Η Molly Haskell εν έτη 1974 γράφοντας για τη γυναίκα στον κινηματογράφο αναφέρει πως το μεγάλο ψέμα της κοινωνίας, όπου αναπαράγει με μεγάλη συνέπεια το Χόλυγουντ, είναι ότι «οι γυναίκες είναι κατώτερες από τους άνδρες»[1]. Ο δε Vito Russo εν έτη 1981 συμπληρώνει ότι «το μεγάλο ψέμα για τους γκέι και τις λεσβίες είναι ότι δεν υπάρχουμε»[2]. Εγώ θα ασχοληθώ με τη δεύτερη παρατήρηση σε ότι αφορά την ελληνική τηλεοπτική πραγματικότητα. Και πιο συγκεκριμένα σε ότι έχει να κάνει με τους άνδρες ομοφυλόφιλους παρουσιαστές. Δεν κάνω αναφορά σε λεσβίες γυναίκες παρουσιάστριες, γιατί απ’ όσο γνωρίζω είναι αόρατες. Για τα δε τρανς ή non binary ή intersex ή υπόλοιπα άτομα του ΛΟΑΤΚΙ φάσματος, η τηλεόραση μοιάζει να κοιμάται.

Το αντικείμενο σχολιασμού του παρόντος κειμένου είναι οι γκέι άνδρες που παρουσιάζουν τηλεοπτικές ψυχαγωγικές εκπομπές ή πλαισιώνουν το πάνελ σε τέτοιες εκπομπές. Δε θα ασχοληθώ με ενημερωτικές ή ειδησεογραφικές εκπομπές, γιατί εκεί οι ομοφυλόφιλοι παρουσιαστές προσπαθούν επιμελώς να αποκρύψουν κάθε ίχνος σεξουαλικότητας. Όχι γιατί οι ενημερωτικές εκπομπές είναι «σοβαρές» απλά επειδή εκεί απαγορεύεται δια ροπάλου το οποιοδήποτε κούνημα ή χαριεντισμός από τον ομοφυλόφιλο παρουσιαστή ή ρεπόρτερ.

Κάτι που φυσικά δεν ισχύει για τους στρέιτ δημοσιογράφους. Το πρόσφατο παράδειγμα από το εμετικό ρεπορτάζ στο λιμάνι του Πειραιά για την εκπομπή του Σκάι «Σήμερα» με επιβεβαιώνει και με το παραπάνω. Ο ρεπόρτερ σαν το τελευταίο λιγούρι[3] κυνηγάει ταξιδιώτισσα, που επιβιβάζεται στο πλοίο για τη Σαντορίνη. Η κάμερα ζουμάρει στα οπίσθια της κοπέλας και ο παρουσιαστής, καθώς και η παρουσιάστρια από το στούντιο, κάνουν ειρωνικά σχόλια υπονοώντας ότι η ταξιδιώτισσα είναι sex worker. Και πού είναι δηλαδή το πρόβλημα αν η κοπέλα είναι sex worker; Αλλά ξέχασα, εδώ κάνει κουμάντο ο μικροαστισμός και ο καθωσπρεπισμός.

Όμως, σε ότι αφορά τις ψυχαγωγικές εκπομπές, η ελληνική τηλεόραση επιτρέπει στους γκέι να χαιρετίζονται και να κουνιούνται, αλλά τους απαγορεύει την οποιαδήποτε αναφορά στην προσωπική τους ζωή. Επικρατεί δηλαδή μια λογική του στιλ Don’t ask, don’t tell[4] (δε θα σε ρωτάμε, αλλά δε θα μας το λες κιόλας). Έτσι, έχει κανονικοποιηθεί μια κατάσταση σύμφωνα με την οποία οι γκέι παρουσιαστές δεν έχουν προσωπική ζωή.

Κατά τη γνώμη μου, αυτό συμβαίνει γιατί για την τηλεόραση είμαστε πολίτες β’ κατηγορίας. Γεγονός που και οι γκέι παρουσιαστές το έχουν αποδεχτεί και συμβάλλουν στη διαιώνισή του. Πόσο τρομακτικό, δηλαδή, είναι να ακουστεί «εγώ με το αγόρι μου τσακωνόμαστε συνέχεια ποιος θα πλύνει τα πιάτα. Εσείς τσακώνετε για τις δουλείες του σπιτιού;» Γιατί δηλαδή να μπορούν οι στρειτ να φέρνουν συνέχεια παραδείγματα από την προσωπική τους ζωή, από τους έρωτες τους, τους χωρισμούς τους, τα παιδιά τους;

Δες για παράδειγμα τον Γιώργο και τη Φαίη, όταν είχαν καλεσμένη την Ανίτα Πάνια. Λέει η Φαίη «μα πας κι εσύ στην Πάνια, πρώτη φορά στην εκπομπή, να της πεις γιατί χώρισε με τον Καρβέλα» και ο Γιώργος απαντάει «ας με ρωτήσει κι έμενα γιατί χώρισα μαζί σου»[5]. Βλέπουμε, δηλαδή, ότι οι παρουσιαστές που συνάμα είναι πρώην ζευγάρι έχουν κάθε δικαίωμα να αναφέρονται στην προσωπική τους ζωή.

Όμως, οι γκέι δεν έχουν αυτό το δικαίωμα. Η τηλεόραση συνεχίζει ακόμα και σήμερα να αναπαράγει το «δε με νοιάζει τι κάνεις στο κρεβάτι σου». Όμως, δεν είμαστε ούτε κουβέρτες, ούτε κλινοσκεπάσματα. Έχουμε μια προσωπική ζωή, όπως όλα τα ετεροκανονικά άτομα. Κάποιοι έχουμε σχέση, κάποιοι ζούμε μόνοι μας, κάποιοι φοβόμαστε μη μας κερατώσει ο γκόμενος, άλλοι εξερευνούμε τις εφαρμογές, για να βρούμε τον έρωτα. Μα στο τέλος της μέρας «φως, νερό, τηλέφωνο, λογαριασμοί μας απασχολούν κι εμάς.» Δεν είμαστε εξωγήινοι.

Βέβαια, για την τηλεόραση η ομοφυλοφιλία είναι ένα εξωγήινο κουσούρι. Μας επιτρέπει να υπάρχουμε μόνο όσο είμαστε «διακριτικοί» και δεν έχουμε προσωπική ζωή. Οι γκέι παρουσιαστές είναι ορατοί, όσο είναι ευνουχισμένοι. Εφόσον δεν έχουν σεξουαλική και συναισθηματική ζωή είναι «ακίνδυνές αδερφούλες.» Δεν ανατρέπουν την ετεροκανονικότητα. Δεν αποτελούν κίνδυνο για το ελληνικό νοικοκυριό και την καθεστηκυία τάξη των πραγμάτων.

Μπορεί να αποτελούν αποτυχημένες πραγματώσεις της ετεροκανονικής αρρενωπότητας, αλλά δεν πειράζει. Είναι χαριτωμένα ακίνδυνες. Είναι κάτι σαν σύγχρονες φτερούδες των ελληνικών ταινιών. Σπάμε πλάκα μαζί τους. Κάνουν χιούμορ και σχολιάζουν τους στρέιτ που κυριαρχούν στην τηλεοπτική πραγματικότητα μιας και οι «καημένες είναι αγ@μ@τες, ξινές και μόνο κακιούλες ξέρουν να λένε».

Η χωρίς σεξουαλικότητα αδερφή συνεχίζει να αποτελεί ένα περιθωριοποιημένο ον, που του δίνουν δικαίωμα να υπάρχει μόνο όσο εξυπηρετεί την ετεροκανονικότητα. Όσο είναι δεύτερος ρόλος για να σαπορτάρει τον στρέιτ παρουσιαστή/παρουσιάστρια. Αλλά, και όταν είναι πρώτος ρόλος συνεχίζει να αποτελεί μια μαριονέτα χωρίς προσωπική ζωή που σατιρίζει την ετεροκανονικότητα. Μια ετεροκανονικότητα, που όμως ο «δυστυχής» δε μπορεί να απολαύσει λόγω του «κουσουριού» του.

Συγγνώμη, άλλα εγώ αυτό το αφήγημα βλέπω να αναπαράγεται την ελληνική τηλεόραση. Η κοινωνία αλλάζει και η τηλεόραση συνεχίζει να παίζει «Πανθέους.»


[1] Haskell, Molly. From Reverence to Rape: the Treatment of Women in the Movies. Chicago: U. of Chicago P., 2016, σελ. 8

[2] Russo, Vito. The Celluloid Closet: Homosexuality in the Movies. New York: Quality Paperback Book Club, 1995, σελ. 6

[3] https://www.youtube.com/watch?v=UwVz1WtEEDI

[4] Η φράση αναφέρεται στην επίσημη πολίτικη που εφάρμοζαν οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής για τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα που υπηρετούσαν στον στρατό από το 1993 έως το 2011.

[5] https://www.youtube.com/watch?v=1XdAsDdSzC8&t=111s

Στο μεταπτυχιακό (Επικοινωνία και ΜΜΕ στο ΕΚΠΑ) αντί να κάνω διπλωματική για τον Αλμοδόβαρ έκανα για το Ζεϊμπέκικο. Στη δραματική σχολή («δήλος» - Δήμητρα Χατούπη) αντί να παίξω την Πατρόνα έπαιζα τον Καπετάνιο. Γράφω μπας και θυμηθώ κάτι από το ταμπεραμέντο της παιδικής ηλικίας, εκείνου του αγοριού που φόραγε τα τακούνια της μαμάς και έπαιζε με τη barbie και τη bibibo. Αγαπημένη μου φράση: «Ο καθωσπρεπισμός και οι νοικοκυραίοι μου μαύρισαν την ψυχή. Ευχαριστώ, δε θα πάρω.»