Η μιλένιαλ Michaela Coel μας το πετάει ευθύς εξαρχής, από τους τίτλους ακόμα. Πληκτρολογεί στις οθόνες μας τη φράση: “I – may – destroy –  you”, και φτάνοντας στο τέλος πατάει delete και σβήνει τα τρία τελευταία γράμματα. Μας αφήνει μετέωρους σε μια απειλή: I – may – destroy. Και δεν ξέρεις ποιος σκοπεύει να καταστρέψει ποιον. Εκείνη, τον βιαστή της; Εκείνη, τον εαυτό της, ή τα πάντα γύρω της; Το διαβάζω ξανά, καθώς το πληκτρολογεί.. Εγώ, όχι μπορει, αλλά σίγουρα, άρχισα να καταστρέφω ένα κομμάτι του εαυτού μου και του κόσμου γύρω μου, αφού τελείωσα την ομώνυμη σειρά, δημιούργημά της.

Ύστερα από 191 προσχέδια, η δημιουργός Coel κατέληξε σε 12 (τελικά) επειδόδια που ακολουθούν την Arabella Essiedu, συγγραφέα που ζει στο Λονδίνο, καθώς και τους στενούς της φίλους. Τη μαχόμενη ηθοποιό Terry και τον gay γυμναστή Kwame, που ξημεροβραδιάζεται στα dating app. Στο πρώτο επεισόδιο η Arabella κακοποιείται σεξουαλικά, ύστερα από μια νύχτα έξω με φίλους, αλλά δεν μπορεί να θυμηθεί τις ακριβείς λεπτομέρειες ολόκληρης της βραδιάς. Το τραύμα της εμπειρίας όμως, αρχίζει να επηρεάζει την καθημερινή της ζωή, καθώς ολοένα και πιο επίμονα φλασ-μπακ κατακλύζουν τον εγκέφαλό της.

Στη διάρκεια της σειράς η Arabella, ενώ προσπαθεί να συνδέσει τις κουκκίδες εκείνης τη νύχτας και να ανακαλύψει τελικά τι της συνέβη, ταυτόχρονα εμβαθύνει στην πολλαπλή φύση του τραύματος, με τις πτυχές του να ξεδιπλώνονται  με αριστοτεχνικό τρόπο στα ορθάνοιχτα (υπόσχομαι!) μάτια μας. Η ιδιοφυής Coel αλλάζει τα δεδομένα της τηλεόρασης μία και καλή. Παρακολουθείς και νιώθεις πως δε βρίσκεσαι στην  ασφαλή πλευρά της οθόνης, στην ακινησία της απορρόφησης στο καθιστικό σου, αλλά έχεις περάσει το όριο του γυαλιού και κολυμπάς μέσα στο υποσυνείδητο της Coel. Δίπλα της, ακολουθείς ιδανικά τον πόνο και το χάος της κεντρικής της ηρωίδας που προσπαθεί να ανακαλύψει τη νέα της ταυτότητα. Βήμα-βήμα, αποδομείτε παρεά τη δύναμη που ασκεί το τραύμα μέσα της: καταστροφή, αναγέννηση, μεταμόρφωση και θάνατος του εγώ. Το τραύμα σου γίνεται δικό της και το δικό της, δικό σου.

Περίπου στα μισά της σειράς, η  Arabella ξυρίζει το κεφάλι της. Υπάρχει μάλιστα μια σκηνή που η κολλητή της τη βλέπει με το ξυρισμένο κεφάλι, δε τη ρωτάει τίποτα και δείχνοντας να καταλαβαίνει, της λέει μόνο: “Γεια σου Britney”. Μία αναφορά σαφώς, στο προ πολλών ετών “ξυρισμένο κεφάλι” της pop star Britney Spears, που δε μοιάζει τυχαία.

Σε συνέντευξή της στο PEOPLE, η Michaela Coel περιγράφει το λόγο που επέλεξε να ξυρίσει τα μαλλιά της πρωταγωνίστριάς της. Λέει πως “τα πάντα για το ταξίδι των μαλλιών της  Arabella είναι συμβολικά.. στην αρχή μπορεί να αισθάνεται ότι έχει τη ζωή της υπό έλεγχο, έχει αυτή τη ροζ περούκα, αλλά διαλύεται… Ξυρίζει τα μαλλιά της όταν αρχίζει να διερευνά την ιδέα του πόσο αδικημένη ήταν ως γυναίκα και πόσο εξαπατήθηκε… Ξυρίζει σχεδόν το σύμβολο, αυτά τα ροζ μαλλιά που είναι τυλιγμένα στη θηλυκότητα… Προσπαθεί συνεχώς να κάνει κάτι με την ταυτότητά της και την αισθητική της».  

Αναρωτιέμαι αν το 2007, η Britney Spears προσπαθούσε να μας πει με τον τρόπο της, το δικό της  I – may – destroy – you. Η ίδια πράξη, ένα γυναικείο ξυρισμένο κεφάλι, τότε, είχε θεωρηθεί απόδειξη τρέλας. Στη σειρά της Coel εκλαμβάνεται ως σθεναρή επιθυμία αυτοπροσδιορισμού. Είναι σα να λέει σε όλους: “Εγώ ορίζω το σώμα μου, εγώ ορίζω τη θηλυκότητά μου- η επιλογή της ταυτότητας μου και της αισθητικής μου δε σε αφορά!” Και δε μας αφορά είναι η αλήθεια. Το αποδεικνύει άλλωστε ο τρόπος με τον οποίο “καταστρέψαμε” συλλογικά, ως αυτόπτες μάρτυρες και καταναλωτές ηδενοβλεψίες την τότε νεαρή Britney Spears. Εκτός από τον κοινό συμβολισμό που εκπέμπουν οι πράξεις των δύο γυναικών, θα βρείτε και κάτι άλλο εξίσου σημαντικό: Ελπίδα.

Υπάρχει κάτι το οποίο πρόσεξα την τελευταία εβδομάδα των συνεντεύξεων στα μέσα ενημερωσης, που δεν το είχα καν σκεφτεί πριν κυκλοφορήσει το ντοκιμαντέρ (“Framing Britney Spears”). Τότε που η Britney εξευτελιζόταν δημοσίως λόγω της εφηβικής της σεξουαλικότητας και που ακολουθούνταν ανηλεώς, μέρα- νύχτα από paparazzi καθόλη την πορεία της ενηλικίωσής της, οι φύλακες όλων των μίντια- εκείνοι δηλαδή που την εξευτέλιζαν- ήταν μεταξύ 30 και 50 ετών. Εμείς, σαν έφηβοι το παρακολουθούσαμε αυτό να συμβαίνει μπροστά μας. Τώρα, που η δική μας γενιά έγινε με τη σειρά της φύλακες των μέσων ενημέρωσης, λέμε “όχι πια!”, λέει η σκηνοθέτιδα του ντοκιμαντέρ, Samantha Stark στους New York Times.

Όχι πια! Οι μιλένιαλς παίρνουμε την κατάσταση στα χέρια μας. Είτε με σειρές, όπως αυτή της Michaela Coel, ή με το κίνημα #FreeBritney, αλλά και ταινίες, όπως το “Promising Young Woman” της Emerald Fennell, λέμε: WE – MAY – DESTROY.


Γράφει η Χριστίνα Τριχά