Όταν είχα πει στη μάνα μου: «Άκουσες τι είπε μεγαλοπαράγοντας της εκκλησίας σου; Εσύ φταις, λέει, που έγινα γκέι, γιατί όταν ήσουν έγκυος σε μένα το κάνατε με τον μπαμπά από την πίσω οδό» αντί να γίνει έξαλλη και να με βρίσει, γύρισε πολύ ψύχραιμα και αποφασιστικά και είπε: «Εγώ δεν το ‘χω κάνει πότε αυτό το πράμα». Ότι δηλαδή, όλο το πρόβλημα ήταν αυτό.

Ρε παιδί μου, ήταν σαν να έλεγε: «αυτήν την ύψιστη αμαρτία δεν τη δοκίμασα πότε.» Ε, κι εγώ, κάπως έτσι μεγάλωσα. Όχι καλέ, δεν εννοώ ότι απέφευγα την πρωκτική ικανοποίηση. Τη γνώρισα τούτην την ευχαρίστηση απ’ όταν πρώτο άγγιξα τον εαυτό μου. Αλλά, πώς να στο πω, το έκανα ενοχικά. Δε μπορούσα να καταλάβω στα 13, γιατί κάτι που σου φέρνει ευχαρίστηση και ηδονή, θεωρείται κακό από την κοινωνία.

Τι να πω βρε αγάπες. Από όπου και να το πιάσεις, υπάρχει θέμα. Θρησκεία, κομμουνιστική αναπαραγωγή του προλεταριάτου, πατριαρχία, υποβιβασμός και υποτίμηση της γυναίκας και κάθε θηλυκότητας, δεν ξέρω από πού ξεκινάει το κακό. Το θέμα είναι πάντως, ότι το πρόβλημα της κοινωνίας έχει να κάνει με την πράξη. «Είναι παρά φύσιν» μας λέγανε. Κι εγώ παιδί, δεν καταλάβαινα, πώς θεωρείται «παρά φύσιν» κάτι που μου έδινε ευχαρίστηση από την ίδια τη φύση.

Καλέ, δεν έχω απαντήσεις. Απλά, αναρωτιέμαι, γιατί να είναι ταμπού το θεματάκι. Γιατί, απ’ ότι έχω καταλάβει, από τούτο το περασματάκι από τη ζωή, η ποινικοποίηση της απόλαυσης από τα πίσω δε γνωρίζει φύλο, σεξουαλικότητα και προσανατολισμό. Για κάποιο λόγο, η κοινωνία μας σχεδόν την απαγορεύει. Είναι σαν κάποιος θεός της αναπαραγωγής να φοβάται, μη μάθουν κι άλλοι άνθρωποι τούτην την ευχαρίστηση, και σταματήσουν να γεννοβολάνε, κι εξαφανιστεί το είδος. Δεν ξέρω μωρέ. Μάλλον λέω κουλά, που θα ‘λέγε και η Νατάσα από το «Εμείς κι εμείς». Αλλά, πώς να στο πω, νομίζω, ότι το -και καλά- «παρά φύσιν» το πουλάνε ως ξερή απόλαυση, που εμποδίζει την αναπαραγωγή. Μα υπάρχει τίποτα καλύτερο από την ξερή απόλαυση;

Αγάπη, άστα-βράστα. Αλλά, έτσι σου γράφω τώρα που μεγαλώνω, και πέφτουν οι άμυνες και οι ενοχές απέναντι στη μαμά και στην κοινωνία, και πολύ ήρεμα αναρωτιέμαι, γιατί να υπάρχει shaming, και για την πρωκτική ικανοποίηση, δε μας φτάνανε όλα τα υπόλοιπα;


Γράφει ο Γιάννης Παυλόπουλος

Στο μεταπτυχιακό (Επικοινωνία και ΜΜΕ στο ΕΚΠΑ) αντί να κάνω διπλωματική για τον Αλμοδόβαρ έκανα για το Ζεϊμπέκικο. Στη δραματική σχολή («δήλος» - Δήμητρα Χατούπη) αντί να παίξω την Πατρόνα έπαιζα τον Καπετάνιο. Γράφω μπας και θυμηθώ κάτι από το ταμπεραμέντο της παιδικής ηλικίας, εκείνου του αγοριού που φόραγε τα τακούνια της μαμάς και έπαιζε με τη barbie και τη bibibo. Αγαπημένη μου φράση: «Ο καθωσπρεπισμός και οι νοικοκυραίοι μου μαύρισαν την ψυχή. Ευχαριστώ, δε θα πάρω.»