Οπότε λίγη σύνεση με την «τσούλα». Αρκετή κακοποίηση μάς πετάνε οι άλλοι, να μην σφαζόμαστε και μεταξύ μας.

του Αντώνη Παπάζογλου

Ήμουν με έναν φίλο τις προάλλες και μου απαριθμούσε τους λόγους για τους οποίους χώρισε με το αγόρι του. Τίποτα ασυνήθιστο, άλλα ήθελε ο ένας, άλλα ήθελε ο άλλος, ώσπου δεν πήγαινε άλλο. Αλλά μία ατάκα του πρώην προς τον φίλο μου με εξέπληξε, τον αποκάλεσε «τσούλα». Και πέρασαν κάμποσες μέρες και συνέχεια μου ερχόταν στο μυαλό αυτό το «τσούλα». Και κάποια στιγμή λέω για κάτσε ρε μεγάλε, εσύ δεν ήσουν μαζί του όλο αυτό τον καιρό; Δεν ήταν τσούλα δηλαδή όταν τον γνώρισες; Δεν ήταν τσούλα όταν τον γάμαγες; Τώρα δηλαδή αποφάσισες ότι δε σου κάνει και ξαφνικά είναι τσούλα; Που το είπες για να τον μειώσεις και να τον προσβάλλεις, δεν το είπες για κομπλιμέντο. Και τι ακριβώς σημαίνει αυτό το «τσούλα», που τόσο εύκολα πετάει η μία αδερφή στην άλλη;

Ως οροθετικός είχα δεχτεί παλιότερα διάφορα σχόλια, που αντηχούσαν αυτό το «τσούλα» ακόμα και όταν δε χρησιμοποιούσαν τη συγκεκριμένη λέξη. «Είδες τι παθαίνεις όταν γαμιέσαι ακάποτα στα πάρκα;» (γιατί φυσικά αν είσαι οροθετικός πρέπει οπωσδήποτε να παίρνεσαι στα σκοτεινά, πάντα ακάποτα και πάντα να είσαι και μπότομ. Οι τοπ στην αγία κρεβατοκάμαρα είναι ασφαλείς). Αξέχαστο, επίσης, θα μου μείνει και εκείνο το αγόρι που για κάμποσες μέρες μού το έπαιζε άνετος με τον hiv και φλέρταρε με μηνύματα, για να με ρωτήσει στο τέλος «πώς αισθάνεσαι που κόλλησες επειδή ήσουν μια πουτάνα;» (γιατί βέβαια κόλλησα γιατί έκανα πολύ σεξ, αλλά κυρίως γιατί είμαι μια πουτάνα, μια «τσούλα» δηλαδή, στον δικό του συρρικνωμένο εγκέφαλο).

Και πέρασε πολύς καιρός που έσκαγα γιατί έλεγα ναι, είμαι τσούλα και γι’ αυτό κόλλησα. Γιατί όντως έκανα πολύ σεξ. Και στα πάρκα και στις σάουνες και μέσα σε αυτοκίνητα και πάνω σε αυτοκίνητα και μέσα στο δάσος και στα βράχια και καμιά φορά και στο κρεβάτι.
Τσούλα λοιπόν. Κανένα θέμα. Αν το να με πεις τσούλα σε κάνει χαρούμενο, πες το χίλες φορές να νιώσεις καλύτερα.

Πέρασαν τα χρόνια όμως και το μυαλό έπηξε λίγο, συνάντησα και πολλούς οροθετικούς που δεν είχαν το προφίλ της «τσούλας», δεν κόλλησαν στο πάρκο, δεν κόλλησαν επειδή ξενοπηδούσαν, δεν κόλλησαν καν επειδή έκαναν «πολύ» σεξ. Ένας κόλλησε από τη γυναίκα του (ώπα, τι φάση; υπάρχουν και στρέιτ οροθετικοί;), άλλος κόλλησε με την πρώτη φορά που έκανε σεξ, άλλος κόλλησε από το στόμα και άλλος από τον γκόμενο που τον κεράτωνε. Πολλά υποείδη οροθετικών, όλοι όμως με την ταμπέλα της τσούλας.

Η τσούλα λοιπόν είναι αυτό που ήταν πάντα, το πλάσμα «ελευθέρων ηθών», που κάνει πολύ σεξ και μάλιστα σεξ παράνομο, πρόστυχο, βρώμικο, όχι το δικό μας καλό σεξ για αναπαραγωγή. Τσούλα είναι το αγόρι που έχει «πάρει όλη την Αθήνα», γιατί αυτό εξ ορισμού είναι κακό. Τσούλα είναι και η τρανς, μόνο να πουλάει το σώμα της ξέρει. Τσούλες είναι τα παιδιά που έχουν ανοιχτή σχέση, γιατί είναι αχόρταγα και ανίκανα να δεσμευτούν και να αγαπήσουν «πραγματικά». Τσούλα ήταν η κοπέλα που ντύθηκε «προκλητικά» και προκάλεσε τον βιαστή της. Τσούλες ήταν οι οροθετικές του 2012, γιατί «εκδίδονταν» ενώ (υποτίθεται γνώριζαν ότι) είναι οροθετικές, ενώ οι παντρεμένοι πελάτες τους που πλήρωναν έξτρα για να γαμήσουν ακάποτα, ήταν «ευυπόληπτοι οικογενειάρχες». Τσούλα ήταν ο Ζακ*, γιατί το έκανε μπλουζάκι και κάποιοι σκανδαλίστηκαν, τα χρυσά μου.

Οπότε λίγη σύνεση με την «τσούλα». Αρκετή κακοποίηση μάς πετάνε οι άλλοι, να μην σφαζόμαστε και μεταξύ μας. Μη χρησιμοποιείς το ότι κάποιος κάνει σεξ ως προσβολή, άστα αυτά για την εκκλησία και τη θεία οικογένεια. Και εσύ, άλλωστε, είσαι μία τσούλα στα μάτια κάποιου άλλου.

*Αυτό το κείμενο είναι για σένα. Αν δεν ήσουν εσύ, θα ήμουν ένας αόρατος οροθετικός και δε θα με έλεγε κανείς τσούλα. Ευτυχώς ήσουν εσύ όμως.