Ο Παντελής (δεξιά) προσδιορίζεται ως κουήρ, ενώ ο Μιχάλης (αριστερά) απορρίπτει, όπως αναφέρει: «όλη αυτή την αντρίλα, τη ματσίλα και την τοξικίλα που υπάρχει εκεί έξω». Ίσως γι΄αυτό αποφάσισαν να παντρέψουν το ρεμπέτικο με τον (γκέι) έρωτα δύο ποιητών.

Πώς ξεκινά η πορεία σας ως καλλιτεχνικό ντουέτο;

Παντελής: Ξεκινήσαμε στην Κρήτη, μιας και είμαστε και Κρητικόπουλα.

Μιχάλης: Πρώτα ξεκίνησε η επαφή μας με την ποίηση. Γενικά, υπήρχε η ποίηση στο σπίτι. Στο Λύκειο γνωρίσαμε και την Ντιάνα Μανουρά, που μας έδωσε να μελοποιήσουμε κάποια ποιήματα για να τα παρουσιάσουμε στην τάξη. Αυτή η καθηγήτρια εξελίχθηκε σ΄έναν άνθρωπο που μας στιγμάτισε. Από το 2014 μαζί με τους ανθρώπους της Μικρής Άρκτου προχωράμε μαζί, έχοντας πλέον κυκλοφορήσει μια σειρά από δισκογραφικές δουλειές με βάση πάντα την ποίηση.

Π: Οι γονείς μας, επίσης, είχαν φροντίσει να μάθουμε μουσικά όργανα ήταν και εκπαιδευτικοί, οπότε ήμασταν πολύ κοντά και στην ανάγνωση και στον “λόγο”.

Μ: Το ότι εμείς, όμως, τραγουδούσαμε κιόλας, θεωρώ ότι έχει να κάνει πολύ με το ότι ταιριάξαμε πολύ σ΄αυτό. Προέκυψε από μια ανάγκη μας να τραγουδάμε, η οποία κατά τη διάρκεια των χρόνων έγινε πιο συνειδητή.

Καλλιτεχνικά πώς αυτοπροσδιορίζεστε;

Π: Ως μια μπάντα, που τραγουδάει σε ύφος ακουστικό και με αρκετά παραδοσιακά στοιχεία. Στην ουσία τραγουδάμε μελοποιημένη ποίηση. Ωστόσο, αυτός ο όρος δεν μου αρκεί, δε νιώθω ότι κάνουμε αυτό. Δεν είναι μουσικό ύφος για εμάς η μελοποιημένη ποίηση είναι μέσο, είναι ένα εργαλείο. Φτιάχνουμε παραστάσεις και βάζουμε μουσική σε κείμενα, που μας εκφράζουν.

Μ: Αυτό που κάνουμε είναι να φτιάχνουμε τραγούδια και να τα τραγουδάμε. Οι παραστάσεις μας έχουν αρκετό λόγο και αρκετό χιούμορ. Νομίζω, πάντως, πως υπάρχει ένα αγκάθι στον τρόπο με τον οποίο ο κόσμος αντιμετωπίζει την ποίηση και φυσικά υπάρχει και ένα αγκάθι στην ίδια την ποίηση. Η ποίηση στην ουσία δεν είναι να ψάξεις να βρεις ένα κρυφό νόημα. Απλά κάτι συμβαίνει και ο ποιητής μπορεί να περιγράψει αυτό το κάτι με τον πιο άρτιο και μεστό τρόπο.

Ποια θα λέγατε ότι είναι η σχέση του ελληνικού κοινού με την ποίηση;

Π: Νομίζω, ότι μιλάμε για μια αμφίδρομη σχέση. Είναι και τα δύο μέρη κάπως παγωμένα (γέλια). Φυσικά έχει σημασία να καταλάβουμε και τι εννοούμε, όταν μιλάμε για ποίηση. Η ποίηση πλέον δεν είναι μόνο οι λέξεις που αποτυπώνονται σε ένα βιβλίο. Είναι πολλά περισσότερα. Είναι για παράδειγμα αυτό που κάνει ο Sam Albatros, είναι τα πάντα, που μπορούν να σε συνδέσουν με κάτι που συμβαίνει καθολικά. Οπότε το ελληνικό κοινό, το μόνο που έχει να κάνει, είναι να απενοχοποιήσει μέσα του τη σχέση του με την ποίηση και να καταλάβει πως ούτως ή άλλως τη γουστάρει.

Μ. Βάζοντας, πάντως, την ποίηση σε ένα γενικότερο καλλιτεχνικό πλαίσιο, θα έλεγα ότι μιλάμε για μια προβληματική σχέση και όχι μόνο στην Ελλάδα. Σε όλο τον κόσμο η κατανάλωση έχει αρχίσει να παίρνει τα ηνία και η υπομονή που χρειάζεται να διαβάσεις ένα βιβλίο ή να ακούσεις ένα μουσικό κομμάτι ή να παρατηρήσεις έναν πίνακα, χάνεται πια. Είμαστε πια του πολύ γρήγορου και το ζήτημα της ποίησης θέλει χρόνο και εμείς χρόνο δε δίνουμε.

Και από την ποίηση στο ρεμπέτικο και συγκεκριμένα στα «Ρεμπώτικα».

Μ: Τα Ρεμπώτικα ερμηνεύουν η Νεφέλη Φασούλη, η Λένα Κιτσοπούλου, η Μάρθα Φριντζήλα, η Ελένη Κοκκίδου, ο Μάνος Πετράκης και ο Απόστολος Κίτσος ο οποίος επίσης ενορχήστρωσε και το υλικό. Ο δίσκος κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μικρή Άρκτος, όπως και όλες οι δουλειές μας που έχουν δισκογραφηθεί.

Π: Σε αυτό τον δίσκο δεν χρησιμοποιήσαμε τόσο την ποίηση όσο τον ίδιο τον ποιητή. Δε χρησιμοποιήσαμε δηλαδή τα ποιήματα του Ρεμπώ αλλά τις ερωτικές επιστολές που έγραφε στον Βερλαίν. Έχουν ξεκάθαρη αίσθηση κλειδαρότρυπας, αλλά πρόκειται για βαθιά ποιητικές επιστολές.

Που μιλούν για έναν γκέι έρωτα.

Π: Αυτή η σύμπραξη του ρεμπέτικου με τις ομοερωτικές επιστολές του Ρεμπώ συνέβη όπως συμβαίνουν τα πράγματα στη ζωή. Προέκυψε φυσικά.

Μ: Θα σου πω, πως μας έχουν κάνει το σχόλιο πως «μια γκέι σχέση δεν ταιριάζει με το ρεμπέτικο, γιατί το ρεμπέτικο είναι πολύ μπρουτάλ». Είναι αστείο. Τι πιο μπρουτάλ από τον έρωτα του Ρεμπώ με τον Βερλαίν; Εμείς απλώς θέλαμε να αφηγηθούμε όσο πιο καθαρά γίνεται την ιστορία τους, μέσα από αυτές τις επιστολές και δε θα ήταν τα Ρεμπώτικα, αυτά που είναι αν ο αυτοσκοπός μας ήταν να σχολιάσουμε την γκέι σχέση και το ρεμπέτικο. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι δε μας έκανε κάποια εντύπωση αυτή η σχέση για να την διαχειριστούμε με κάποιο διαφορετικό τρόπο. Το σίγουρο είναι πάντως, πως αυτός που θα μας ακούσει, θέλει δε θέλει, θα ακούσει για την ιστορία δύο γκέι ανδρών.

Σας φόβισε καθόλου αυτό;

Π: Ακριβώς το αντίθετο. Πήραμε πάρα πολλή δύναμη από όλο αυτό.

Μ: Εξάλλου είμαστε και εμείς μέσα στον κύκλο αυτής της κοινότητας.

Δηλαδή;

Π: Εγώ σίγουρα ανήκω σ΄αυτή την κοινότητα. Και ο Μιχάλης θα έλεγα αλλά με έναν δικό του τρόπο.

Πώς αυτοπροσδιορίζεστε;

Π: Η απάντηση που δίνω τον τελευταίο καιρό είναι κουήρ. Για μένα όλα είναι μία κοινωνική κατασκευή και μπορώ πλέον να κάνω ένα σαφή διαχωρισμό ανάμεσα στα άτομα που το αναγνωρίζουν και σε αυτά που δεν το αναγνωρίζουν. Όταν αντιλαμβάνεσαι ότι έχεις μία σεξουαλικότητα, μια ταυτότητα διαφορετική από αυτή που η κοινωνία θεωρεί φυσιολογική, τότε ξαφνικά σπάει κάτι μέσα σου και αποκτάς μία συνειδητότητα που σου επιτρέπει να γνωρίσεις καινούργιες πτυχές του εαυτού σου. Αποκτάς μια ρευστότητα.

Μ: Εγώ, πάλι, μέσα σ’ αυτή την κοινωνία -που δυστυχώς ζούμε όλοι- με όλη αυτή την αντρίλα, την ματσίλα και την τοξικίλα, αν έπρεπε να πω κάτι, θα προτιμούσα να έλεγα «γυναίκα». Έχω, εξάλλου, φουλ εξισορροπημένη τη γυναίκα μέσα μου, αλλά ειδικά τα τελευταία χρόνια με όλα αυτά που έχουν γίνει, με τους άντρες που σκοτώνουν και χτυπούν και υψώνουν τον τόνο της φωνής τους για πλάκα, δυσκολεύομαι να ταυτιστώ με αυτό το «άνδρας».

Μιλήστε μου λίγο για τα παιδικά σας χρόνια στην Κρήτη.

Π: Εγώ είχα αντιληφθεί την ταυτότητα και τη σεξουαλικότητά μου από πολύ μικρός, πως είμαι κάτι ξεχωριστό, μοναδικό, όπως όλοι μας. Στον κοινωνικό μου περίγυρο ήμουν πάντα πολύ ανοιχτός με αυτό. Οι γονείς μου επίσης, ήταν άνθρωποι της αγκαλιάς και πάντα ήξεραν να ακούν. Ωστόσο πέσαμε πολύ σύντομα στα βαθιά, αφού πιάστηκα, ας πούμε, κάπως στα πράσα! ( γέλια )

Έχετε βιώσει ομοφοβικά περιστατικά;

Π: Πάρα πολλές φορές. Από μικρός όμως είχα φτιάξει κάτι σαν πέπλο. Δεν πέρασε τίποτα μέσα απ’ αυτό. Ίσα-ίσα, όταν κάποιος μου έκανε bullying, εγώ τον λυπόμουν. Μιλάμε ένιωθα η απόλυτη queen μέσα μου.

Μ: Έτσι κι αλλιώς ήμασταν αρκετά διαφορετικά παιδάκια. Mας φαντάζεσαι στην Κρήτη; Δύο μικρά λουλουδάκια που έπαιζαν τένις και διάβαζαν ποίηση. Αλλά είχαμε δύο φοβερούς γονείς, που πάντα μας τόνιζαν ότι δεν είναι κακό το να διαφέρεις. Κυρίως, όμως βοήθησε ότι είχαμε ο ένας τον άλλον. Δεν νιώσαμε ποτέ μόνοι. Το ταξίδι μας ήταν πολύ πιο προστατευμένο.

Φαντάζομαι νιώσατε περισσότερο ελεύθεροι, όταν φύγατε από την Κρήτη.

Π: Θυμάμαι, όταν είχαν βγει τα αποτελέσματα και συνειδητοποίησα ότι είχα περάσει στην Αθήνα, αισθανόμουν τόσο ευτυχισμένος, που άνοιξα το λάπτοπ για να με βγάλω φωτογραφία για να δω πως είναι το πρόσωπό μου. Ένιωθα την απόλυτη ευτυχία. Τότε ένιωθα ότι Κρήτη ήταν πάρα πολύ μικρή. Τώρα, δώδεκα χρόνια μετά, η Κρήτη μεγαλώνει ξανά! Όταν ήρθαμε στην Αθήνα άρχιζα να γνωρίσω πολύ κόσμο. Θυμάμαι να βγαίνουμε με την φίλη μου την Νίκη, κάθε βράδυ στο S-Cape. Εκεί είναι που είδα και για πρώτη φορά το antivirus.

Μ: Εκείνα τα πρώτα 3 – 4 χρόνια της ζωής μας στην Αθήνα περάσαμε τον χρόνο μας μελοποιώντας ποίηση και μάθαμε αρκετά γι΄αυτήν. Ο Παντελής βέβαια έβγαινε κάθε βράδυ. Εγώ πάλι δεν είμαι πολύ του έξω.

Ποιοι είναι οι καλλιτεχνικοί σας στόχοι;

Π: Δεν είναι και πολύ μακριά από αυτό που κάνουμε τώρα, γιατί έχω μεγάλη καψούρα με τα ποιήματά. Δεν σου κρύβω ότι με έχει επηρεάσει και πάρα πολύ το RuPaul’s Drag Race και μου έχουν δημιουργηθεί διάφορες ιδέες με αυτό.

Μ. O στόχος και για μένα είναι να συνεχίσουμε να δουλεύουμε με παραστάσεις και να μαζευόμαστε όλο και πιο πολλοί.

Σε ποια άτομα απευθύνονται τα αδέρφια Καλογεράκη;

Π: Σε ακομπλεξάριστα άτομα που είναι διατεθειμένα να ακούσουν να δουν και να διασκεδάσουν… δεν απευθυνόμαστε σε φασιστές και μισαλλόδοξους κάθε τύπου!

Μ: Ειδικά το τελευταίο διάστημα μ’ αρέσει πολύ να απευθύνομαι στη γενιά μου. Υπάρχει η ανάγκη να συσπειρωθούμε απέναντι σ΄αυτή την πατριαρχική κοινωνία που μεγαλώνει τα αγόρια για να γίνουν μαλάκες και τα κορίτσια για να σιωπούν.

Αν θα κάνετε μια ερώτηση ο ένας το άλλον, ποια θα ήταν αυτή;

Μ: Πώς πιστεύεις ότι θα ήταν η ζωή μου χωρίς εμένα, Παντελή;

Π: Σίγουρα διαφορετική. Και δε θα με μπέρδευαν με εσένα. Εσύ, Μιχάλη με ποια διάσημη τραγουδίστρια (πιο ποπ) θα ήθελες να συνεργαστείς;

Μ: Με τη Lady Gaga.

Πείτε μας κάτι για το τέλος;

Μ: Δεν υπάρχει κανένας που να μπορεί να σου βλάψει το μυαλό ή την ψυχή.

Π: Πρέπει να στεκόμαστε σε ό,τι δημιουργεί γέλιο και είναι σημαντικό να πηγαίνουμε μόνο προς το φως, γιατί η ζωή παρά είναι πολύ μικρή.

Από μικρός ήθελα να γίνω αστροναύτης. Εξάλλου, πάντα θυμάμαι να μου λένε ότι "πετάω στα αστέρια". Λόγω όμως σχετικής υψοφοβίας αποφάσισα να αλλάξω επαγγελματικό προσανατολισμό και να γίνω δημοσιογράφος (απ' το κακό στο χειρότερο), Μπήκα στο Πάντειο (Τμήμα Επικοινωνίας, Μέσων & Πολιτισμού) και λίγους καφέδες αργότερα πήρα το πτυχίο μου. Έκτοτε το επαγγελματικό μου μετερίζι με έχει οδηγήσει στην πόρτα ανθρωπιστικών οργανισμών (Διεθνή Αμνηστία, Έλιξ) αλλά και πολλών έντυπων και διαδικτυακών μέσων (Esquire, Nitro, Protagon, κλπ). Η σχέση μου με το Antivirus ξεκίνησε τυχαία τον Μάρτιο του 2013. Έκτοτε έγινε λατρεία... Είτε εδώ είτε στο περιοδικό, όλο και κάπου θα με πετύχετε. Αν τώρα θέλετε να κάνετε και κάποιο σχόλιο... θα με βρείτε στο vth@avmag.gr. Cu!