Πριν την προπόνηση μας και κυρίως μετά το τέλος της, υπήρχε ένα μέρος το οποίο ποτέ δεν κατάφερα να αντιμετωπίσω ως ένα απλό δωμάτιο. Στεκόταν σα σκιά του παραλόγου πλάι στο παρκέ. Εκεί μέσα, καμια δεκαριά και παραπάνω κορίτσια, βγάζαμε τα ρούχα μας, ανταλλάσσαμε τζελ καιι λακ και πλενόμασταν ομαδικά κάτω από ξεχαρβαλωμένες ντουζιέρες, σε μουχλιασμένα πλακάκια. Πολλές φορές (ίσως τις περισσότερες) κατάφερνα να αποφεύγω να βρίσκομαι μαζί με τα κορίτσια αυτά σε εκείνο το χώρο. Άλλοτε πάλι η αποφυγή ήταν αδύνατη και ο σιωπηλός εγκλωβισμός μου αναπόφευκτος. “Όλες στα αποδυτήρια να μιλήσουμε!” θα έλεγε κάποιος προπονητής έπειτα από σκληρή ήττα. “Και να ξεγυμνωθούμε”, συμπλήρωνα εγώ στο ανυπεράσπιστο μέσα μου.

Πηγή: Joan Semmel-  locker room series

Τα αποδυτήρια για εμένα ήταν ένα μέρος που με έφερνε πάντα αντιμέτωπη με τη γύμνια μου. Όχι τόσο με τη φυσική μου γύμνια, όσο με τη συναισθηματική. Όταν ασχολείσαι με κάποιο ομαδικό άθλημα, καλώς ή κακώς φέρνεις τον εαυτό σου αρκετά κοντά στους άλλους. Δημιουργείς σχέσεις απρόσμενης εγγύτητας με ανθρώπους που μπορεί να μην έχετε τίποτα άλλο κοινό, εκτός από την ομάδα στην οποία είστε μέλη. Και κάποια στιγμή καλείσαι χωρίς εξήγηση, χωρίς καμιά προηγούμενη συνεννόηση, να βρεθείτε γυμνές και περιορισμένες σε εννιά- δέκα τετραγωνικά μέτρα, και να συμπεριφερθείτε σα να είναι αυτό το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο. Και θα μπορούσε να είναι το πιο φυσικό πράγμα, αν δεν είχα τίποτα σημαντικό να κρύψω ή κάτι για το οποίο να ντρέπομαι, όπως ας πούμε τη σεξουαλική μου ταυτότητα.

Το να είσαι γυμνή σημαίνει να είσαι ευάλωτη, να προσφέρεις τον αυθεντικό και ειλικρινή σου εαυτό, ξεγυμνωμένο από οποιοδήποτε κοινωνικό ή τεχνητό περιτύλιγμα. Αυτό στην περίπτωσή μου, σήμαινε να σταθώ στο ύψος της λεσβιακής μου περηφάνειας και μάλιστα χωρίς ρούχα! Θυμάμαι πως πριν αποκαλύψω την αλήθεια μου στις συμπαίκτριές μου, δεν τολμούσα να περάσω καν απ’ έξω από τα αποδυτήρια της ομάδας μας. Τα επίπεδα σχεδιασμού και οργάνωσης που ανέπτυσσα για να αποφύγω να βρεθώ στον ίδιο χώρο μαζί τους, άγγιζαν και ίσως ξεπερνούσαν σε αρτιότητα και το πιο εκλεπτυσμένο πολεμικό σχέδιο δράσης οποιασδήποτε υπερδύναμης του πλανήτη μας κι αν φανταστείς. Αλλά και όταν πια άρχισα να ανοίγομαι περισσότερο σχετικά με την ταυτότητά μου, το αμήχανο συναίσθημα που τη συνόδευε καθώς και η εσωτερικευμένη ενοχή δε με εγκατέλειψαν σχεδόν ποτέ.

Πηγή: Joan Semmel-  locker room series

Δύο πράγματα φοβόμουν κυρίως: Το πρώτο ήταν να μην κάνω τις συμπαίκτριές μου να νιώσουν άβολα και το δεύτερο να αποφύγω πάση θυσία τη σύγκριση των γυμνών μας σωμάτων.

Τα αποδυτήρια, όπως και οι δημόσιες τουαλέτες χωρίζονται “δια νόμου” σε αντρικά και γυναικεία. Ο λόγος αυτού του διαχωρισμού είναι (λανθασμένα κατά την άποψή μου) σεξουαλικός: για να κρατήσει την έλξη των δύο φύλων σε διάσταση. Όντας η ίδια, γυναίκα που νιώθει ερωτική έλξη για άλλες γυναίκες, η είσοδος μου σε γυναικεία αποδυτήρια εισήγαγε ταυτόχρονα και μια εξ’ ορισμού παράβαση. Ως παραβάτρια χώρου ένιωθα επισφαλής, οπότε και απέφευγα να ανασηκώνω το βλέμμα μου κατά την παραμονή μου στην αντίπερα όχθη του νόμου, παριστάνοντας κυριολεκτικά την χαμηλοβλεπούσα. Με λίγα λόγια, δεν ήθελα να δίνω δικαιώματα. Ποια θα με πίστευε άλλωστε πως στην πραγματικότητα ένα γυμνό σώμα δε μου προκαλεί ερωτική έλξη ποτέ και πως για να νιώσω ερωτική έλξη θα χρειαστώ πρώτα δύο μάτια να με κοιτάνε και μια ξεκάθαρα διατυπωμένη πρόθεση και όλα αυτά αρχικά (και κυρίως) με ρούχα!

Ο δεύτερος φόβος μου, εκείνος της σύγκρισης του γυμνού μου σώματος με τα υπόλοιπα γυμνά σώματα γύρω μου, ήταν ίσως και ο μεγαλύτερος. Εφόσον τα αποδυτήρια τα οποία με περιελάμβαναν ήταν γυναικεία, ερχόμουν αυτομάτως και πρόωρα, αντιμέτωπη με μια αλήθεια: το γυναικείο μου σώμα. Ένα σώμα, που αν και γυναικείο λόγω βιολογίας, λόγω κοινωνίας δε θεωρούνταν ικανό υπόδειγμα θηλυκότητας. Και στα δικά μου σκυμμένα μάτια, τα υπόλοιπα σώματα σε εκείνα τα αποδυτήρια, λογικά φανταζόμουν, εφόσον δεν έβλεπα (!) θα ήταν πιο θηλυκά από το δικό μου. Αν υπάρχει κάτι που πασχίζεις ως λεσβία να διεκδικήσεις, είναι ακριβώς αυτό το δικαίωμα στη θηλυκότητα, που η ελληνική κοινωνία δεν καταφέρνει να αναγνωρίσει, ή ίσως να παραδεχτεί πως έρχεται σε όλα τα σχήματα και όλα τα μεγέθη. Και μέσα στα αποδυτήρια, τα σώματα που νιώθουν συνήθως πιο ελεύθερα να κινηθούν, είναι εκείνα που βρίσκονται πιο κοντά σε εκείνο που η ελληνική κοινωνία αναγνωρίζει ως ορθό υπόδειγμα θηλυκότητας.

Ποτέ στη ζωή μου δεν έχω υπάρξει πιο “γυμνή” απ’ όσο υπήρξα σε εκείνη τη σκιά του παραλόγου πλάι στο αγαπημένο μου παρκέ. Και ποτέ ξανά δεν υπήρξα τόσο καλά οργανωμένη, που να με ζήλευε ακόμα και το πιο προηγμένο στρατιωτικό σύστημα αμύνης. Συνεχίζω όμως να αναρωτιέμαι: πώς μπορούν σώματα όπως το δικό μου, να αρχίσουν να νιώθουν αν όχι ευπρόσδεκτα, τουλάχιστον όχι παραβατικά;


Γράφει η Χριστίνα Τριχά

Αρνούμαι να καταλήξω σε συμπεράσματα, κι αν πέφτω στην παγίδα τους είναι που καμιά φορά δε τα προλαβαίνω. Δεν έχω και απόψεις, γιατί προϋποθέτουν μία μόνο πλευρά και από εδώ που είμαι δε την βλέπω. Όταν συναντώ ειδικούς χρησιμοποιώ εφαρμογές μετάφρασης και όταν συστήνομαι, ξεχνώ ποια είμαι. Έχω μεταναστεύσει για να αντι-μετωπίσω το μετατραυματικό στρες που μου προκάλεσε η πατριαρχική μας κοινωνία και νομίζω πως ο αντίλογος, η αντηλιά, το αντικειμενικό, ο αντιδραστήρας και το antivirus έχουν πλάκα. Αν και εσείς βγάζετε συμπεράσματα κατά λάθος, μπορείτε να μου τα στείλετε στο xristina_trixa@hotmail.com