26 λεπτά με τον Άιρα Σακς, δημιουργό του «Περάσματα» (Passages)

Ο Άιρα Σακς είναι παλιός γνώριμος στο ΛΟΑΤΚΙ+ κοινό. Με εβραϊκές ρίζες, καταγωγή από το Μέμφις του Τενεσί και μόνιμη βάση στη Νέα Υόρκη, από την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία «The Delta» (1997), εξερευνεί τα σύνορα της σεξουαλικής επιθυμίας και της ετερότητας μέσα στην «άλλη Αμερική».

της Δήμητρας Κυρίλλου 

Έγινε πλατιά γνωστός με το «Keep the lights on» (2012), ένα έργο για μια παθιασμένη αλλά μη βιώσιμη γκέι σχέση, που σε μεγάλο βαθμό αποτύπωσε τη δική του τότε κατάσταση. Συνέχισε με ανεξάρτητες, πολύ δυνατές  ταινίες, από τις οποίες αγαπήσαμε περισσότερο το «Η αγάπη είναι παράξενη» (2014) και βέβαια το «Μικροί κύριοι» (2016). Το σινεμά του είναι προσωπικό, θίγει ωστόσο κοινωνικά ζητήματα και τις σχέσεις που επηρεάζονται από αυτά.

Στις 29 Φλεβάρη βγαίνει στις αίθουσες η τελευταία του ταινία «Περάσματα» (Passages), γυρισμένη στο Παρίσι, μια πόλη αναφοράς για τον δημιουργό, στην οποία έζησε και έκανε τα πρώτα του κινηματογραφικά βήματα.

Γύρω από ένα ερωτικό γαϊτανάκι στροβιλίζονται ο Τομάς (Φρανκ Ρογκόφσκι), ο σύζυγός του Μάρτιν (Μπεν Ουίσο) και η «μοιραία» γυναίκα Αγκάτ (Αντέλ Εξαρχόπουλος), που ερωτοτροπεί με τον Τομάς. Έρωτες, πάθη, τριβές, χειρισμοί, απογύμνωση χαρακτήρων και απρόβλεπτες παρενέργειες και για τους τρεις τους.

Η ταινία έκανε πρεμιέρα στο φεστιβάλ Sundance και προβλήθηκε στην 73ηΜπερλινάλε (2023) στον κύκλο «Πανόραμα», όπου και δόθηκε η ευκαιρία συνάντησης με τον σκηνοθέτη.

Το ραντεβού με τον Άιρα Σακς έχει κλειστεί στο σλοτ 15-15:30 αυστηρά, ξενοδοχείο Adlon Kempinski, σε μια σουίτα στον 11ος όροφο. Ευτυχώς λίγες ώρες νωρίτερα κατάφερα να δω την τελευταία του ταινία που διαγωνίστηκε  στον κύκλο «Πανόραμα» της 73ης Μπερλινάλε. Μαζί με δυο Αμερικανίδες δημοσιογράφους περιμένουμε υπομονετικά στο διάδρομο για το στρογγυλό τραπέζι. Κάποια στιγμή η φωτογράφηση τελειώνει και ξεκινάμε.

Τι σας έδωσε την έμπνευση για τα «Περάσματα»;

Ο Φρανκ Ρογκόβσκι! Αυτός ήταν η βασική πηγή έμπνευσης, μια καθαρά κινηματογραφική φιγούρα που με ενθουσίασε όταν τον είδα το «Happy End» του Μίκαελ Χάνεκε, αναφώνησα «γουάου», πρέπει να κάνουμε κάτι μαζί. Έτσι αποφασίσαμε μαζί με τον συνεργάτη μου στο σενάριο, τον Μαουρίτσιο Ζακάριας να γράψουμε όχι ωστόσο για κάποια ριζοσπαστική θεματολογία, μας ενδιέφερε αποκλειστικά η οικειότητα και οι σχέσεις, απλά πράγματα που κάνουν οι άνθρωποι στην καθημερινότητα, κάτι για τον έρωτα, για τα δράματα που προκύπτουν από αυτόν, βασικά αυτά.

Ποιες είναι οι κινηματογραφικές επιρροές σας;

Ο Ζαν Εστάς και κυρίως η ταινία του «Η μαμά και η πουτάνα», μεγάλωσα με τις ταινίες του Μορίς Πιαλά, παρατηρώντας ηθοποιούς όπως ο Κασσαβέτης που, υποδύονται μεν κάποιους χαρακτήρες, αλλά την ίδια στιγμή είναι ο εαυτός τους μπροστά στην κάμερα, κι αυτό κάναμε εδώ, είναι ο Τομάς, ο Μάρτιν, η Αγκάτ, αλλά είναι και ο Φρανκ, ο Μπεν, η Αντέλ.

Έχουμε συνηθήσει από τις προηγούμενες ταινίες σας αυτό το «Γαλλικό» κινηματογραφικό ύφος. Απλές ιστορίες, μεγάλα πάθη, αργή ανάπτυξη των ιστοριών και των χαρακτήρων. Στο «Passages» μας αιφνιδιάσατε: Από το πρώτο δεκάλεπτο έχουμε εκρήξεις, σχέσεις που δοκιμάζονται και καταρρέουν, και μαζί φανερώνονται οι αδυναμίες και τα πάθη των πρωταγωνιστών…

Μου αρέσει αυτή η περιγραφή (γέλια). Κοιτάξτε, ήθελα να καταδείξω τη στάση ανδρών που έχουν εξουσία και τις συνέπειες των πράξεών τους, γιατί με ενδιέφερε να δω και τον εαυτό μου στον χαρακτήρα, όχι με τρόπο αυτοβιογραφικό, αλλά σαν εμπειρία από περιστατικά της ζωής μου. Η μαμά μου με ρώτησε αν είναι αυτοβιογραφική η ταινία και της απάντησα όχι, αλλά είναι προσωπική. Άλλωστε έχω ήδη κάνει αυτοβιογραφική ταινία (σημείωση: «Keep the lights on»- 2012)

Κατά κάποιον τρόπο, πρόκειται για την ιστορία μιας πτώσης (downfall), αλλά βέβαια, για να υπάρξει πτώση, χρειάζεται να έχει προηγηθεί άνοδος στο σημείο της υπεροχής και άσκησης εξουσίας. Είναι διαδικασία βίαιη, ψυχολογικά βίαιη. Η απόλαυση βρίσκεται στο να αναρωτηθεί ο θεατής κατά πόσο χρειάζεται αυτή η εξουσία, καθώς παρακολουθεί τι παθαίνει αυτός που κινείται σε σχέσεις που βρίσκονται έξω και ενάντια στους κοινωνικούς κανόνες. Εδώ λοιπόν πήραμε στοιχεία του Τζίμι Κάγκνεϊ.

Του Τζίμι Κάγκνεϊ;

Α ναι, τον θεωρώ όπως είπε ο Όρσον Ουέλς, τον μεγαλύτερο ηθοποιό στην ιστορία του σινεμά. Μαζί με τον Ντεπαρντιέ, θα έλεγα. Θέλαμε λοιπόν  να δημιουργήσουμε ένα χαρακτήρα απαλλαγμένο από τις συνηθισμένες νόρμες και με τη δυναμική να κάνει κακό οποιαδήποτε στιγμή, κι αυτός είναι ο Τζέιμς Κάγκνεϊ!

Επινοήσατε τον Τομάς σαν ένα νάρκισσο σκηνοθέτη, θέλετε να κάνετε σχόλιο για την κινηματογραφική βιομηχανία σήμερα;

Εγώ σκεφτόμουν τον Τράμπ! Πάντως έχει να κάνει και με το επάγγελμα του σκηνοθέτη, αυτές τις μέρες έπεσα πάνω σε μισή ντουζίνα Τομάς!

Οι ήρωές σας συχνά παλεύουν με τις αδυναμίες, τους εθισμούς και τα πάθη τους, εδώ έχουμε ένα τρίγωνο, όπου ο κεντρικός ήρωας είναι …λίγο καθίκι. Η εξουσία τον κάνει να συμπεριφέρεται έτσι;

Θα ήθελα να σημειώσω ότι και οι άλλοι δυο χαρακτήρες, κάθε άλλο παρά θύματα είναι, έχουν επιλογές και τις κάνουν. Η Αγκάτ επιλέγει να «εισβάλει» σε μια υπάρχουσα σχέση όπου ξέρει ότι θα προκαλέσει πόλεμο, το γνωρίζει και τη βάζει τη φωτιά. Και οι τρεις αυτοί άνθρωποι ξέρουν τι θέλουν, πώς θα το πετύχουν όμως; Έτσι συμβαίνουν οι εκρήξεις, είναι σαν μια παρτίδα σκάκι, δεν κυριαρχεί μόνο ένας. Ο Τομάς επιθυμεί αυτό που δεν έχει, το κίνητρό του είναι να το αποκτήσει. Το σενάριο το έγραψα στη διάρκεια της πανδημίας, η οποία είχε επηρεάσει την όλη διάθεση που είχα. Και ήταν κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του Φρανκ Ρογκόβσκι.

Τον ενημερώσατε γι’αυτό; Και πώς τον συνδυάσατε τους άλλους δυο πρωταγωνιστές;

Όχι από την αρχή! Και οι άλλοι δυο ηθοποιοί με εξιτάρουν, με εμπνέουν πάρα πολύ, ήταν προϋπόθεση αυτό για να κάνω αυτή την ταινία. Την Αντέλ Εξαρχόπουλος την είχα προσέξει το 2019 στις Κάννες, όπου πρωταγωνιστούσε στο «Sibyl» – δεν είχα δει το «Blue is the warmest colour» (Η Ζωή της Αντέλ)- και εντυπωσιάστηκα. Ρωτάω λοιπόν τον παραγωγό μου τον Σαϊντ Μπενσαϊντ «Ποιά είναι αυτή η γυναίκα;». Κάτι μεταξύ Μπριζίτ Μπαρντό και Ζαν Μορό στο «Ζιλ και Τζιμ». Είναι απίστευτη, θεά! Βγάζει ένα συνδυασμό ακτινοβολίας και ταπεινότητας μαζί.

Άσε που είναι και μισή Ελληνίδα (γέλια)…  Ανέφερες ότι ο χαρακτήρας του Τομάς ξεφεύγει από τα κοινωνικά πρότυπα σχεδόν τα αγνοεί, εκτός από την ιστορία ότι θα γινόταν πατέρας. Αλλά αυτό δεν φαίνεται να συνδέεται με τον σεξουαλικό προσανατολισμό του, αλλά με τον χαρακτήρα του. Θα μπορούσε άραγε αυτή η ταινία να γυριστεί πριν δέκα χρόνια;

Δεν ξέρω να ορίσω τι είναι σεξουαλικότητα. Υπάρχει στην ταινία όχι σαν ταυτότητα, αλλά σαν πράξη, από τις τρεις ερμηνείες, αυτές καθορίζουν την έλλειψη παραμέτρων στην ταινία. Το σενάριο δεν αναφέρει τίποτα, αφήνει να το εξερευνήσουν οι ίδιες οι ερμηνείες. Αυτοί οι άνθρωποι μας είναι οικείοι, ζουν ανάμεσά μας και βέβαια κανένας χαρακτήρας δεν καθορίζεται από ένα και μόνο στοιχείο. Προσπαθώ να είμαι συγκεκριμένος, αλλιώς υπάρχει ο κίνδυνος να γίνει κανείς τετριμμένος (μπανάλ). Έκανα τη σύνδεση με την πόλη του Παρισιού και την κουλτούρα της. Για να απαντήσω όμως στο ερώτημα, η ιδέα της καθορισμένης ταυτότητας σήμερα είναι λιγότερο αληθινή  παρά πριν 20 χρόνια.

Η αρχική έμπνευση πάντως μου δόθηκε από μια ταινία που αγαπώ πολύ και τη συνιστώ, «Ο αθώος», είναι η τελευταία που έκανε ο Βισκόντι, γυρίστηκε τη δεκαετία του ’70 αλλά αναφέρεται στις αρχές του 20ου αιώνα. Στους ήρωές του αναγνώρισα αυτή τη δυναμική. Εγώ δεν επινόησα τίποτα.

Μια και αναφέρατε τον Βισκόντι, είστε γνωστός και αγαπητός όχι μόνο για τη γκέι θεματολογία των ταινιών σας, αλλά και για την γκέι οπτική γωνία, από την οποία βλέπετε και δείχνετε τα πράγματα. Κάποιοι λένε ότι είστε η συνέχεια του New queer Cinema. Πού τοποθετείτε το σινεμά σας στο φάσμα του queer σινεμά;

Η λέξη που έρχεται στο μυαλό μου είναι «προνομιούχος». Εκπροσωπώ μια πολύ μικρή μειονότητα ανθρώπων που έχουν τη δυνατότητα να κάνουν όχι απλά queer δουλειά, αλλά έργο με queer περιεχόμενο χωρίς περιορισμούς. Γενικά πολλοί δημιουργοί αναγκάζονται εξ’αιτίας των περιορισμών της παραγωγής και της κινηματογραφικής βιομηχανίας, να εκφράζουν αυτά που θέλουν να πουν με μεταφορικό τρόπο, ώστε να είναι αποδεκτά και βιώσιμα τα έργα τους. Εγώ κατάφερα με τον χρόνο να μπορώ να κάνω δουλειά με συγκεκριμένο περιεχόμενο. Είναι μια πρόκληση, για να κάνεις queer σινεμά στον καπιταλισμό πρέπει να αγωνίζεσαι διαρκώς για τον χώρο σου.

Αρκετοί ανεξάρτητοι κινηματογραφιστές, όχι όλοι queer, έχουν αναγκαστεί να γυρίζουν σειρές και σήριαλ, γιατί δεν υπάρχει βιώσιμη βιομηχανία για προσωπικό έργο. Διατηρείς τη σχέση σου με το μέλλον, κι αυτό περιλαμβάνει τα φεστιβάλ, τις επιτροπές και τους υπεύθυνους των φεστιβάλ, δεν είναι τυχαίο ότι ταινίες σαν αυτή που συζητάμε προβάλλονται στο Σάντανς ή στο Πανόραμα της Μπερλινάλε, είναι θέμα εξουσίας!

Εσείς αντιμετωπίζετε παρόμοια πίεση;

Είμαι 57 χρονών, δεν προτίθεμαι να ξεκινήσω μια νέα καριέρα. Αισθάνομαι ότι είναι προνόμιο που μπορώ και κάνω αυτά που κάνω αλλά και την παρενόχληση ταυτόχρονα για αυτό που είμαι. Τίποτα δεν είναι δεδομένο.

Ο ξένος, ο μετανάστης, ο λοατκι+ άνθρωπος έχουν πάντα ιδιαίτερη θέση στις ταινίες σας, από το «Δέλτα» που κάνατε πριν από πολλά χρόνια, μέχρι την Αγκάτ που είναι μια διαφορετική «άλλη»…

Εκτιμώ που κάνατε αυτή την ερώτηση. Οι ταινίες μου έχουν να κάνουν με το πώς αντιλαμβάνομαι τον κόσμο αλλά και με την προσωπική μου ζωή, η οποία είναι γεμάτη διαφορετικότητα (diversity). Ο σύζυγός μου είναι από το Εκουαδόρ, ο editor των ταινιών μου Γάλλος,  ο συν-σεναριογράφος μου από τη Βραζιλία. Τα παιδιά μας μιλάνε διαφορετικές γλώσσες, γενικά με έλκουν οι δίγλωσσοι άνθρωποι γιατί μου υπενθυμίζουν ότι ο κόσμος μας δεν είναι μονοδιάστατος, δεν υπάρχουν αποκλειστικές ζώνες ούτε μια κυρίαρχη κουλτούρα.

Το «Passages» έχει δραματικές καταστάσεις αλλά έχει σχετικά πιο «ελαφρύ» τόνο

Με ενδιαφέρει να δείχνω την απόλαυση. Το «Δέλτα» ήταν η πρώτη μου ταινία και όταν το έκανα περνούσα μια δύσκολη φάση της ζωής μου, σχεδόν υπέφερα και η ταινία το αντανακλά. Υπήρξα λάτρης του Γερμανικού σινεμά, και τώρα είμαι δηλαδή, αλλά λιγότερο. Σήμερα ζω καλύτερα, είμαι πιο χαρούμενος. Ήθελα η ταινία αυτή να αγκαλιάζει περισσότερο την ανθρώπινη απόλαυση με κινηματογραφικούς όρους, δηλαδή με  χρώματα, με τα κοστούμια, την ομορφιά, με το δέρμα, βάζοντας πιο παιχνιδιάρικες πτυχές.

Τα κοστούμια, ειδικά του Τομάς ήταν τόσο κραυγαλέα!

Τα κοστούμια δεν ορίζουν τη σεξουαλικότητα αλλά τη διάθεση για προσέλκυση ενδιαφέροντος, με χιουμοριστικό τρόπο, είχα επίσης τρεις εξωπραγματικούς ηθοποιούς, τι παραπάνω ήθελα; Τα κοστούμια δεν είναι ο τομέας μου. Σκέφτομαι πάντα τον Φασμπίντερ που έπαιζε με τα κοστούμια, με θεατρικότητα, όχι σαν επίδειξη queerness.

Μια και οι ηθοποιοί προέρχονται από τρεις διαφορετικές χώρες, θα μπορούσε η ταινία να εκτυλίσσεται στο Λονδίνο ή το Βερολίνο;

Η ιστορία ναι, σε κάποια πρωτεύουσα  όπως το Λονδίνο ή στο Βερολίνο, για τα οποία ωστόσο δεν γνωρίζω τίποτα. Αντίθετα στο Παρίσι έζησα όταν ήμουν είκοσι και κάτι, με καθόρισε, ανακάλυψα την αγάπη μου για τον κινηματογράφο, είδα 197 ταινίες (σε αίθουσα) μέσα σε τριάμισι μήνες, άλλαξε τη ζωή μου. Και παρόλο που πέρασαν 35 χρόνια, κράτησα φιλίες και δεσμούς με την πόλη, έτσι το δοκίμασα, σαν ένα παιχνίδι τένις.




Δες και αυτό!