Μακάρι να μην τραβούσα την προσοχή.
Μακάρι να μπορούσα να βγω έξω στον δρόμο, χωρίς να φοβάμαι τα βλέμματα.
Μακάρι να μπορούσα να φορέσω τακούνια και να μην τρέμω μην πέσω από τις συνεχείς τρικλοποδιές της κοινωνίας.
Μακάρι τα πολύχρωμα μαλλιά μου να μην ξεχώριζαν στο πλήθος.
Μακάρι το φουστάνι, που τόσο αγαπάω, να μη με έκανε στόχο για περίγελο.
Μακάρι η λεπτή φωνή μου να μην έκανε σε κανέναν εντύπωση που βγαίνει από αντρικό σώμα.
Μακάρι να μη με κοιτούσανε λοξά οι περαστικοί στον δρόμο όταν γελούσα δυνατά.
Μακάρι τα παιδιά στο σχολείο να μη με κοιτούσανε ποτέ λοξά.
Γιατί δε θα ‘χα μάθει πώς είναι να σε κοιτούν, γιατί είσαι αυτό που είσαι.
Κι αφού δε θα με κοιτούσαν στο σχολείο, δε θα με κοιτούσαν ούτε στον δρόμο.

Μακάρι να μην έπρεπε να παλέψω για το δικαίωμά μου να θεωρούμαι «κανονικός».
Μακάρι να μην έπρεπε να φωνάξω από αγανάκτηση στους δικούς μου να με αποδεχτούν.
Μακάρι να μη χρειαζόμουν την αποδοχή, να ήταν όσο εύκολο λένε όλοι ότι είναι, αφού δεν έχουν νιώσει πώς είναι να μη σε αποδέχονται από τη μέρα που γεννιέσαι.
Να ‘θελαν στη θέση σου να υπήρχε άλλο παιδί. Κι αν δεν ήθελαν να αλλάξουν απαραίτητα το μοντέλο, ήθελαν να αλλάξουν μερικά χαρακτηριστικά του.
Μακάρι να μη χρειαζόταν να αλλάξω μερικά χαρακτηριστικά μου για να μην τραβάω την προσοχή.
Νομίζεις πως μ’ αρέσει να την τραβάω;
Νομίζεις πως είναι επιλογή μου να τραβάω την προσοχή;
Νομίζεις πως θα επέλεγα να τραβήξω την προσοχή, αν ήταν επιλογή μου;
Όχι, δε θα το επέλεγα. Μπορεί να νομίζεις ότι είμαστε αδίστακτοι, και ότι τάχα θέλουμε να μολύνουμε την κοινωνία, όπως έχει πλαστεί. Και σε ρωτώ:
Νομίζεις πως θα θυσίαζα τόσο εύκολα τον εαυτό μου απλά για να πάω κόντρα σε μια κοινωνία;

Νομίζεις πως με νοιάζει τόσο πολύ η κοινωνία;
Έχεις δίκιο. Με νοιάζει. Γιατί με φθείρει. Και φθείρει κι άλλους σαν εμένα.
Εσένα σε νοιάζει; Μήπως δε χρειάστηκε ποτέ να σε νοιάξει; Μήπως δεν έκατσες ποτέ να αναλύσεις σε τινός τις πλάτες έχει χτιστεί και τινός πλάτες μαστιγώνονται εξαιτίας του ερωτικού τους προσανατολισμού;
Δε σε νοιάζει. Είχες το πλάνο φτιαγμένο απ’ την αρχή. Μαμ, κακά και νάνι. Σχολείο, πανεπιστήμιο, δουλειά, οικογένεια. Πώς θα σου φαινόταν αν μέσα σε όλα αυτά σου ‘βαζα και μία σεξουαλικότητα που κανένας γύρω σου δε θα αποδεχτεί ποτέ, και όσοι την αποδεχτούν, θα το κάνουν έπειτα από πολλή προσπάθεια;
Και πώς θα σου φαινόταν αν σου ‘λεγα πως η κοινωνία στην οποία θα γεννηθείς ελέγχει το δικαίωμα σου για δουλειά και οικογένεια, και υπάρχει μεγάλη περίπτωση ο εργοδότης στον οποίον θες να δουλέψεις, να μη σε προσλάβει εξαιτίας της σεξουαλικότητάς σου, και το κράτος να μη σου δώσει το δικαίωμα να κάνεις οικογένεια; Πώς θα σου φαινόταν αν όλη σου η ζωή ήταν στα χέρια μερικών τριακοσίων βουλευτών που καμιά σχέση δεν έχουν με σένα, και τις περισσότερες φορές τους νόμους που βγάζουν, τους βγάζουν από οικονομικές πιέσεις; Και όχι από ανθρώπινες.

Πώς σου φαίνεται λοιπόν αυτό για το οποίο μου λες τόσο εύκολο να μην έχω βιτρίνα μου, και να μην το διατυμπανίζω, και να μην το πολυδείχνω, και να μην το «επιλέγω», λες και μπορώ να κάνω αλλιώς, να είναι αυτό που θα μου στερήσει μια ζωή, όπως τη νόμιζα και εγώ πλασμένη για μένα… μαμ, κακά και νάνι. Μα δεν έχει για όλους.

Πώς θα μου φαινόταν ένας κόσμος που ο ερωτικός μου προσανατολισμός δε θα καταδικαζόταν από την κοινωνία; Με ρωτάς; Θα σου απαντήσω: δε θα με ένοιαζε να τον αλλάξω.
Γιατί κανείς δε θα με είχε διώξει από το σπίτι μου όταν θα του παρουσίαζα τον σύντροφό μου.
Κανείς δε θα με είχε χτυπήσει στον διάδρομο του σχολείου ενώ όλα τα παιδιά έβγαζαν βίντεο και φώναζαν «ξύλο με κορίτσια» γιατί για εκείνους έμοιαζα με ένα κορίτσι.
Κανείς δε θα με είχε σπάσει στο ξύλο στον δρόμο, δε θα με είχε δολοφονήσει, δε θα με είχε κυνηγήσει, δε θα μου έλεγε πως είμαι η αμαρτία προσωποποιημένη, δε θα το ‘χε βάλει σκοπό ζωής να με σύρει πίσω, με νύχια και με δόντια στο μονοπάτι του Θεού, γιατί κανείς δε θα νόμιζε πως επειδή ήμουν γκέι αυτομάτως είχα απαρνηθεί τη θρησκεία μου.
Κι αν επέλεγα να μην ακολουθήσω μια θρησκεία, κανείς δε θα κατηγορούσε τον ερωτικό μου προσανατολισμό.

Κανείς δε θα «εφεύρισκε» μεθόδους μεταστροφής για να κάνει ανθρώπους σαν και μένα κάτι που δεν είναι.
Κανείς δε θα με αποκαλούσε τρελό, επειδή γέρασα και φοράω ακόμη φουστάνια.
Κανείς δε θα ζύγιζε το πόσο άντρας είμαι ανάλογα με τα φουστάνια που φοράω.
Θα τιμούσα τα φουστάνια που φοράω, θα ‘μουν ντόμπρος και φουστανάτος, αλλά δε θα ‘χε σημασία, γιατί δε θα υπήρχε στερεότυπο που θα έδινε σε ένα κομμάτι ύφασμα λόγο για την ντομπροσύνη και το θάρρος κανενός.
Δε θα ήσουν, στρέιτ φίλε μου, το θάρρος, και δε θα ήμουνα ο φάρος, που με το φως του θα σου έλεγε «δες πόσο δυνατά φωτίζω, δες τη σεξουαλικότητά μου».
Δε θα τραβούσα την προσοχή σου.
Δε θα με ρωτούσε ποτέ κανείς, εχθρικά ή φιλικά, αν ό,τι κάνω το κάνω για να τραβήξω την προσοχή του κόσμου, για να πάω κόντρα στα νερά.
Για μερικούς ανθρώπους το να είσαι ο εαυτός σου σημαίνει να πας κόντρα στα νερά, στο κατεστημένο.

Και μέχρι να σταματήσω να τραβάω την προσοχή, μέχρι να σταματήσει ο ερωτικός μου προσανατολισμός να γίνεται επιχείρημα στις κακές γλώσσες μερικών για το πόσο θέλω να φαίνομαι και να ξεχωρίζω, μέχρι τότε λοιπόν, θα είμαι ο εαυτός μου. Μέχρι που το να είμαι ο εαυτός μου δε θα σε κάνει να νομίζεις πως πάω κόντρα στο κατεστημένο.
Μέχρι που κάθε μέρα μου δε θα είναι μια μέρα επανάστασης, μια μέρα αγώνα.
Μέχρι που θα ‘ρθει η μέρα που δε θα εγκαινιάζουμε πρώτους γάμους ομοφυλόφιλων, πρώτο το ένα, πρώτο το άλλο.
Μέχρι που τους ανθρώπους που σκοτώθηκαν, πόνεσαν, εκδιώχθηκαν, πριν από εμάς, για να είμαστε εμείς καλύτερα, θα τους θυμόμαστε σαν κάτι μακρινό.

Μα μέχρι τότε, θα είμαι ο εαυτός μου. Κι αυτό ξέρεις τι σημαίνει;
Πως κάθε μέρα θα επαναστατώ.


Γράφει ο Οφήλιος

Αμφιταλαντεύομαι σε ένα σκοινί. Από την μια η κοινωνία, από την άλλη εγώ. Από την μια η τρέλα της, από την άλλη η τρέλα μου. Σταθμός μου τα προηγούμενα χρόνια η Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών, στα βαγόνια της οποίας ανακάλυψα το πάθος μου για τα ανθρωπιστικά κινήματα, τον φεμινισμό και τα lgbtqi+ ζητήματα. Μέσα από το γράψιμο προσπαθώ να αποδομήσω τα μελανά σημεία της κοινωνίας, κι ας πούμε να τους βάλω λίγο χρώμα. Ίσως και να ‘μαι η αρσενική εκδοχή της ηρωίδας του Σαίξπηρ.