Trigger warning: αναφορές σε σεξουαλική κακοποίηση 

  “Ήμουν 14, όταν το τότε αγόρι μου μού έσπρωξε με πίεση το κεφάλι και με ανάγκασε να του κάνω στοματικό, ενώ του είχα πει επανειλημμένα ότι δεν ήθελα. Στον γυρισμό συνάντησα μια φίλη και πριν προλάβω να αρθρώσω λέξη ξέσπασα σε κλάματα. Ήταν το αγόρι μου.” 

  “Με έβαλε να τον παρακολουθώ να αυτοϊκανοποιείται και μου έλεγε ότι αυτό αξίζω. Και για πολλά χρόνια το πίστευα. Κι όταν πιστεύεις ότι δεν αξίζεις, φροντίζεις να το υπενθυμίζεις στον εαυτό σου συχνά ̇ με ενοχές, ντροπή, ανασφάλεια και σιωπή.”

  “Ήμασταν αρκετά μικρές. Προχωρούσαμε έναν γνωστό δρόμο, ενώ είχε ήδη σκοτεινιάσει. Ξαφνικά, βγαίνει ένας άνδρας από ένα στενό με κατεβασμένο παντελόνι και ενώ αυνανιζόταν μας κοίταγε στα μάτια. Ουρλιάξαμε και αρχίσαμε να τρέχουμε. Ήταν η πρώτη φορά που ένιωσα απειλή από έναν άνδρα.”

   “Με κοίταξε με ένα γλοιώδες και περίεργο βλέμμα, ενώ μόλις τον είχα βοηθήσει να ανέβει τα σκαλιά, καθώς ήταν ηλικιωμένος και στηριζόταν σε ένα πι για να περπατάει. Δε θυμάμαι τα ακριβή του λόγια, αλλά υπονόησε να μείνω εκεί μαζί του. Είπα ένα βιαστικό «καληνύχτα σας» και έφυγα. Στον δρόμο για το σπίτι αναρωτιόμουν για ποιο λόγο με κοίταξε έτσι και τι σκεφτόταν, αφού το μόνο που έκανα ήταν να τον βοηθήσω.”                                             

  “Όταν ήμουν 8 χρονών, γυρνούσα από το περίπτερο της γειτονιάς μου και ένας άγνωστος άνδρας ήρθε προς το μέρος μου, έβγαλε μια κάμερα και άρχισε να μου δείχνει φωτογραφίες από γυμνές γυναίκες. Έτρεξα σπίτι και δεν είπα τίποτα σε κανέναν.”  

Σκεπτόμενες αυτές τις στιγμές, αλλά και όλα τα περιστατικά που ήρθαν στο φως αυτές τις μέρες, όπως η καταγγελία της Σοφίας Μπεκατώρου, και η ομολογία των δίδυμων αδερφών σε πρωινή εκπομπή, συνειδητοποιήσαμε πόση μεγάλη ζημιά μάς έχει προκαλέσει η κοινωνία και ο περίγυρός μας. Το ντόμινο αφηγήσεων που ξέσπασε μάς πάγωσε όλες, αφήνοντάς μας μετέωρες μπροστά στις εαυτές μας.

Το momentum της Ελλάδας έφτασε. Ο ασκός του Αιόλου άνοιξε και κατευθύνεται με τεράστια ορμή απέναντι στη βία, που τόσο επιθετικά στοχεύει τις θηλυκότητες. Πολλές από εμάς αρχίσαμε να ανασύρουμε μνήμες, να παρατηρούμε, να συνειδητοποιούμε, να τρομάζουμε, να μοιραζόμαστε. Και δυστυχώς, οι συζητήσεις κρατάνε πολύ, γιατί τις περισσότερες φορές τα τραύματά μας δεν περιορίζονται σε ένα.

Όλες μας έχουμε βιώσει σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό μια παραβίαση πάνω στα σώματά μας. Τα έχουμε νιώσει να απειλούνται, να κρύβονται, να νιώθουν ντροπή και τύψεις. Όταν αναφέρουμε τις σεξιστικές εκφράσεις που ακούμε καθημερινά, ενώ περπατάμε, σε κάποιους φαίνονται ασήμαντες, σε άλλους κολακευτικές. Γνωρίζουμε τι μας έχει συμβεί, γνωρίζουμε τι έχει συμβεί σε φίλες μας, αλλά υπάρχουν στιγμές που αμφισβητούμε τις ίδιες τις εαυτές μας. Ίσως σκεφτούμε ότι τελικά δεν ήταν τόσο σημαντικό αυτό που μας συνέβη, ή ότι μπορεί να παρεξηγήσαμε τις προθέσεις του άλλου. Το gaslighting* που έχουμε υποστεί από μικρές μάς έχει κάνει να πιστέψουμε ότι η σεξουαλική παρενόχληση είναι κάτι πολύ συνηθισμένο και φυσικό, και ότι αφού δεν έχουμε υποστεί την ακραία μορφή σεξουαλικής κακοποίησης δεν υπάρχει λόγος αναφοράς. Το “σημαντικό” παύει να ορίζεται από εμάς τις ίδιες και το βίωμά μας υποβιβάζεται από τους “έξω”. Τουλάχιστον, αυτό μάς δείχνει η κοινωνία καθημερινά. Ακούμε και διαβάζουμε φράσεις όπως «γιατί δε μίλησε νωρίτερα;», «τώρα το θυμήθηκε;». Η απάντηση σε τέτοιες ερωτήσεις βρίσκεται πάντα μέσα στις ίδιες τις ερωτήσεις.

Στον αντίποδα, είδαμε τίτλους όπως “ηρωίδα” ή “σπάσε τη σιωπή”, “μίλα για να μη συμβεί σε άλλη γυναίκα”. Η εξίσωση, όμως, κάπου χωλαίνει και η ζυγαριά δε φαίνεται να γέρνει από την πλευρά του θύτη, αλλά σχεδόν πάντα από αυτή του θύματος. Για ακόμη μια φορά οι θηλυκότητες είναι αυτές που πρέπει να φανούν δυνατές, γενναίες, ρισκάροντας να μιλήσουν για ένα τραυματικό γεγονός. Χρειαζόμαστε μία αντίστοιχη πίεση, αλλά προσανατολισμένη στον θύτη. Στον άνδρα που αποφάσισε να μας αγγίξει στον χώρο εργασίας μας, να παραβιάσει τα σώματά μας, να μας μιλήσει με έντονα σεξουαλικό τρόπο προκαλώντας την αμηχανία μας. Τώρα είναι μια καλή ευκαιρία για να δούμε αυτές τις καθημερινές, αλλά καθόλου αθώες παρενοχλήσεις. Να δούμε τον πραγματικό ελέφαντα στο δωμάτιο. Δεν είναι απλά τυχαίες περιπτώσεις ανδρών που ξεπερνούν τα όρια. Είναι η πραγματικότητα των περισσότερων γυναικών. Μέσα στο πατριαρχικό σύστημα στο οποίο ζούμε, είναι απόλυτα φυσικοποιημένη η αντίληψη της γυναίκας ως σεξουαλικού αντικειμένου, ως μιας παθητικής αποδέκτριας της επιθυμίας των ανδρών. 

Τα εγκλήματα σεξουαλικής βίας, δυστυχώς, ακόμη και σήμερα χαρακτηρίζονται από έναν ανησυχητικά αυξημένο σκοτεινό αριθμό. Τα θύματα φοβούνται να μιλήσουν, αλλά και όταν αποφασίζουν να το κάνουν, δεν είναι λίγες οι φορές που αστυνομικοί, δικαστικοί, κρατικοί φορείς τούς φράζουν επιδεικτικά τον δρόμο. Μέχρι σήμερα δεν υπάρχει κάποιο αρμόδιο τμήμα, κάποιο εξειδικευμένο προσωπικό, που να αναλαμβάνει αυτές τις υποθέσεις, όταν αυτές φτάνουν στην πόρτα του συστήματος της ελληνικής δικαιοσύνης. Οποιοδήποτε άτομο θελήσει να καταγγείλει κάποιο έγκλημα σεξουαλικής βίας, πρέπει ως πρώτο βήμα, να τεθεί ενώπιον ενός τυχαίου αστυνομικού, εκθέτοντας κάθε προσωπική πληροφορία που θα μπορέσει να συμβάλλει στην έναρξη της ποινικής διαδικασίας. Από την πρώτη στιγμή λοιπόν, αυτός ο τυχαίος αστυνομικός αποφασίζει εάν θα ανοίξει ή όχι φάκελο για την υπόθεση, εάν θα προβεί σε στιγματιστικές ερωτήσεις εις βάρος του θύματος, εάν θα δώσει το εντάξει εν ολίγοις για να εξεταστεί περαιτέρω η υπόθεση. Σειρά έχει ο ιατροδικαστής, ο οποίος θα πρέπει να υποβάλει σε εξονυχιστικές εξετάσεις το γυμνό, ευάλωτο και ήδη κακοποιημένο σώμα του θύματος, επιχειρώντας να βρει σημάδια που να αποδεικνύουν τους ισχυρισμούς του.

 Η νομιμοποίηση του βιασμού στο οριοθετημένο μυαλό της κοινωνίας τις περισσότερες φορές γίνεται μόνο εάν υπάρχουν τέτοιες “χειροπιαστές” αποδείξεις ̇ όταν το σώμα του θύματος λέει από μόνο του την ιστορία του. Στην πραγματικότητα, όμως, κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει στην πλειοψηφία των περιπτώσεων. Με την προϋπόθεση ότι κατάφερε να ανταπεξέλθει σε όλες αυτές τις διαδικασίες, θα βρεθεί περικυκλωμένο από τα έδρανα ενός δικαστηρίου. Για ακόμη μια φορά θα πρέπει να εξιστορήσει το βιωμένο τραύμα, να πείσει εκείνους που βάζουν τα δυνατά τους να την αντιμετωπίσουν ως θύτη, θέλοντας να την ταπεινώσουν, να τη φιμώσουν, να την εξουδετερώσουν. Θέλει πολύ κουράγιο να φτάσει ένα άτομο στη συνειδητοποιημένη απόφαση να ζήσει ξανά και ξανά το τραύμα του, να προχωρήσει σε αυτή την κακοποιητική, εξαντλητική διαδικασία δευτερογενούς θυματοποίησης, πασχίζοντας να βρει στήριξη από ένα σύστημα κενό, συχνά πιο βάναυσο από τους ίδιους τους βιαστές μας. 

Τι είναι αυτό που μας δίνει ελπίδα και χώρο να ανασάνουμε; Η συλλογική αντίσταση σε κάθε σεξιστή, που θα εκφέρει την άποψή του για κάτι που κατά πάσα πιθανότητα δεν πρόκειται να του συμβεί ποτέ. Ένα κύμα αλληλεγγύης, σεβασμού, συσπείρωσης και εμπιστοσύνης συνδέει με μια κλωστή όλες τις θηλυκότητες. «Θες να μοιραστείς κάτι μαζί μας;», «Εμένα μου συνέβη αυτό:…», «Ήθελα να μοιραστώ αυτό, αλλά ντρεπόμουν…», «Σε έκανε να νιώσεις άβολα, άρα είναι σοβαρό» είναι κάποιες από τις φράσεις που εμείς, ως FemTalk, μοιραστήκαμε μεταξύ μας, αγκαλιάζοντας η μία το βίωμα της άλλης, ανοιχτά κι ειλικρινά. Είμαστε θυμωμένες και απογοητευμένες, αλλά αυτή η συνάθροιση, έστω και από μακριά, με άλλ@ άτομα που έχουν βιώσει τον σεξισμό και την βία είναι λυτρωτική.

*gaslighting: μέθοδος ψυχολογικής χειραγώγησης της οποίας στόχος είναι η σπορά αμφιβολιών εντός ατόμων ή ομάδων ατόμων, έτσι ώστε να μην είναι βέβαια για την ίδια τους την μνήμη, αντίληψη, και λογική.

Βiτλή Χριστίνα, Κατόπη Ελευθερία, Κουτσουλέντη Ανδρομάχη, Στεργίου Τόνια   

fem talk