Τον Σεπτέμβρη του 2018, ετοιμαζόμουν για ένα ταξίδι στην Κροατία, όπου θα συμμετείχα σε ένα πρόγραμμα για την αντιμετώπιση διάφορων θρησκειών προς τη ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα. Η ανυπομονησία μου ήταν μεγάλη, θα μάθαινα κι άλλα πράγματα για την κοινότητα μου, θα πληροφορούσα τους αγαπημένους και φυσικά θα κατέρρεαν οι παραφιλολογίες των επιλεκτικά θρησκευόμενων.

Πριν φύγω, έγραψα ένα γράμμα στην μητέρα μου, όπου της εξιστορούσα πώς με ανακάλυψα και αγκάλιασα όλες τις πτυχές του εαυτού μου. Ήμουν ήδη έναν χρόνο out, αλλά φοβόμουν, πως η μητέρα μου δεν είχε καταλάβει ακριβώς τι συνέβαινε στη ζωή μου. Παρά τη θετική αντιμετώπιση και την αγάπη, αισθανόμουν πως υπήρχε ένας ελέφαντας στο σπίτι, ο οποίος έμπαινε ανάμεσα μας και έτσι δε βλέπαμε καθαρά η μία την άλλη. Η γεμάτη ερωτήματα σιωπή στα μεσημεριανά τραπέζια ήταν ανυπόφορη. Παρόλα αυτά δε θίγαμε το θέμα και συνεχίζαμε το φανερό κρυφτό.

Μέσα στο γράμμα, της ανέλυα τα πάντα, πώς και πότε το κατάλαβα, πώς ήταν ο πρώτος έρωτας με μια κοπέλα, πως είμαι ακόμα η κόρη της που γνωρίζει όλα αυτά τα χρόνια και αυτό δεν μπορεί να το αλλάξει τίποτα, πόσο μάλλον ο σεξουαλικός μου προσανατολισμός. Μπορούσα να καταλάβω πως η νέα πληροφορία έφερνε μαζί της τον φόβο της άγνοιας. Μεγάλωσα σε ένα σπίτι, όπου δεν αποδόθηκε ποτέ κάποιος χαρακτηρισμός με προσβλητική διάθεση προς ένα άτομο χρησιμοποιώντας τη θρησκεία, το χρώμα, το επάγγελμα, τα σωματικά χαρακτηριστικά, τον σεξουαλικό προσανατολισμό, την έκφραση φύλου κλπ. Δέσμιες των στερεοτύπων μέσα και έξω από την κοινότητα έπρεπε να καταρρίψουμε πολλά από αυτά, μέχρι να βουτήξουμε στα νερά της αλήθειας, της δικής μας αλήθειας.

“Μαμά, μακάρι να μη χρειαζόταν ποτέ να κάνει κάποιος coming out ως straight, ή gay, ή οτιδήποτε άλλο, για να εξηγήσει την έλξη, την αγάπη, και τον έρωτά του, προς έναν άλλο άνθρωπο. Ξέρω ότι φοβάσαι για μένα, φοβάσαι μην πληγωθώ, μη γίνω στόχος. Η αλήθεια είναι πως είμαι ένας άνθρωπος που αγαπάει έναν άλλον άνθρωπο. Αυτό είναι αρκετό. Αγάπησα έναν άνθρωπο και ήταν τόσο ωραίο. Έχουμε το ίδιο φύλο, αλλά δεν έχει σημασία, είναι και αυτή άνθρωπος”.

Την προσωπική ταυτότητα την ανακαλύπτει και την επιμελείται καθένας για τον εαυτό του και πρέπει να είναι σεβαστή και αποδεκτή από όλους και σε κάθε συνθήκη αρκεί να μη βλάπτεται άμεσα, κάποιος από αυτήν. Στο πρώτο κάλεσμα, στο πρώτο τραγούδι, στην πρώτη αρχή είμαστε όλοι άνθρωποι. Σήμερα, αποχαιρέτησα ένα πολύ αγαπητό μου πρόσωπο. Μέσα στον ναό κανένας δεν αναφέρθηκε σε κάποιο εσωτερικό, ή εξωτερικό χαρακτηριστικό. Αντικρίζαμε όλοι έναν άνθρωπο. Η φύση συμμετείχε και έκλαιγε μαζί μας. Στεκόμουν ακίνητη μέσα στη βροχή, που έλουζε με αλήθεια το πρόσωπό μου, και έπαιρνε τα δάκρυα. Από πάνω μας ο ουρανός ήταν άσπρος.  Άνθρωποι ερχόμαστε, άνθρωποι φεύγουμε, γιατί όμως δε ζούμε, όπως οι άνθρωποι;

Γράφει η Μαριάννα Μαντά