H κινηματογραφική διασκευή του «West Side Story» δια χειρός Στίβεν Σπίλμπεργκ, που από την Πέμπτη 9 Δεκέμβρη προσγειώθηκε στις αίθουσες είναι μια καλλιτεχνική πρόκληση που είχε να αναμετρηθεί με μια σειρά θρύλους.

της Δήμητρας Κυρίλλου

ακολουθεί διαφήμιση...

Πρώτα-πρώτα με την πολυβραβευμένη πρώτη ταινία των Ρόμπερτ Γουάιζ και Τζερόμ Ρόμπινς (1961), που βασισμένη στο θεατρικό του Άρθουρ Λόρεντς (1957) επηρέασε βαθιά μια ολόκληρη γενιά και άνοιξε νέους δρόμους στην ίδια την έννοια του μιούζικαλ.

Το στόρι αποτελεί ελεύθερη διασκευή του Σεξπηρικού «Ρομέος και Ιουλιέτα», που ωστόσο μεταφέρεται από τη Βερόνα στο Δυτικό Μανχάταν της δεκαετίας του ’50. Εκεί δεν έχουμε αντιμαχόμενες οικογένειες όπως οι Μοντάγοι και οι Καπουλέτοι, αλλά τους Τζετς και τους Σαρκς, δυο συμμορίες που ανταγωνίζονται μέχρι θανάτου για τον έλεγχο του Hell’s Kitchen, της γειτονιάς τους, που ουσιαστικά την καταπίνει η αστική «ανάπλαση», εκβιάζοντας και εξαγοράζοντας με λίγα δολάρια τους φτωχούς κατοίκους να παραχωρήσουν τα διαμερίσματά τους και να μετακομίσουν παραέξω. Οι Τζετς είναι λευκοί «γεννημένοι» Αμερικανοί και φαντασιώνονται ότι το πρόβλημά τους είναι οι Σαρκς, οι νεοφερμένοι -και εξίσου μάτσο- Πορτορικάνοι που μιλούν Αγγλικά.

Οι Τζετς και οι Σαρκς μαλώνουν πάνω σε σωρούς από υλικά κατεδάφισης σε μια γειτονιά λίγα μόνο τετράγωνα από το Σέντραλ Παρκ, που περνάει σ’άλλα χέρια και τους διώχνει για να υποδεχτεί πιο εύπορα στρώματα και μεγαλοπρεπείς εγκαταστάσεις όπως το Λίνκολν Σέντερ. Οι μεταξύ τους καυγάδες είναι απλά εκτόνωση για τους ίδιους και προπόνηση για το τοπικό αστυνομικό τμήμα του επιθεωρητή Κρούπκε.

Ο Πολωνός Τόνι, πρώην αρχηγός των Τζετς, μετά από ένα χρόνο στη φυλακή έχει αρχίσει να απομακρύνεται από τους δρόμους αφήνοντας την πρωτοκαθεδρία στον φανατικό καβγατζή Ριφ, που τον διεκδικεί πίσω στην ομήγυρη, εν όψει της μεγάλης αναμέτρησης με τους Σαρκς. Ο Τόνι όμως ερωτεύεται την αδελφή του αρχηγού των Πορτορικανών, του «πολύ» Μπερνάρντο, με δραματικές εξελίξεις και τραγική κορύφωση, «πειραγμένη» πάντως σε σχέση με το Σεξπηρικό έπος, πιο προσγειωμένη στους δρόμους της Νέας Υόρκης, όπου δύσκολα σκοτώνεσαι από παρεξήγηση και ευκολότερα από το όπλο στα χέρια ενός οργισμένου ανθρώπου.

Ο θρύλος της πρωτότυπης ταινίας

Μέχρι την εμφάνιση του west Side Story τα μιούζικαλ αφορούσαν κατά κανόνα ανάλαφρα θέματα και η πλοκή συνήθως δεν ήταν παρά μια επινόηση για να στηθούν τα τραγούδια και τα χορευτικά νούμερα. Το West Side Story έφερε μια σειρά καινοτομίες. Η χρήση της αργκό των δρόμων, το σκοτεινό αστικό τοπίο και το θέμα του πολέμου των συμμοριών ήταν πρωτοφανή για το είδος αυτό, όπως άλλωστε το θέμα του πολεοδομικού εξευγενισμού (a.k.a. gentrification) και οι επιπτώσεις του στις εργατογειτονιές των μεγαλοπούλεων. Ενώ πολλά από αυτά μπορεί να φαίνονται ξεπερασμένα και χιλιοειπωμένα στον σύγχρονο κόσμο της διαρκούς απεικόνισης της βίας, η ταινία αυτή και η παράσταση του Μπρόντγουεϊ στην οποία βασίστηκε ξεσήκωσαν τότε μια ολόκληρη συζήτηση για την εισαγωγή αυτής της μορφής πραγματικότητας σε ένα μιούζικαλ.

Μουσικοχορευτική πρωτοπορία

Είναι αδύνατο να μιλήσει κανείς για το West side story έξω από τη μοναδική μουσική του επένδυση, μια συνεργασία μεταξύ του Λέοναρντ Μπέρνσταϊν και του Στίβεν Σόντχαϊμ, που αποτελεί μια από τις σπουδαιότερες μουσικοθεατρικές συνθέσεις όλων των εποχών, για πολλούς ισοδύναμη σε αντίκτυπο με εκείνη της όπερας «Κάρμεν» -η οποία επίσης συνδύαζε ρεαλιστικούς χαρακτήρες με μια απίστευτα δυνατή μουσική. Το σάουντρακ αυτό παίζεται και ηχογραφείται μέχρι σήμερα και αποτελεί επιρροή σε όλους σχεδόν τους σύγχρονους καλλιτέχνες. Τι το κάνει τόσο ξεχωριστό; Το ότι ο Μπερνστάιν εισήγαγε τη δημιουργική συγχώνευση-συνύπαρξη μουσικών ειδών, τόσο διαφορετικών όσο η Τζαζ, η Αβανγκάρντ, ο ήχος του Μπρόντγουεϊ και τα Λατινοαμερικάνικα μουσικά είδη δέκα τουλάχιστον χρόνια πριν από το κίνημα Fusion. Είναι ένας ήχος που διαρκώς ανανεώνεται, εκτελείται σε ποικίλες μορφές και σε διαφορετικούς χώρους, χωρίς να χάνει την πρωτότυπη μελωδική και αρμονική του δύναμη.

Η χορογραφία παίζει σημαντικότατο ρόλο στο West Side Story. Η συγκρουσιακή ατμόσφαιρα που υποβόσκει στις γειτονιές του Hell’s Kitchen εκφράζεται μέσα από τις έξοχες χορευτικές σεκάνς του Τζερόμ Ρόμπινς, γεγονός που μάλιστα οδήγησε στο -αν και χορογράφος, να του αποδοθούν επίσημα τα credits του συν-σκηνοθέτη της ταινίας. Η ενδυματολογία ήταν επίσης πρωτοποριακή. Οι συμμορίες αναγνωρίζονται από το χρώμα των αθλητικών τους παπουτσιών. Λευκά χαμηλά πάνινα για τους λευκούς Τζετς, μαύρα χαμηλά για τους Σαρκς ώστε να τονίζεται η αντιπαράθεσή τους.

Η ταινία είχε βραβευτεί με δέκα βραβεία Όσκαρ, μεταξύ των οποίων Καλύτερης Ταινίας, Καλύτερου Β’ Ανδρικού Ρόλου (Τζορτζ Τσακίρης), Καλύτερου Β’ Γυναικείου Ρόλου (Ρίτα Μορένο) και Καλύτερης Μουσικής (Λέοναρντ Μπερνστάιν).

60 και χρόνια μετά…

Τι έχει να πει ένα ακόμη West Side Story σήμερα; Μπορεί να είναι κομμάτι της αυτοαναφορικότητας του σινεμά και του ίδιου του Χόλυγουντ που αρέσκεται να ανακυκλώνει και να επανεφευρίσκει τον εαυτό του, όπως κάνουν πρόσφατα εγχειρήματα σαν το «Ανέτ» του Λεός Καράξ και πιο εξόφθαλμα το «La la land». Για τον Στίβεν Σπίλμπεργκ που κουβαλάει δεκαετίες επιτυχημένης κινηματογραφικής δημιουργίας, εκτός από το να αναμετρηθεί με το …ανάστημά του, έχει να κάνει με την επικαιρότητα των κεντρικών θεμάτων που ανέδειξε το αρχικό έργο, αν και η πλοκή εξακολουθεί να εκτυλίσσεται στη δεκαετία του ’50. Καθώς η πόλη της Νέας Υόρκης βιώνει έναν ακόμη αστικό «εξευγενισμό», η οικονομική και πολιτική κρίση γεννάει ένα νέο κύκλο ρατσισμού και ο σεξισμός ξεχειλίζει στην καθημερινότητα και στον επίσημο πολιτικό κόσμο, ο Σπίλμπεργκ θέλησε να προβάλει το μήνυμα της αγάπης που ξεπερνάει κάθε εμπόδιο και φραγμό. Προσέλαβε τον σπουδαίο σεναριογράφο Τόνι Κούσνερ, γνωστό από τις προηγούμενες ταινίες «Μόναχο» και «Λίνκολν» και φυσικά από το θεατρικό έπος «Άγγελοι στην Αμερική».

Ο Κούσνερ διατήρησε τον αφηγηματικό άξονα κάνοντας πιο αιχμηρό το κοινωνικό στοιχείο και την έμφυλη διάσταση και αποφεύγοντας να μπει στα βαθιά. Οι κεντρικές ηρωίδες από το Πουέρτο Ρίκο η Μαρία (Ιουλιέτα) και η Ανίτα είναι αρκετά παραπάνω από αγαπημένες του Τόνι (Ρομέο) και του Μπερνάρντο. Επίσης εμφανίζεται non binary άτομο με μικρό αλλά χαρακτηριστικό ρόλο στη συμμορία των Τζετς. Είναι τ@ Anybodys, ένας ρόλος που υποδύεται η τρανς ηθοποιός Άιρις Μίνας. Έτσι, με κάποιο τρόπο αποτείεται ένας ετεροχρονισμένος φόρος τιμής στους βασικούς δημιουργούς του αρχικού έργου (Λόρεντς, Ρόμπινς, Σόντχαϊμ, Μπερνστάιν), τέσσερις γκέι/bι άνδρες Εβραϊκής καταγωγής που έζησαν μέσα στη φήμη αλλά και την αυτολογοκρισία σε σχέση με τη σεξουαλικότητά τους.

Ένα άλλο θετικό στοιχείο της παραγωγής είναι η παρουσία στο καστ μιας πλειάδας ανθρώπων με καταγωγή από την Πορτορικανή κοινότητα, που κάνει εμφανή αντίθεση με την αρχική παραγωγή, όπου η ηρωίδα ενσαρκωνόταν από την αξέχαστη αλλά ολόλευκη Νάταλι Γουντ, και οι ηθοποιοί που υποδύονταν τους Πορτορικανούς Σαρκς έβαζαν τόνους μέικ-απ για να φαίνονται σκούροι Λατίνοι, περιλαμβανομένου του Τζορτζ Τσακίρης στον ρόλο του Μπερνάρντο!

Ένας ακόμη φόρος τιμής, στην παλαίμαχη ηθοποιό Ρίτα Μορένο που έπαιζε την Ανίτα στην αρχική παραγωγή και επιστρέφει σαν ιδιοκτήτρια του μικρού καταστήματος όπου συχνάζουν οι Τζετς, αντικαθιστώντας στον ρόλο τον προηγούμενο καταστηματάρχη που ήταν (φυσικά) άντρας. Το σενάριο παρέμεινε επιεικές με την αστυνομία της Νέας Υόρκης, η οποία εμφανίζεται τόσο ανεκτική όσο περίπου μια Παιδική Χαρά, αλλά έτσι κι αλλιώς η καρδιά της ταινίας δεν βρίσκεται εδώ.

Το αποτέλεσμα είναι ένα φαντασμαγορικό μουσικοχορευτικό κομψοτέχνημα, χάρμα οφθαλμών και νοσταλγική αναφορά στο παρελθόν που διακριτικά κουβαλάει το κοινωνικό στοιχείο της εποχής του, όπως αυτό επανέρχεται στο σήμερα.