Η ντοκιμενταρίστρια και φωτογράφος Τζέλη Χατζηδημητρίου μάς διηγείται στιγμές από την ιστορία της Ερεσού, ενός μέρους που έμελλε να γίνει σύμβολο της λεσβιακής ορατότητας και της γυναικείας απελευθέρωσης σε ολόκληρο τον κόσμο. Ένα σύμβολο που σήμερα κινδυνεύει να ξεχαστεί.

«Είναι Αύγουστος του 1980. Παίρνω το πρώτο λεωφορείο με κενές θέσεις από Μυτιλήνη και μετά από μια διαδρομή τεσσάρων ωρών, φτάνω σε ένα μικρό χωριό της Λέσβου, την Ερεσό. Το πρώτο πράγμα που αντικρύζω όταν φτάνω στη πλατεία, είναι μια ατέλειωτη αμμουδιά. Το άλλο πρωί, στην κατασκήνωση της παραλίας, δύο μάτια με καρφώνουν. Βλέπω ένα ζευγάρι κοντοκουρεμένες γυναίκες στην απέναντι σκηνή και ξαφνικά, σαν επιφοίτηση καταλαβαίνω πως εκείνες οι γυναίκες που κάθονται μπροστά μου, δεν είναι απλά «φίλες» κι ότι εγώ νιώθω όπως κι αυτές».

Από την πρώτη στιγμή, η Τζέλη συνειδητοποίησε ότι κάτι ιδιαίτερο υπάρχει στον τόπο αυτόν – σ΄αυτόν οφείλει άλλωστε και τη σεξουαλική της αφύπνιση. «Έχει μια ενέργεια αυτό το μέρος, μια δυνατή, γυναικεία, αρχέγονη θα έλεγα, ενέργεια», μας λέει χαρακτηριστικά. «Σε κάνει να συνειδητοποιείς πράγματα, να αλλάζεις τη ζωή σου». Ίσως γι΄αυτό και η ίδια έχει αφιερώσει τόσο χρόνο από τη ζωή της για να ολοκληρώσει το «Λesvia», ένα ντοκιμαντέρ που διαπραγματεύεται την προσέλευση λεσβιών στην Ερεσό, την πατρίδα της μεγάλης ποιήτριας Σαπφούς, στην αρχή σαν ένα είδος προσκυνήματος και αναζήτησης της λεσβιακής τους ταυτότητας, και στη συνέχεια για να συναντηθούν με φίλες τους από όλο το κόσμο σε έναν χώρο ασφαλή και ελεύθερο. «Ο μόνος τρόπος που μπορώ να χαρακτηρίσω αυτό που κάνω είναι ένα ongoing project, αφού οι γυναίκες που μαθαίνουν για το ντοκιμαντέρ, θέλουν να μου μιλήσουν, να μοιραστούν τη δική τους, μεταμορφωτική εμπειρία από την Ερεσό», σχολιάζει η Τζέλη. «Όλα ξεκίνησαν το 2012, όταν κυκλοφόρησα, το “A girl’s guide to Lesbos”. Πρόκειται για τον πρώτο οδηγό, στον οποίο αναφέρεται ο περίφημος λεσβιακός παράδεισος της Ερεσού. Είδα πόσες γυναίκες δεν ήξεραν τίποτα για την ιστορία μας και σκέφτηκα ότι αυτό ήταν κάτι πάρα πολύ σημαντικό για να το αφήσουμε να πάει χαμένο. Εκείνη την εποχή υπήρχε έντονα και η κρίση στην Ελλάδα. Βίωνα και κάποιες σημαντικές αλλαγές σε προσωπικό επίπεδο. Τότε αγόρασα μια βιντεοκάμερα και ξεκίνησα να κάνω μικρές ταινίες».

Έτσι η Τζέλη πήρε τη γενναία απόφαση να καταγράψει την ιστορία της Ερεσού, πηγαίνοντας κόντρα σε μια πραγματικότητα που ακόμη και σήμερα αναγνωρίζει τον λεσβιακό έρωτα ως ταμπού και τον διαγράφει. «Δεν υπάρχει επίσημη καταγραφή της λεσβιακής ιστορίας στην Ελλάδα, αυτό είναι το μόνο σίγουρο, αν και έχουμε αρκετές αναφορές σε κείμενα και μελέτες», αναφέρει και η ίδια. «Πόσες λεσβιακές ιστορίες είναι γνωστές στην Ελλάδα; Στη τηλεόραση σπάνια θα δεις λεσβιακό ζευγάρι. Ακόμη και στις μέρες μας η λεσβιακή εκπροσώπηση είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Μέχρι και η ομοφοβία απέναντι στις λεσβίες είναι διαφορετική. Δεν μας βλέπουν καν. Επομένως, θεώρησα ότι ήταν μια πολύ ενδιαφέρουσα κίνηση να αρχίσω να καταγράφω τις εμπειρίες αυτών των γυναικών».

Ζητάμε από την Τζέλη να μας μιλήσει για την ιστορία της Ερεσού αλλά και για όλα αυτά που έχει καταγράψει. «Η Ερεσός απέκτησε τη φήμη της λόγω της ύπαρξης της Σαπφούς. Ήδη από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα, προσωπικότητες όπως η Νάταλι Κλίφορντ και η Ρενέ Βιβιέν, είχαν περάσει από την Μ. Ασία με το πλοίο στη Μυτιλήνη, ψάχνοντας αυτό που ενέπνευσε τη Σαπφώ. Δηλαδή, οι πρώτες λεσβίες που έφτασαν, ήρθαν γιατί ήθελαν να αποτίσουν φόρο τιμής στη Σαπφώ ή με κάποιο τρόπο να νιώσουν αυτόν τον συγγενικό δεσμό που υπήρχε ανάμεσα στη Σαπφώ, την ποίηση και στον έρωτα για τις γυναίκες. Η μαζικότερη προσέλευση λεσβιών στο νησί ξεκίνησε μετά τη μεταπολίτευση, από το ‘74 και μετά. Μέχρι τότε έρχονταν γυναίκες σποραδικά, πάντα σε αναζήτηση της Σαπφούς». Τη δεκαετία του ’80 η Ερεσός αποτελεί ήδη πόλο έλξης για πολλές γυναίκες. «Ξαφνικά έγινε ένα μπαμ», θυμάται η Τζέλη. «Ερχόντουσαν γυναίκες απ΄όλο τον κόσμο. Από την Αυστραλία, την Ιταλία, τις ΗΠΑ, την Αγγλία, τη Γερμανία κ.α. Μέσα σε 3-4 χρόνια η περιοχή είχε μετατραπεί σε έναν λεσβιακό παράδεισο. Φυσικά, μόνο ένα κομμάτι – στην άκρη – της παραλίας ήταν δικό μας, γιατί στο χωριό δεν ήμασταν ευπρόσδεκτες. Κατασκηνώναμε όμως εκεί για 3 – 4 μήνες, ελεύθερες και χωρίς να είμαστε υποχρεωμένες να ανεχτούμε την κριτική κανενός. Μπορούσαμε να είμαστε γυμνές, χωρίς να σκεφτόμαστε ότι κάποιος μας παίρνει μάτι ή ότι κάποιος μπορεί να έρθει να μας παρενοχλήσει ή ακόμα και να μας βιάσει. Η Ερεσός ήταν το μόνο μέρος, που αισθανόμασταν ασφαλείς και ελεύθερες να είμαστε ο εαυτός μας, γιατί ήμασταν όλες μαζί».

Της ζητάμε να μας μιλήσει λίγο περισσότερο γι΄αυτό το αίσθημα της ελευθερίας. «Ήταν κάτι το πρωτοφανές», απαντά χωρίς δεύτερη σκέψη. «Τότε στην Ελλάδα, εμάς τις λεσβίες μάς αποκαλούσαν “ανώμαλες”. Το ίδιο συνέβαινε και σε άλλες χώρες. Στην Ερεσό δεν υπήρχε αυτή η επικριτική ματιά των άλλων γύρω από την ερωτική μας έκφραση, από το γυμνό σώμα, από τις επιλογές μας. Εκεί δεν υπήρχε κάποιο πρόβλημα που είμαστε λεσβίες, ούτε για το αν το σώμα μας ανταποκρινότανε στα στερεότυπα της γυναικείας ομορφιάς. Η κάθε μία μόνη της ήταν ένας «στιγματισμένος» άνθρωπος. Όλες μαζί ήμασταν δυνατές και ελεύθερες. Τότε ήταν η εποχή της άνθησης του ριζοσπαστικού λεσβιακού κινήματος στην Ευρώπη, σαν συνέχεια του φεμινιστικού κινήματος και διεκδικούσαμε το χώρο μας, τον προσωπικό και τον κοινωνικό. Διεκδικούσαμε το δικαίωμα να είμαστε όπως εμείς θέλουμε κι όχι όπως η πατριαρχική κοινωνία μας είχε φανταστεί».

Αναρωτιόμαστε για την κατάσταση που επικρατούσε τότε και για την αντίδραση των ντόπιων. «Τα πρώτα χρόνια δεν είχαν καταλάβει τι συνέβαινε κι έτσι μας φερότανε όπως σε κάθε τουρίστα. Ύστερα, προς τα τέλη της δεκαετίας που μαζεύτηκαν πολλές λεσβίες, έγινε ένας χαμός», θυμάται η Τζέλη. «Ήθελαν να μας διώξουν, να κάψουν τις καλύβες, να βάλουν σύρματα για να μην πηγαίνουμε. Κάποια μαγαζιά δε μας δέχονταν, ενώ αυτά που μας δέχονταν είχαν πρόβλημα με τους υπόλοιπους ντόπιους. Δημιουργήθηκε μια έντονη αντίδραση από το χωριό. Επίσης, οι γυναίκες που έρχονταν τότε στην Ερεσό, θεωρούσαν πως μπορούσαν να κάνουν πράγματα που δεν έκαναν στον τόπο τους. Ήταν και η εποχή της πανκ εμφάνισης, των σεπαρατιστριών. Έσκαγαν μύτη γυναίκες με κοντοκουρεμένα, πολύχρωμα μαλλιά, σκουλαρίκια και τατουάζ, με αλυσίδες στα ρούχα που ξύριζαν το κεφάλι τους μέσα στις τουαλέτες των εστιατορίων. Εικόνες άγνωστες για το χωριό. Υπήρξαν περιπτώσεις που έπεφτε ξύλο, μεγάλες επιθέσεις από τη μεριά των ντόπιων στις οποίες οι γυναίκες δεν δίσταζαν να αντιδράσουν, οπότε οι καυγάδες κατέληγαν συχνά στα δικαστήρια. Όπως το βλέπω τώρα, ήταν απόλυτα φυσιολογική η αντίδρασή τους, γιατί θέταμε κατά τη γνώμη τους σε κίνδυνο, κάθε ηθική αξία που διατηρούσε ενωμένη τη συντηρητική κοινωνία του χωριού. Με αυτά τα δεδομένα, η Ερεσός θα έλεγα ότι υπήρξε περισσότερο ανεκτική από πολλά άλλα μέρη της Ελλάδας ή του κόσμου. Όμως τότε δεν το βλέπαμε γιατί ήταν η εποχή της δικής μας επανάστασης».

Σύμφωνα με την ίδια, η κατάσταση άρχιζε να αλλάζει σιγά σιγά τα επόμενα χρόνια, όταν όλο και περισσότερες γυναίκες επισκέπτονταν την Ερεσό. Στα μέσα μάλιστα, του ’90, άνοιξαν και τα πρώτα λεσβιακά μαγαζιά. «Τότε αρχίζει και η εξομάλυνση με την κοινωνία της Ερεσού», εξηγεί η Τζέλη. «Διότι από λεσβίες γίναμε πελάτισσες. Μπαίνει στη μέση το χρήμα. Το χρήμα υπήρξε ο Δούρειος Ίππος για να δημιουργηθεί αρχικά μια ανοχή, η οποία όμως στην πορεία οδήγησε στη δημιουργία αληθινών σχέσεων ανάμεσα σε μερίδα των λεσβιών και των ντόπιων. Όχι με όλους φυσικά. Στη συνέχεια οι γυναίκες άρχισαν να αγοράζουν παρατημένα σπίτια, ερείπια, μέσα στα χωράφια, να τα επισκευάζουν και να ζούνε εκεί. Δημιουργήθηκε μια σταθερή κοινότητα με γυναίκες που ζούσαν στο χωριό και κατά τη διάρκεια του χειμώνα, οπότε έπαψαν να φαντάζουν τόσο “τρομακτικές και προκλητικές” στους ντόπιους». Ακόμα κι έτσι όμως το αίτημα για έναν ασφαλή χώρο στην παραλία, αποκλειστικά μόνο για γυναίκες, παρέμενε. Κάτι που, όπως τονίζει και η Τζέλη, ακόμη και σήμερα δεν γίνεται κατανοητό. «Έχω πάρει αρκετές συνεντεύξεις από ντόπιους, που εξακολουθούν να προβληματίζονται μ΄αυτό. Αναρωτιούνται γιατί δεν τους θέλαμε στην παραλία. Δεν μπορεί να περάσει από το μυαλό, ειδικά των ανδρών, που θεωρούν ότι τους επιτρέπεται να βρίσκονται οπουδήποτε, ότι υπάρχουν μέρη που δεν είναι ευπρόσδεκτοι. Αιώνες τώρα οι γυναίκες αποκλείονται από πολλούς χώρους, αλλά για τους άνδρες αυτό το ενδεχόμενο είναι ακατανόητο. Αλλά και αρκετές λεσβίες που ήρθαν αργότερα, δεν ένιωσαν την ανάγκη ενός χώρου μόνο με γυναίκες, ίσως γιατί οι ίδιες δεν χρειάστηκε να αντιμετωπίσουν αυτά που οι πρώτες λεσβίες αντιμετώπισαν, βρήκαν δηλαδή ήδη στρωμένο το δρόμο προς μία ανοχή/αποδοχή».

Την ρωτάμε γιατί πιστεύει ότι συμβαίνει αυτό. «Έχουμε μάθει ως κοινωνία ότι η γυναίκα δε χρειάζεται δικό της χώρο, δεν μπορεί να υπάρχει κάπου, χωρίς δίπλα της να υπάρχει και κάποιος άνδρας. Και όταν τον διεκδικεί, ουσιαστικά παραβιάζει κατεστημένους κοινωνικούς κανόνες. Όλ@ θέλουμε την αποδοχή και μερικές φορές, υποσυνείδητα ίσως, αρνούμαστε επιθυμίες που θα μας βγάλουν έξω από την ομάδα, έξω από αυτό που, ας πούμε, είναι στη μόδα σαν συμπεριφορά», μας απαντά χαρακτηριστικά. «Γι΄αυτό και αντιδράμε ως κοινωνία όταν μιλάμε για χώρους αποκλειστικά για γυναίκες. Δεν μας αναγνωρίζουμε οι ίδιες το δικαίωμα του να θέλουμε να είμαστε χωρίς την παρουσία άλλου φύλου. Κι όταν τελικά το ζητάμε, υπάρχει πάντα μια κρυμμένη ενοχή, πως κάνουμε λάθος, πως θα έπρεπε να είμαστε ανοιχτές, δεκτικές, σε όλους, αλλιώς είμαστε οι κακές, εμείς που φέρνουμε τον διαχωρισμό. Το προπατορικό αμάρτημα της Εύας, το σύνδρομο του ‘καλού’ κοριτσιού, δημιουργήματα μιας ανδροκρατικής κοινωνίας μας συνοδεύει μέχρι σήμερα. Πρέπει να τους αποδεχόμαστε όλους, άσχετα από το πόσο οι άλλοι σέβονται ή αποδέχονται τις δικές μας θέσεις, το χώρο μας. Αυτή μας έμαθαν πως είναι η θέση της γυναίκας, υπάκουη, δεκτική, υπομονετική. Κανένας, φυσικά, δεν αμφισβήτησε το δικαίωμα των ανδρών να έχουν το δικό τους χώρο. Οι λεσβίες όμως στην Ερεσό, τα πρώτα χρόνια κάναμε ακριβώς αυτό. Διεκδικήσαμε έναν δικό μας χώρο. Βγήκαμε έξω και διεκδικήσαμε … και αυτό στα μάτια των ανδρών μάς έκανε ανδρογυναίκες. Σε μια πατριαρχική κοινωνία η γυναίκα δε νοείτο να διεκδικεί, πολύ περισσότερο να έχει πολιτική συνείδηση. Η ίδια η σεξουαλικότητά μας ήταν πάντα συνδεδεμένη, για τη θρησκεία και το νόμο, με την ύπαρξη των ανδρών. Εμείς όμως παλέψαμε για να αναγνωρίσουμε τη σεξουαλικότητά μας, παλέψαμε για τη λέξη “λεσβία”, ώστε να μην αποτελεί βρισιά ή κατηγορία, παλέψαμε για το δικαίωμα να είμαστε ο εαυτός μας και να το εκφράζουμε όπως μας αρέσει».

Τι γινόταν, επομένως, αν κάποιος άνδρας, προσπαθούσε να βρεθεί σε εκείνο το κομμάτι της παραλίας; «Εκείνα τα χρόνια, έτσι και τολμούσε να έρθει άνδρας, να κοιτάξει περίεργα ή να ενοχλήσει τις γυναίκες, όλες μαζί αντιδρούσαμε έτσι που να μην ξανασκεφτεί να περάσει από εκεί» εξηγεί η Τζέλη. «Υπήρξε μεγάλη διαμάχη που κράτησε χρόνια. Στη συνέχεια και μέσα στον γυναικείο χώρο, άρχισε να υπάρχει η άποψη ότι δεν μας πειράζει να έρθουν και οι φίλοι μας. Οπότε κατά κάποιο τρόπο είχαμε τις λεσβίες που ήθελαν να είναι αποκλειστικά μόνο γυναίκες στη παραλία και άλλες που δεν είχαν πρόβλημα να βρίσκονται κι άλλοι εκεί. Έτσι η παραλία των γυναικών στην Ερεσό άρχιζε να εξαφανίζεται». Ζητάμε την προσωπική της άποψη. Θυμάται πως και η ίδια είχε αντιμετωπίσει αντιδράσεις, όταν είχε πάει με κάτι φίλους της στην παραλία. «Όμως θα σου πω ότι το σέβομαι. Εγώ θα ήθελα να υπάρχει ακόμη ένα κομμάτι μόνο για γυναίκες. Κάποτε η Ερεσός ήταν ένας αντεστραμμένος’ κόσμος, όπου η πλειοψηφία ήταν οι λεσβίες. Η ζωή είχε αντιστραφεί κι αυτό ήταν μια υπέροχη αλλαγή, όταν έχεις περάσει όλη σου τη ζωή σαν μειοψηφία, προσπαθώντας συχνά να δικαιολογήσεις τις επιλογές σου, να εξηγήσεις, να γίνεις αποδεκτός. Σε πολλές συνεντεύξεις φαίνεται το πόσο σημαντικό υπήρξε για τις γυναίκες να έχουν έναν χώρο, αποκλειστικά γι΄αυτές. Γιατί να πρέπει να απολογηθούμε, να δικαιολογηθούμε, εάν θέλουμε έναν δικό μας, αποκλειστικά, χώρο;».

Για την Τζέλη, λίγο μετά το 2010 η Ερεσός παύει να είναι εκείνος ο λεσβιακός παράδεισος, που είχε γνωρίσει. «Υπάρχουν πολλά πράγματα που συνέβαλαν σ΄αυτό», εξηγεί. «Κυρίως γιατί οι λεσβίες πιστεύουν ότι δεν χρειάζονται πια την Ερεσό, μιας και μπορούν να βρουν κι άλλα μέρη, κυρίως για να διασκεδάσουν. Αυτό βέβαια που δεν καταλαβαίνουν είναι ότι η Ερεσός δεν είναι απλά ένα μέρος για διασκέδαση. Είναι ένας μέρος που υπάρχει μια σταθερή λεσβιακή κοινότητα, πολυπληθής το καλοκαίρι, όπου μπορείς να μοιραστείς την καθημερινότητά σου και να ενδυναμωθείς». Ξεκαθαρίζει ωστόσο ότι Ερεσός εξακολουθεί, παρά τη πρόσφατη εμφάνιση των ακροδεξιών και ρατσιστικών στοιχείων στο χωριό, να αποτελεί ένα ιδανικό μέρος για τις λεσβίες. «Υπάρχει ακόμη μια άνεση, μια αίσθησης ασφάλειας και ελευθερίας εκεί. Λίγο πιο πέρα, στο ίδιο νησί, αυτή η ελευθερία έκφρασης χάνεται. Δεν θα σε διώξουν ούτε θα σε βρίσουν φυσικά, υπάρχει όμως κάτι στο τρόπο που σε κοιτάνε αν καταλάβουν πως είσαι λεσβία, στη μία κουβέντα που θα πουν πίσω απ’ τη πλάτη σου και δυστυχώς θα καταλάβεις γιατί μιλάνε τη μητρική σου γλώσσα, που θα σε βάλει σε επιφυλακή, θα σου θυμίσει πως δεν είσαι ό,τι θα ονειρευότανε για τη κόρη τους ας πούμε! Σκέψου μόνο ότι στο ίδιο νησί βρίσκεται η Σκάλα Συκαμνιάς, το χωριό που ζούσε @ Δήμητρ@, ένα μέρος που και πάλι θα λέγαμε πως υπήρξε αρκετά ανεκτικό ως προς τη διαφορετικότητα. Όμως τελικά δεν έχει καμία σχέση με την Ερεσό, ίσως γιατί στην Ερεσό αλληλοεκπαιδευτήκαμε μέσα από χρόνια τριβής και συνύπαρξης και σιγά σιγά μάθαμε να βλέπουμε τ@ άλλ@ σαν άνθρωπο, όχι σαν ταμπέλα. (σ.σ. Η Τζέλη είχε κάνει το ντοκιμαντέρ “Mr. Dimitris and Mrs. Dimitroula” για τη ζωή τ@ Δημήτρ@)».

Μέχρι στιγμής η Τζέλη έχει πάρει περισσότερες από 170 συνεντεύξεις για το «Λesvia», με στόχο να το ολοκληρώσει τα επόμενα δύο χρόνια. Τη συγκεκριμένη προσπάθεια στηρίζει και η Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου ενώ μια crowdfunding* καμπάνια τρέχει στο διαδίκτυο, προκειμένου να συγκεντρωθούν τα απαραίτητα χρήματα για συνέχεια της παραγωγής της ταινίας. «Το ντοκιμαντέρ θέλει να πει και στη νέα γενιά, ότι για όλα αυτά που σήμερα θεωρούνται δεδομένα και απλά, κάποιες πάλεψαν για πολλά χρόνια. Και αυτές τις γυναίκες, την ιστορία μας, οφείλουμε να τη γνωρίζουμε, αλλιώς η πολυπόθητη ‘ένταξη’, κάτι που πολλ@ αναζητούν, θα μείνει μόνο στα χαρτιά και ποτέ δεν θα γίνει μια πραγματικότητα μέσα στην οποία να νοιώθουμε αληθινά αποδεκτ@ να είμαστε ο εαυτός μας…»

Υποστηρίξτε το «Λesvia» στο fundrazr.com/herstoryoferessos?ref=ab_3A1d26


φωτογραφίες: Τζέλη Χατζηδημητρίου

Από μικρός ήθελα να γίνω αστροναύτης. Εξάλλου, πάντα θυμάμαι να μου λένε ότι "πετάω στα αστέρια". Λόγω όμως σχετικής υψοφοβίας αποφάσισα να αλλάξω επαγγελματικό προσανατολισμό και να γίνω δημοσιογράφος (απ' το κακό στο χειρότερο), Μπήκα στο Πάντειο (Τμήμα Επικοινωνίας, Μέσων & Πολιτισμού) και λίγους καφέδες αργότερα πήρα το πτυχίο μου. Έκτοτε το επαγγελματικό μου μετερίζι με έχει οδηγήσει στην πόρτα ανθρωπιστικών οργανισμών (Διεθνή Αμνηστία, Έλιξ) αλλά και πολλών έντυπων και διαδικτυακών μέσων (Esquire, Nitro, Protagon, κλπ). Η σχέση μου με το Antivirus ξεκίνησε τυχαία τον Μάρτιο του 2013. Έκτοτε έγινε λατρεία... Είτε εδώ είτε στο περιοδικό, όλο και κάπου θα με πετύχετε. Αν τώρα θέλετε να κάνετε και κάποιο σχόλιο... θα με βρείτε στο vth@avmag.gr. Cu!