Σήμερα βάλαμε τον παππού στο γηροκομείο. Για να τον πάμε εκεί, τον κατεβάσαμε από τις σκάλες του σπιτιού στα χέρια, καθισμένο σε μια πλαστική κόκκινη καρέκλα του πανηγυριού. Όπως προσπαθούσαμε να τον βάλουμε στο αυτοκίνητο παρατηρούσα τα λεπτά, αδύναμα χέρια του, έτοιμα να σπάσουν σαν κλαράκια. Κι αμέσως, είδα μπροστά μου τη μάνα μου. Τη θυμήθηκα, πριν κάνα χρόνο και κάτι, να μου λέει για τα tattoo και τα piercing  μου: «δε με νοιάζει για μένα, αλλά τι θα πει ο παππούς σου;» Ξανακοίταξα τον παππού και χαμογέλασα. Αμέσως, μου ‘ρθε η γνωστή κουβέντα με τη μάνα μου:

«Μαμά, θα ήθελες να είμαι αλλιώς;»

Γιατί άραγε να με απασχολεί τόσο πολύ η αποδοχή της μαμάς; Αφού ήθελε κάτι άλλο. Γιατί δεν μπορώ να το χωνέψω; Γιατί ψάχνω να τη δικαιολογήσω; «Δεν ήταν έτοιμη. Δεν ήταν ενημερωμένη. Ήθελε χρόνο.» Όχι αγάπη! Δυστυχώς, κάποιοι γονείς θα φύγουν από αυτόν τον κόσμο και θα βλέπουν κάτι άλλο στο παιδί τους. Θα μου πεις, όλοι βλέπουμε στους άλλους, ότι θέλουμε να δούμε. Προβολές του εαυτού μας κάνουμε. Φαντάσου, ο γονιός τι προβολές κάνει στο παιδί του! Ναι βρε αγάπη, αλλά άμα θες να μεγαλώσεις παιδί, πήγαινέ το λίγο πάρα πέρα. Το παιδί δεν είναι ένα καρμπόν, κακέκτυπο του ιδεατού εαυτού μας. Είναι ένα άλλο ον.

Που λες, κάθε φορά που έκανα την ερώτηση «μαμά, θα ήθελες να είμαι αλλιώς;» ξέρεις τι μου απάνταγε η αθεόφοβη;

«Ε, μη σου πω ψέματα, θα ήθελα. Αλλά, τι να κάνω.»

Τόσο ξεροκέφαλη μουλάρα! Τώρα που το σκέφτομαι μου φαίνεται αδιανόητη αυτή η απάντηση. Και προφανώς εξηγεί ξεκάθαρα την επιθετικότητα και τον θυμό μου προς το πρόσωπό της. Η μαμά θα ανήκει πάντα στην κατηγορία: «το παιδί είναι κτήμα μου και θα το καλλιεργήσω όπως γουστάρω εγώ.» Πόση θλίψη. Για κείνην όμως. Εγώ, γιατί να θλίβομαι η έρμη;

Την έκοψα, όμως, την ερώτηση. Σύριζα. Αλήθεια στο λέω. Η ψυχοθεραπεία θες; Η βαρεμάρα να ακούς συνεχώς την απορριπτική απάντηση του γονιού; Το ‘κοψα πάντως. Αλλά και η ζωή, με τον τρόπο της, άλλαξε τις απαντήσεις του γονιού. Μόλις της χτύπησε την πόρτα ο καρκίνος, κάπως άλλαξε κι εκείνη. Δεν ξέρω πώς, αλλά κάπως αναθεώρησε. Σαν να σταμάτησε να την ενδιαφέρει «τι θα πει ο κόσμος.»

Θυμάμαι τη μέρα που πηγαίναμε στου Μεταξά να προγραμματίσουμε τη μαστεκτομή, με ρώτησε άξαφνα κι εντελώς από το πουθενά: «Με τον φίλο σου τον Δ. τα ‘χετε;» “Ε;” της απάντησα. Κι εκείνη συνέχισε «Τα ‘χειε με κάποιον άλλον ε;» Γέλασα τόσο πολύ. Πόσο πουτ@@@ είναι η ζωή είπα. Η μάνα μου! Η δική μου η μάνα να ρωτάει κάτι τέτοιο. Η μανιάτισσα, η δεξιά, πάππου προς πάππου, ύψους 1,52, μελαχρινή, και ηλιοκαμένη από το ξερακιανό Λακωνικό τοπίο, να ξεστομίζει τέτοια κουβέντα. Ξαφνικά μου φάνηκε ψηλή, ξανθιά, Σουηδέζα, της προοδευτικής αριστεράς.

Πώς γίνεται;

Κι αναρωτήθηκα, αλλάζει ο άνθρωπος ηθελημένα, ή τον αναγκάζει η ζωή να αλλάξει; Γιατί αμέσως θυμήθηκα την αντίδρασή της, όταν είχε μάθει ότι είμαι γκέι. Έκλαιγε και χτυπιόταν και έλεγε «Γιατί μου το κάνες αυτό!» Ή ξεστόμιζε ατάκες του στιλ: «Εγώ φταίω, που σε στελνα να σπουδάζεις. Καλύτερα να σε βάζα να δουλεύεις από μικρό σαν ζώο. Όχι να σε σπουδάζω, κι εσύ να μου γαμιέσαι.»

Κωμικοτραγικές σκηνές βγαλμένες από ελληνική ταινία. Κάτι μεταξύ Μάρθα Βούρτση και Τασσώ Καββαδία, με αρκετή δόση ομοφοβίας και καθωσπρεπισμού. Οι ελληνίδες μάνες μπορούν να γίνουν τόσο drama queens, που ειλικρινά δεν αξίζει να τις πάρεις στα σοβαρά. Μόνο να τις χειροκροτήσεις αξίζει ,για την υποκριτική τους δεινότητα .

Βέβαια μη λέω εξυπνάδες, θέλει πολλή δουλειά για να ξεκολλήσεις από το γεγονός ότι ο γονιός ήθελε κάτι άλλο. Να αποδεχτείς ότι ο γονιός σου έχει κάποια σημαντικά «θεματάκια – ελαττωματάκια-προβληματάκια.» Δε χρειάζεται όμως να κάνεις ότι δεν τα βλέπεις. Ούτε να προσπαθήσεις να αλλάξεις τον γονιό. Πάρε απόσταση. Από τον γονιό, αλλά και από οποιονδήποτε άλλο θέλει να βλέπει κάτι άλλο σε σένα από αυτό που είσαι. Θα βρεθούν τα άτομα που θα σε αγαπήσουν, όπως είσαι. Δώσε μόνο χώρο και χρόνο. Άλλωστε, το πρώτο άτομο που θα το κάνει, θα είναι ο ίδιος σου ο εαυτός.

Στο μεταπτυχιακό (Επικοινωνία και ΜΜΕ στο ΕΚΠΑ) αντί να κάνω διπλωματική για τον Αλμοδόβαρ έκανα για το Ζεϊμπέκικο. Στη δραματική σχολή («δήλος» - Δήμητρα Χατούπη) αντί να παίξω την Πατρόνα έπαιζα τον Καπετάνιο. Γράφω μπας και θυμηθώ κάτι από το ταμπεραμέντο της παιδικής ηλικίας, εκείνου του αγοριού που φόραγε τα τακούνια της μαμάς και έπαιζε με τη barbie και τη bibibo. Αγαπημένη μου φράση: «Ο καθωσπρεπισμός και οι νοικοκυραίοι μου μαύρισαν την ψυχή. Ευχαριστώ, δε θα πάρω.»