Η «Τελευταία έξοδος – Ρίτα Χέιγουορθ» συναντά με έναν ξεχωριστό τρόπο μια από τις μελανότερες ιστορίες του «αναπτυγμένου» δυτικού κόσμου, την παράγραφο 175 του ποινικού κώδικα της Γερμανίας στη «Μεγάλη απόδραση» του Αυστριακού Σεμπάστιαν Μάιζε, που από 3 Φλεβάρη βρίσκεται στις κινηματογραφικές αίθουσες.

της Δήμητρας Κυρίλλου 

Έχει ήδη στο βαλιτσάκι της διακρίσεις και βραβεία από τα φεστιβάλ στις Κάννες, το Σαράγεβο και τις Αθηναϊκές «Νύχτες Πρεμιέρας 2021» και βρίσκεται στην τελική λίστα υποψηφιοτήτων για Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας εκπροσωπώντας την Αυστρία.

Μια ιστορία ντροπής

Η παράγραφος 175 (και οι μετεξελίξεις της) ήταν το άρθρο του Γερμανικού ποινικού κώδικα που ποινικοποιούσε τις ομοφυλοφιλικές πράξεις μεταξύ ανδρών. Θεσπίστηκε το 1871, λίγο μετά την ενοποίηση της Γερμανίας και, παρά τους αγώνες των προοδευτικών κομμάτων και των πρωτοπόρων της σεξουαλικής απελευθέρωσης όπως ο Μάγκνους Χίρσφελντ, που ζητούσαν επίμονα να καταργηθεί η “επαίσχυντη» παράγραφος, αυτή παρέμεινε σε ισχύ σε όλη τη διάρκεια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, στην εποχή των Ναζί με τα διαβόητα ροζ τρίγωνα, αλλά και επί της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας που τη διαδέχθηκε με το τέλος του Β’ Παγκοσμιου Πολέμου. Καταργήθηκε οριστικά μόλις το 1994, αν και στον απόηχο των κινημάτων του Μάη του ’68, η ισχύς του νόμου περιορίστηκε στα άτομα κάτω των 21 ετών με την καθιέρωση της ηλικίας συναίνεσης το 1969. Μεταξύ του τέλους του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου και του 1969, κάθε χρόνο περισσότεροι από χίλιοι άνδρες φυλακίζονταν βάσει των διατάξεων αυτού του νόμου. Πολλοί έχασαν τη δουλειά τους, ενώ υπήρξαν δεκάδες αυτοκτονίες.

Από την Ιστορία στην οθόνη

Στη «Μεγάλη απόδραση» ο Μάιζε στρέφει την προσοχή του στην μεταπολεμική περίοδο στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, μια χώρα που υποτίθεται ότι είχε γυρίσει την πλάτη στον ολοκληρωτισμό και αυτοπροβαλλόταν σαν ανοιχτή και δημοκρατική. Στηρίχτηκε σε δεκάδες μαρτυρίες ανθρώπων που διώχθηκαν, δικάστηκαν και φυλακίστηκαν για τον σεξουαλικό προσανατολισμό τους, ωστόσο ο στόχος του δεν είναι μια ταινία τεκμηρίωσης. Τον σκοπό αυτό πληροί άριστα το ντοκιμαντέρ των Ρομπ Επστάιν και Τζέφρι Φρίντμαν «Παράγραφος 175» (2000), με αφηγητή τον Ρούπερτ Έβερετ, το οποίο επικεντρώνει κυρίως στις ναζιστικές διώξεις των ομοφυλόφιλων ανδρών και γυναικών.

Η «Μεγάλη απόδραση» είναι μια ταινία μυθοπλασίας, που ωστόσο αποφεύγει τον εύκολο δρόμο του να εκβιάσει τη συγκίνησή μας για τα βάσανα των φυλακισμένων γκέι ανδρών. Ούτε πρόκειται για περιπέτεια απόδρασης (ο ελληνικός τίτλος είναι μάλλον παραπλανητικός, ίσως πετυχημένος ως ειρωνεία). Αλλά ούτε για gay μελόδραμα, παρόλο που περιέχει και μια τραγική ερωτική ιστορία.

Είναι μια ομοερωτική οδύσσεια που ξεδιπλώνει αργόσυρτα τα διαφορετικά επίπεδα του τι σημαίνει να επεμβαίνει το κράτος στον σεξουαλικό προσανατολισμό των πολιτών. Του τι σημαίνει ο εγκλεισμός για ένα «έγκλημα» που δεν είναι έγκλημα, όχι μόνο για το ανθρώπινο σώμα, αλλά κύρια για τον ψυχισμό. Τέλος, είναι μια ιστορία αγάπης, μια σε βάθος μελέτη χαρακτήρων που διερευνά παράλληλα την ουσία της queer ταυτότητας και των σχέσεων. Πόσο έγκυρες είναι οι «γκέι» και «στρέιτ» ταυτότητες; Γεννιέσαι ή γίνεσαι; Οι υπέρμαχοι της πρώτης άποψης δεν θα ενθουσιαστούν από τα ευρήματα της ταινίας, αλλά η ζωή η ίδια είναι τελικά πιο πολύπλοκη.

Σε τρεις χρονικές περιόδους

Η ταινία ξεκινά με ένα βίντεο από ανδρικά ουρητήρια. Μια κρυμμένη κάμερα έχει καταγράψει τις σεξουαλικές δραστηριότητες που -οποία έκπληξη- λαμβάνουν τακτικά χώρα, με επαναλαμβανόμενη τη φιγούρα του Χανς (ο Franz Rogowski σε μια ακόμη συγκλονιστική ερμηνεία). Ο Χανς Χόφμαν έχει παραβεί κατ’ εξακολούθηση τον ποινικό κώδικα και την παράγραφο 175 (με τα σημερινά ομοφοβικά δεδομένα θα ήταν «επαγγελματίας ομοφυλοφιλος») και καταδικάζεται σε φυλάκιση δύο ετών. Περνάει όλες τις διαδικασίες κατά τα οικεία στην πύλη της φυλακής και ξεκινάει τη νέα του καθημερινότητα χωρίς την παραμικρή σύσπαση στο πρόσωπο. Ακόμα και όταν υπερασπίζεται τον νεαρό κρατούμενο Λεο (Anton von Lucke) και καταλήγει στην απομόνωση δεν φαίνεται να αισθάνεται φόβο, έκπληξη, δεν διαμαρτύρεται. Είναι τόσο κουλ; Η ταινία μεταπηδά στο 1945 και μας παρουσιάζει για πρώτη φορά τον νεαρό Χανς να απελευθερώνεται από στρατιώτες των συμμαχικών δυνάμεων που ανοίγουν το κελί του. Έχοντας βιώσει τις διώξεις επί ναζισμού «απελευθερώθηκε» μόνο και μόνο για να μετακομίσει σε μια άλλη φυλακή για να εκτίσει το υπόλοιπο της ποινής του, καθώς η ομοφυλοφιλία εξακολουθεί να θεωρείται όχι μόνο διαστροφή, αλλά και ποινικό αδίκημα.

Ακολουθεί η ενδιάμεση περίοδος φυλάκισής του το 1957, στην οποία βρίσκεται και το κλειδί στην πορεία του ήρωα, τα γεγονότα που τον τσακίζουν συναισθηματικά, ώστε μετά τα πάντα να του φαίνονται «business as usual». Τα τρία αποσπάσματα δεν εξελίσσονται με χρονολογική σειρά, ο θεατής προσανατολίζεται από λεπτομέρειες όπως το τι ράβει ο Χανς στη φυλακή (μεταποιημένες ναζιστικές στολές το 1945, ροζ κλινοσκεπάσματα το 1968) και από μια ευρηματική χρήση του χρώματος: Σε ένα έξοχο γύρισμα τον βλέπουμε το 1957 να βάφει τους τοίχους του εργαστηρίου σε μια απόχρωση που το παρατηρητικό μάτι θα αναγνωρίσει από μια προηγούμενη σεκάνς που διαδραματίζεται έντεκα χρόνια αργότερα. Ένα σταθερό σημείο αναφοράς είναι η φιλία του Χανς με τον Βίκτορ (Georg Friedrich), τον σκληροτράχηλο, νταή και ολίγον ομοφοβικό ισοβίτη. Η μεταξύ τους σχέση θα αλλάξει στην πορεία και θα αλλάξει και τους ίδιους.

Η ταινία παίζει με τον ιστορικό και υποκειμενικό χρόνο και χειρίζεται το φως με τρόπους που ενίοτε θυμίζουν πίνακες Ολλανδών ζωγράφων, με δυο λόγια είναι αριστοτεχνικά φτιαγμένη. Τεράστιο ρόλο παίζουν οι ερμηνείες. Ένας χαρακτήρας όπως ο Χανς, που έχει ζήσει δεκαετίες κάτω από την υποβολή να κρύβει όλες του τις επιθυμίες, τις λύπες, το θυμό και τους φόβους από τη ματιά του απαιτεί μια εσωτερικευμένη υποκριτική, ακριβώς δηλαδή τον Φρανκ Ρογκόφσκι, (αγαπημένο από το «Στους διαδρόμους», «Τράνζιτ» κ.α.). Ως Χανς σε διάφορα στάδια της ζωής του, ενεργεί, συναισθάνεται, απελπίζεται με μια διακριτικότητα που περισσότερα κρύβει παρά δείχνει. Τα συναισθήματά του μεταδίδονται κύρια μέσω της γλώσσας του σώματος και όχι μέσω διαλόγου: ο τρόπος που κρατάει τα μάτια του χαμηλά αλλά παρατηρεί επιφυλακτικά ενώ ράβει σεντόνια στο εργαστήριο της φυλακής, το γυμνό του σώμα που συστρέφεται σε εμβρυακή κατάσταση αυτοσυντήρησης στην απομόνωση. Ποτέ δεν μαθαίνουμε τι δουλειά κάνει όταν δεν είναι στη φυλακή, αλλά αντιλαμβανόμαστε ότι έχει ταλέντο στην αγάπη και την αυτοθυσία – που φωτίζεται όχι μόνο στη σχέση του με τον Βίκτορ αλλά και μέσα από σύντομες, ριψοκίνδυνες σχέσεις μέσα στη φυλακή. Σχέσεις και άνθρωποι παγιδευμένοι σε έναν ατέλειωτο βρόγχο κοινωνικής, ηθικής και δικαστικής καταστολής, που καθιστά την «ελευθερία» αδιανόητη έξω από τον εγκλεισμό.
Η «Μεγάλη απόδραση» είναι ένα στοχαστικό, διεισδυτικό δράμα που δίνει τροφή για σκέψη και, ακόμη κι αν ραγίζει την καρδιά κάθε σκεπτόμενου ανθρώπου, δεν πρέπει με κανένα τρόπο να χάσετε.