Με αφορμή το κινηματογραφικό φεστιβάλ «Νύχτες πρεμιέρας» που έριξε την αυλαία του στις 9 Οκτώβρη, σχολιάζουμε ταινίες που εκτός από καλλιτεχνική αξία, έχουν ιδιαίτερη σημασία για τη ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα και τις αναμένουμε στις κινηματογραφικές αίθουσες.

της Δήμητρα Κυρίλλου

Joyland

Και βέβαια χαιρόμαστε με την διάκριση (βραβείο καλύτερου σεναρίου) στην ταινία του πρωτοεμφανιζόμενου Σαϊμ Σαντίκ από το Πακιστάν, για πάρα πολλούς λόγους: Μια ταινία που πραγματεύεται τους ομοερωτικούς πόθους και περιπέτειες του πρωταγωνιστή της, Χάιντερ, που ζει σε μια χώρα με σκληρό, θεσμικά επιβεβλημένο πουριτανισμό, από μόνη της θα έμοιαζε με παραδοξολογία. Κι όμως… το «Joyland» είναι η πρώτη ever Πακιστανική ταινία που διαγωνίστηκε στο φεστιβάλ Καννών, στο οποίο μάλιστα αποκόμισε το βραβείο της επιτροπής στον κύκλο «Ένα κάποιο βλέμμα» και τον Queer Φοίνικα για την καλύτερη ΛΟΑΤΚΙ+ ταινία.

Το θέμα είναι φαινομενικά απλό: Η ξεπεσμένη μεσοαστική οικογένεια Ράνα της Λαχώρης δοκιμάζεται ανάμεσα στην παράδοση και τη σύγχρονη πραγματικότητα. Ο πατριάρχης «πάτερ φαμίλιας», από το αμαξίδιό του προσπαθεί να κατευθύνει –ουσιαστικά να διοικήσει τις ζωές των δυο γιών του και των συζύγων τους, με αξίες και κριτήρια που έρχονται από το παρελθόν: Οικονομική επιβίωση, επιτακτική προσμονή για αρσενικά εγγόνια, κοινωνική ζωή μέσα στο πλαίσιο τήρηση των αστικών ηθών. Έτσι, μια και η οικογένεια του πρώτου γιου του έδωσε μόλις τρεις κόρες, αποφασίζει ότι η γυναίκα του άλλου γιου θα πρέπει να σταματήσει τη δουλειά της (τι κι αν η ίδια είναι ευχαριστημένη από αυτή), προκειμένου να ασχοληθεί με τα οικιακά του σπιτιού όπου μένουν φυσικά όλοι μαζί, και να του χαρίσει τον πολυπόθητο εγγονό. Έτσι ο δευτερότοκος, Χάινταρ που μέχρι τότε είχε βολευτεί απασχολημένος με τις οικιακές εργασίες, αναγκάζεται να ψάξει για δουλειά. Η μόνη ευκαιρία που του δίνεται είναι να κάνει τον χορευτή στο «Ερωτικό θέατρο» της πόλης, ένα showtheater – Πακιστανική εκδοχή του Bollywood, όπου εκτός από την επιφανή λαϊκή ντίβα, εμφανίζεται η εξωτική τρανς Μπίμπα (εξαιρετική η τρανς ηθοποιός Αλίνα Χαν), την οποία θα ερωτευτεί ακαριαία, βάζοντας σε περιπέτειες ολόκληρο το σκηνικό της «αγίας» οικογένειας που με τόσο κόπο είχε στηθεί από τον πατέρα του.

Ακολουθούν κωμικοτραγικά επεισόδια που, δεν παραμένουν στο υπαρκτό φολκλορικό στοιχείο, σκάβουν κάτω από την επιφάνεια και αναδεικνύουν τις πραγματικές, τις δύσκολες αντιφάσεις στις ζωές των Ράνα, αλλά και της χώρας τους, του Πακιστάν. Σε αντίθεση με τα Δυτικά στερεότυπα, η κοινωνία που αναδεικνύεται μέσα από την ηθογραφία του “Joyland” δεν είναι ένας θρησκόληπτος μονόλιθος, αλλά κύρια μια κοινωνία που ταλαντεύεται ανάμεσα στην ενσωμάτωση στην παγκοσμιοποίηση και στα ήθη που της κληροδότησε η ίδια της η ιστορία και φυσικά η εκάστοτε πολιτική διακυβέρνηση και κέντρα εξουσίας. Τα μέλη της οικογένειας Ράνα βρίσκονται παγιδευμένα σ’αυτό το γαϊτανάκι. Σε μια Λαχώρη που αλλάζει, στριφογυρίζουν διαρκώς γύρω από αρχέγονες δεσμεύσεις: «Πώς θα διαιωνιστεί το όνομά μας;», «Πώς θα τα βγάλουμε πέρα οικονομικά;», «Τι θα πει ο κόσμος;». Κι αυτό καταστρέφει τις ζωές όλων τους, όχι μόνο του Χάιντερ, που αφυπνίζεται και ανακαλύπτει τον σεξουαλικό προσανατολισμό του, αλλά και της γυναίκας του, της Μούμτζα, που θέλει να δουλεύει σαν μακιγιέζ και να είναι ανεξάρτητη κι όχι μέσα στην κουζίνα, ακόμη και του δύστροπου πατριάρχη Αμανουλάχ, που κολακεύεται από τη συντροφιά της χήρας γειτόνισσας, αλλά τρέμει μπροστά το τι θα πει ο γιός της! Με χιούμορ και εκπλήξεις, αλλά και γλυκόπικρες ανατροπές, το «Joyland» μας ξεναγεί σε μονοπάτια μακρινά και παγκόσμια μαζί.

Παρά τις δυσοίωνες προβλέψεις, τον Νοέμβρη θα βγει στα Πακιστανικά σινεμά και αποτελεί την επίσημη πρόταση της χώρας για τα Όσκαρ 2022. Έχει πάρει διανομή και στην Ελλάδα από το CINOBO.

Το σπίτι της Σουζάνα/Casa Susanna

Στα 1950-60, στους πρόποδες του όρους Κάτσκιλς στα ενδότερα βάθη της πολιτείας της Νέας Υόρκης ένα μικρό ξύλινο σπίτι με αχυρώνα φιλοξένησε ένα ανεπίσημο δίκτυο, το πρώτο στην (μέχρι σήμερα γνωστή) ιστορία του Αμερικανικού ΛΟΑΤΚΙ+ κινήματος. Η Νταϊάν και η Κέιτ, σήμερα στα 80 και ενεργά μέλη αυτής της μυστικής οργάνωσης και αφηγούνται ένα ξεχασμένο αλλά ουσιαστικό κεφάλαιο των πρώτων ημερών της τρανς ταυτότητας στην ταινία «Το σπίτι της Σουζάνα».

Από έναν δημιουργό όπως ο Σεμπαστιέν Λιφσίτς δεν θα περιμέναμε τίποτα λιγότερο. Πρόκειται για τον κινηματογραφιστή που εδώ και πάνω από 20 χρόνια προβάλλει ακούραστα και επίμονα πτυχές, βιώματα και ιστορίες της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας, έχοντας στο ενεργητικό του έργα όπως το «Σχεδόν τίποτα»/Presque rien (2000), «Wild side» (2004), «Αόρατοι-ες»/Les invisibles(2012) μέχρι το πιο πρόσφατο «Μικρό κορίτσι» (2020) που προβλήθηκε και στο 61ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Τα περισσότερα στη μορφή ταινιών τεκμηρίωσης, αποτελεούν πολύτιμο υλικό για να γνωρίσουμε και να καταλάβουμε την Queer ιστορία (μας).

Το «Σπίτι της Σουζάνα» υπήρξε αρχικά φωτογραφικό λεύκωμα από τον γνωστό φωτογράφο Ουόλτερ Ράτερ και βρέθηκε πολλά χρόνια μετά σε μια υπαίθρια αγορά της Νέας Υόρκης από ένα ζευγάρι αντικέρ, που το εξέδωσαν σε βιβλίο. Δεν υπήρχαν πληροφορίες στο πίσω μέρος των φωτογραφιών ούτε κάποια αλληλογραφία που να υποστηρίζει την προέλευση ή την ιστορία. Οι μόνες λέξεις που εμφανίζονταν σε μία από τις εικόνες ήταν μια ξύλινη πινακίδα σε έναν κορμό δέντρου που έγραφε «Casa Susanna». Δίπλα στο δέντρο στεκόταν μια ψηλή, μακρυμάλλα μελαχρινή γυναίκα με φόρεμα με λουλούδια. Αυτή ήταν η Σουζάννα ή Τίτο, όπως μαθαίνουμε στο ντοκιμαντέρ που γύρισε ο Λιφσίτς όταν τελικά κατάφερε να ταυτοποιήσει τα πρόσωπα και να αναζητήσει ανθρώπους εν ζωή, για να αφηγηθούν τα γεγονότα.

Τι ήταν το σπίτι της Σουζάνα; Αρχικά ήταν ένας χώρος συνεύρεσης μεσοαστών ανδρών, που ζούσαν ένα αξιοπρεπή και σεβαστό βίο στη «μεγάλη πόλη», ωστόσο αισθάνονταν την επιθυμία να ντύνονται με γυναικεία ρούχα. Ο Τίτο – Σουζάνα οργάνωσε το στρατηγείο, αρχικά με άκρατη μυστικότητα (ήταν εποχές Μακαρθισμού και διώξεων στα γκέι στέκια και γενικά κάθε αποκλείνουσας συμπεριφοράς). Οι άνθρωποι αυτοί έρχονταν συχνά με τη συνοδεία των συζύγων τους (!), μεταμορφώνονταν με βαρύ μέικ-απ, τεράστιες περούκες αλά Ντόρις Ντέι, σουτιέν, κορσέδες και δαντελένια φορέματα και περνούσαν μαζί το σαββατοκύριακό τους παίζοντας scrabble, οργανώνοντας events, ή απλά απολαμβάνοντας η μια την άλλη: Ξαπλωμένες σε χλιδάτους καναπέδες, κουτσομπολεύοντας, γιορτάζοντας το «έτερο εγώ». Μετά έπαιρναν τα αυτοκίνητά τους και επέστρεφαν στην «κανονική» ζωή.

Η αρχική εικόνα είναι ότι οι θαμώνες δεν ήθελαν να αλλάξουν τη ζωή τους, είχαν βολευτεί σε αυτό το ρυθμό, καθώς όμως τίποτα δεν είναι στατικό, ο όλος θεσμός εξελίχθηκε. Αρχικά απέκτησε δημοσιότητα μέσω ενός αρχέγονου περιοδικού για cross-dressers που φιλοξενούσε πληροφορίες για το εγχείρημα. Queer άνθρωποι από όλες τις πολιτείες των ΗΠΑ, αλλά και τον κόσμο έσπευσαν να επισκεφθούν το σπίτι της Σουζάνα. Κάποιοι είδαν και απήλθαν, για κάποιους άλλους ήταν καθοριστικό στο πώς αντιμετώπισαν την ταυτότητα του φύλου τους και την ίδια τη ζωή τους. Το σπίτι γνώρισε μια περίοδο ακμής και στη συνέχεια συρρίκνωσης, καθώς άρχισε να γίνεται περισσότερο γνωστό από όσο επέτρεπαν οι συνθήκες, αλλά και γιατί ο ιστορικός του ρόλος να στεγάσει τις κρυφές επιθυμίες ενός στρώματος cross-dressers είχε πια εκπληρωθεί. Παρακολουθώντας το σήμερα ζωντανεύει ένα άγνωστο κομμάτι του παζλ της ΛΟΑΤΚΙ+ ιστορίας.

Το μπλε καφτάνι

Το «Μπλε καφτάνι» αποδείχτηκε το διαμαντάκι του φεστιβάλ, αδικήθηκε κατά τη γνώμη μας από τις επίσημες διακρίσεις, αλλά κέρδισε το βραβείο κοινού και το βραβείο της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου, που τεκμηρίωσε την επιλογή με τα λόγια: «Η ΠΕΚΚ επιλέγει να δώσει το βραβείο σε μια ταινία, στην οποία η σκηνοθέτις, με ριζοσπαστική κριτική διάθεση, αντιμετωπίζει μια σύνθετη πολιτικοκοινωνική πραγματικότητα και παρουσιάζει εξαιρετικά τους έμφυλους διαχωρισμούς. Έτσι καθιστά για το ευρωπαϊκό κοινό την ταινία της αντίδοτο στον οριενταλισμό. Όλα τα παραπάνω τα επιτυγχάνει μέσα από τη σύγχρονη κινηματογραφική γλώσσα, το μοντάζ, την ευαισθησία του βλέμματος της κάμερας και τις υποβλητικές ερμηνείες».

Κεντημένο στο χέρι με αγάπη με περισσή αγάπη και ενσυναίσθηση, το συγκινητικό δράμα της Μαριάμ Τουζανί διαδραματίζεται στη μαροκινή πόλη Σαλέ, όπου η Μίνα διατηρεί ένα μικρό κατάστημα στο παραδοσιακό κέντρο και πουλάει παραδοσιακά καφτάνια που φτιάχνει στο χέρι ο σύζυγός της, μετρ της ραπτικής, Χαλίμ. Η βιοτεχνική επιχείρηση είναι καθαρό ότι δυσκολεύεται στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, όταν η τέχνη του «μααλεμ» που κατέχει ο Χαλίμ έχει να ανταγωνιστεί με ραπτομηχανές, γραμμές παραγωγής και απαιτητική πελατεία. Η Μίνα ωστόσο υπερασπίζεται σθεναρά την επιλογή του ραφείου να μένει στην παραδοσιακή τεχνική, συχνά ενάντια στις σειρήνες του εύκολου χρήματος. Κι ο Χαλίμ κρατά τις ομοερωτικές του επιθυμίες και πράξεις σε έλεγχο, περιορίζοντας τον εαυτό του σε σύντομες συνευρέσεις στα δημόσια λουτρά.

Η ισορροπία αυτή δοκιμάζεται με τον ερχομό του νέου και ελκυστικού μαθητευόμενου ράφτη Γιούσεφ, όταν η σχέση δάσκαλου – μαθητευόμενου εξελίσσεται σε μια πρόκληση, κολάσιμη και για τους τρεις τους. Ωστόσο βρίσκουν τελικά την ενσυναίσθηση και την ωριμότητα να τη διαχειριστούν.

Το «Μπλε καφτάνι» ξεκινά σαν μια ταινία για την τεχνική δεξιότητα που χάνεται στην εποχή του εκσυγχρονισμού (ο οποίος αφανίζει τους τεχνίτες, αλλά δεν εκσυγχρονίζει τα ήθη, ούτε το δίκαιο της χώρας). Στην πορεία εξελίσσεται σε γαϊτανάκι σχέσεων, που μπορούν να υπερβούν όχι μόνο την ετεροκανονικότητα, αλλά και την αναθεματισμένη μονοκανονικότητα και πολλές «κανονικότητες» που έχει κληροδοτήσει η νεωτερική εποχή όχι μόνο στο επαρχιώτικο ισλαμικό Μαρόκο, αλλά και στον Δυτικό άνθρωπο.
Δεμένα με εξαιρετικό τρόπο από μια δημιουργό Μαροκινής καταγωγής, με δυνατό σενάριο, φωτογραφική διεύθυνση που ξέρει τι ψάχνει και πώς θα το βρει και ερμηνείες υψηλών απαιτήσεων, με επικεφαλής τη γνωστή μας από το «Incendies» Λούμπνα Ασουμπάλ, που λάμπει σαν (όχι και τόσο) παραμελημένη σύζυγος.

Η ταινία είναι επίσημη πρόταση του Μαρόκου για τα Όσκαρ και θα διανεμηθεί στην Ελλάδα από την «Δαναός φιλμς».

5 P.M. SEASIDE

Η μικρή σε μήκος, αλλά πλούσια σε συναισθήματα ταινία του του Βάλεντιν Στέισκαλ, που είδαμε για πρώτη φορά το καλοκαίρι στο κινηματογραφικό φεστιβάλ του Σαράγεβο, διερωτόμενες «από πού έρχεται αυτό το θαύμα;», ταξίδεψε και διακρίθηκε στη Δράμα και δίκαια βραβεύεται και στην Αθήνα. Δυο άντρες συναντιούνται ξανά, χρόνια μετά το στρατό, όπου υπήρξαν φιλαράκια, «σειρούλα». Ο ένας, οδηγός νταλίκας γιορτάζει γενέθλεια, ο έτερος, παντρεμένος και αποκαταστημένος στην Ελληνική επαρχία. Μια βόλτα στην παραλία και μια άσκηση αναπνοής κάτω από τη στάθμη της θάλασσας θα σπάσει την αμηχανία των χρόνων, των ρόλων και των ταμπού. Η ταινία θα παιχτεί και στο 63ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.