

 

Στο μεταπτυχιακό (Επικοινωνία και ΜΜΕ στο ΕΚΠΑ) αντί να κάνω διπλωματική για τον Αλμοδόβαρ έκανα για το Ζεϊμπέκικο. Στη δραματική σχολή («δήλος» - Δήμητρα Χατούπη) αντί να παίξω την Πατρόνα έπαιζα τον Καπετάνιο. Γράφω μπας και θυμηθώ κάτι από το ταμπεραμέντο της παιδικής ηλικίας, εκείνου του αγοριού που φόραγε τα τακούνια της μαμάς και έπαιζε με τη barbie και τη bibibo. Αγαπημένη μου φράση: «Ο καθωσπρεπισμός και οι νοικοκυραίοι μου μαύρισαν την ψυχή. Ευχαριστώ, δε θα πάρω.»