Αν οι άγγελοι δεν έχουν φύλο και αν η επιτελεστικότητα του φύλου είναι γεγονός, τότε και τα δυο αυτά τα αξιώματα βρίσκουν λόγο ύπαρξης μέσα στην παράσταση «Τα κόκκινα Φανάρια».

Ο σκηνοθέτης Βασίλης Μπσιμπίσκης μαζί τον συνεργάτη στη δραματουργία και διασκευή Χρήστο Νικολόπουλο επιλέγουν ξεκάθαρα να ανεβάσουν το έργο μετατρέποντας την «κατηγορία του φύλου» σε πρωταγωνίστρια. Η διασκευή που προτείνουν, καταργεί την οποιαδήποτε πιθανότητα να δούμε επί σκηνής μια ετεροκανονική ουτοπία. Αντιθέτως, οι σκηνοθετικές και κειμενικές επιλογές δημιουργούν ένα σκηνικό περιβάλλον όπου η ρευστότητα του φύλου κάνει πάρτι.

Υπάρχει «αυθεντική» γυναίκα και «αυθεντικός» άντρας; Η παράσταση απαντά φωναχτά ότι το «φύλο είναι φάσμα» και ότι «η επιβίωση και το όνειρο δεν έχουν φύλο». Και ακόμα συμπληρώνει ότι δεν έχουν ούτε  ηλικία, ούτε αρτιμέλεια, ούτε οικονομικό status, ούτε φυλετική καταγωγή, ούτε κοινωνική τάξη. Η θεατρική διασκευή αγγίζει είτε συνειδητ, είτε ασυνείδητα το ζήτημα των πολλαπλών ταυτοτήτων και της διαθεματικότητας (intersectionality) χωρίς να γίνεται κλισέ και ηθικοδιδακτική.

Μέσα από όλες τις διασκευαστικές εκδοχές των βασικών χαρακτήρων της ταινίας, η παράσταση διερωτάται συνέχεια γύρω από το ζήτημα της ερωτικής επιθυμίας. Τι είναι αυτό που μας ερεθίζει; Υπάρχει άραγε νορμάλ επιθυμία και ηδονή; Πόσα στεγανά μπορεί να έχουμε, χάνοντας έτσι απόλαυση, ηδονή και συναίσθημα; Η φράση «Μια τέτοια γυναίκα θέλω, με αρχίδια» αναδεικνύει με τον καλύτερο τρόπο το γεγονός ότι η καύλα δεν έχει κανονικότητα.

Άραγε πόσες αγκυλώσεις και καθωσπρεπισμοί οδηγούν έναν άνδρα να ταράζεται «μαλα πόλλα» όταν μαθαίνει ότι το αιδοίο που εισέβαλε μέχρι πρότινος με πάθος  ανήκει σε μια τρανς γυναίκα; Γιατί ενώ καυλώνουμε, τρομάζουμε μοιάζει να ρωτά το θεατρικό έργο; Αλμοδοβαρικές εικόνες, απενοχοποιημένο drag show (από Βανδή μέχρι Mercury) και μαρτυρίες τρανς ατόμων εντάσσονται σε ένα κράμα που δημιουργεί ένα ιδιότυπο σύγχρονο θεατρικό «Pose» για τα ελληνικά δεδομένα.

Η επιλογή της Μπέτυς Βακαλίδου και του Δημήτρη Παπάζογλου μαζί με το προσωπικό και καλλιτεχνικό φορτίο που φέρουν δημιουργούν ένα ιστορικό ντοκουμέντο επί σκηνής που σε συνεπαίρνει. Η παράσταση χαρακτηρίζεται από πολλές ατέλειες και συνεχώς υπάρχει η αίσθηση ότι κάτι θα πάει λάθος, θα ξεφύγει. Υψηλά ντεσιμπέλ, υστερικές εξάρσεις, βωμολοχία, μασημένα λόγια, αυτοσχεδιασμός επί σκηνής είναι μόνο μερικές από τις καλλιτεχνικές επιλογές και παραφθορές της παράστασης που άλλου θα ενοχλούσαν. Εδώ όμως δημιουργούν ένα τέλειο σύμπαν φτιαγμένο από μια διαδοχή ατελειών.

Υπάρχει πάντα μια λεπτή γραμμή να γίνει το χιούμορ χυδαιότητα, το αστείο κακοποίηση, ο αυτοσχεδιασμός βαρεμάρα, το μελό κακή μελούρα και η βιωματική εμπειρία διδακτισμός. Όμως, η παράσταση καταφέρνει να μην την περάσει. Αντιθέτως, επιτυγχάνει να αποκτήσει μια καθολικότητα και να μιλήσει αλληγορικά για κάθε «μπουρδελάκι» που μας ρίχνουν ή δημιουργούμε καθημερινά μόνοι μας. Για κάθε ασφυκτικό πλαίσιο μέσα από το οποίο προσπαθούμε να ξεφύγουμε, κάνοτας όνειρα μα και βλέποντας την ζωή να τρέχει. Γιατί  όλοι, όλες, όλα έχουμε όνειρα και αυτό η παράσταση δεν σταματά να μας το θυμίζει μέχρι τέλους.

 

Στο μεταπτυχιακό (Επικοινωνία και ΜΜΕ στο ΕΚΠΑ) αντί να κάνω διπλωματική για τον Αλμοδόβαρ έκανα για το Ζεϊμπέκικο. Στη δραματική σχολή («δήλος» - Δήμητρα Χατούπη) αντί να παίξω την Πατρόνα έπαιζα τον Καπετάνιο. Γράφω μπας και θυμηθώ κάτι από το ταμπεραμέντο της παιδικής ηλικίας, εκείνου του αγοριού που φόραγε τα τακούνια της μαμάς και έπαιζε με τη barbie και τη bibibo. Αγαπημένη μου φράση: «Ο καθωσπρεπισμός και οι νοικοκυραίοι μου μαύρισαν την ψυχή. Ευχαριστώ, δε θα πάρω.»