Τα παιδικά παιχνίδια αποτελούν ένα πεδίο φεμινιστικών συζητήσεων και διεκδικήσεων, όχι μόνο επειδή κοινωνικοποιούν τα παιδιά στις προσδοκίες και τους ρόλους που θα τους επιβάλλει αργότερα η κοινωνία, αλλά και επειδή χρησιμοποιούνται, αντίστροφα, για να φυσικοποιήσουν αυτούς τους ρόλους και τις κλίσεις παρουσιάζοντάς τα ως τάχα έμφυτα. Πράγματι, τόσο πρόθυμη είναι η κοινωνία να αιτιολογήσει τις αντιλήψεις περί έμφυλων διαφορών που κάθε μεμονωμένη παρατήρηση ή τυχαίο ανεκδοτολογικό στοιχείο που τις επιβεβαιώνει χρησιμοποιείται ως απόδειξη ότι δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από την «Φύση».

Κι αν οι μεμονωμένες περιπτώσεις χρησιμοποιούνται ταυτολογικά για να αναπαράξουν έμφυλα στερεότυπα, ακόμα μεγαλύτερη ζημιά κάνουν κάποιες έρευνες που ισχυρίζονται ότι κατάφεραν να τεκμηριώσουν “επιστημονικα” τις εν λόγω διαφορές. Κάθε τέτοια έρευνα ή πείραμα γίνονται αποδεκτά με ενθουσιασμό από τα μίντια και στη συνέχεια διαχέονται στην ποπ κουλτούρα, χωρίς καμία κριτική ή λεπτομερή εξέτασ,η για να μπορεί ο κάθε σεξιστής και ομοφοβικός να μας λέει ότι καλός ο φεμινισμός αλλά το… εξελικτικό πεπρωμένο φυγείν αδύνατον. Δεν είναι γνώμη άλλωστε, είναι Επιστήμη και η Επιστήμη δεν νοιάζεται για τα συναισθήματά σου και την πολιτική ορθότητα, είναι ουδέτερη, αντικειμενική και υπεράνω ιδεολογίας. Ή μήπως όχι;

Η παραγωγή επιστημονικής γνώσης έχει υποστεί δεκαετίες κριτικής από την κοινωνιολογία και τον μεταδομισμό και ο σύγχρονος κλάδος που ασχολείται με τις έμφυλες διαφορές αποδίδοντας τες στην έκθεση ορμονών στη μήτρα είναι ένα εξαιρετικό παράδειγμα που ενσαρκώνει με τον πιο προφανή τρόπο όλα τα ελαττώματα που της έχουν καταλογιστεί. Για να πάρουμε μια γεύση του πόσο αδύναμη είναι η συγκεκριμένη θεωρία θα εστιάσουμε σε ένα συγκεκριμένο πείραμα των Alexander και Hines, το οποίο χρησιμοποιώντας ένα είδος μαϊμούς -το είδος vervet- βάλθηκε να αποδείξει πως τα φύλα προτιμούν ενστικτωδώς διαφορετικού είδους παιχνίδια, κάτι που τάχα θα φανέρωνε τις βαθύτερες έμφυτες κλίσεις μας απαλλαγμένες από τις επιδράσεις της εκ των υστέρων έμφυλης κοινωνικοποίησης και ανατροφής. Το πείραμα αυτό δηλαδή ενσαρκώνει όλους τους αγαπημένους μύθους του χειρίστου είδους της εξελικτικής ψυχολογίας, που θεωρεί πως οι συμπεριφορές είναι γενετικά προκαθορισμένες βάσει κάποιας ανάγκης που προέκυψε κατά την Πλειστόκαινο εποχή και υποστηρίζει ένα αυστηρό είδος έμφυλου διμορφισμού, όπου η υποτιθέμενη ενιαία ανθρώπινη φύση στην πράξη χωρίζεται σε αντρική και γυναικεία.

Το εν λόγω πείραμα άφησε αρσενικές και θηλυκές μαϊμούδες να παίξουν με διαφορετικά παιχνίδια μετρώντας τον χρόνο επαφής με καθένα από αυτά και προσπαθώντας να εντοπίσει τις διαφορές στις προτιμήσεις των δύο φύλων. Μια προσεκτική εξέταση του πειράματος αυτού, καθώς και της δυσανάλογης διάστασης που πήρε τόσο στα mainstream media όσο και στην ακαδημαϊκή κοινότητα, όπου έχει χρησιμοποιηθεί ως πηγή σε τουλάχιστον άλλα 382 ακαδημαϊκά άρθρα, θα φανερώσει πολλά για το πώς η επιστήμη φέρει αλλά και αναπαράγει όλες τις προκαταλήψεις της κοινωνίας εντός της οποίας παράγεται και συχνά κινείται από μια ενδόμυχη επιθυμία να αποδείξει αυτό που ήδη νομίζουμε ότι ξέρουμε.

Τα ελαττώματα του πειράματος αυτού ήταν ορατά ήδη από τον σχεδιασμό του. Οι ερευνητές κατέταξαν τα παιχνίδια σε αυτά που προτιμώνται από κορίτσια, αυτά που προτιμώνται από αγόρια και αυτά που προτιμώνται εξίσου από τα δύο φύλα. Κι εδώ θα μπορούσαμε να γελάσουμε αν δεν ήταν ταυτόχρονα τόσο τραγικά ηλίθιο ότι χρησιμοποίησαν μια κατσαρόλα ως κοριτσίστικο παιχνίδι αφήνοντας να τους διαφύγει η λεπτομέρεια ότι οι μαϊμούδες δεν μαγειρεύουν και δεν υπήρχε κανένας λόγος κάποιος κοινός εξελικτικός μας πρόγονος να ελκυόταν από τα μαγειρικά σκεύη πριν καν επινοηθεί η μαγειρική.

Στην κατηγορία των κοριτσίστικων παιχνιδιών πρόσθεσαν και μια κούκλα το οποίο θα έβγαζε νόημα αν ήμασταν σίγουρες ότι οι μαϊμούδες καταλάβαιναν ότι αναπαριστά ένα έμψυχο πλάσμα και αν ταυτόχρονα δεν είχαν κατατάξει ένα λούτρινο σκυλάκι ως unisex παιχνίδι. Με ποια λογική η ενασχόληση με την ανθρώπινη κούκλα θα επεδείκνυε κάποιο αναπτυγμένο μοτίβο αναγνώρισης εκφράσεων και προσώπων ή κάποια τάση προς την φροντίδα ενώ το λούτρινο ζωάκι όχι;  Ως ουδέτερο παιχνίδι ορίστηκε ακόμα ένα βιβλίο, ενώ ως παιχνίδια που προτιμώνται από αγόρια ορίστηκαν ένα αυτοκινητάκι και μια μπάλα. Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι σε σχετικό πείραμα άλλων ερευνητών η μπάλα έχει κατηγοριοποιηθεί ως ουδέτερο ως προς το φύλο παιχνίδι. Αυτό σημαίνει πως ακόμα και αν περισσότερες από μια έρευνες διατείνονται πως διαπιστώνουν έμφυλο πρόσημο ως προς τις προτιμήσεις, δεν σημαίνει ότι όλες μαζί υποστηρίζουν το ίδιο πράγμα. Στην πραγματικότητα μπορεί να στηρίζουν και αντικρουόμενα δεδομένα.

Τα συμπεράσματα του πειράματος συνοψίστηκαν από τους ερευνητές ως εξής: «το ποσοστό του χρόνου επαφής με παιχνίδια που τυπικά προτιμώνται από τα αγόρια ήταν μεγαλύτερο στις αρσενικές μαϊμούδες από ότι στις θηλυκές, ενώ το ποσοστό του χρόνου επαφής με παιχνίδια που τυπικά προτιμώνται από κορίτσια ήταν μεγαλύτερο στις θηλυκές μαϊμούδες». Το συμπέρασμα αυτό όμως διατυπώνεται μάλλον παραπλανητικά καθώς καταρχάς αποκρύπτει έμμεσα το γεγονός πως οι αρσενικές μαϊμούδες, παρόλο που είχαν μεγαλύτερο ποσοστό επαφής με τα «αγορίστικα» παιχνίδια σε σύγκριση με τις θηλυκές μαϊμούδες, ΔΕΝ επέδειξαν μεγαλύτερη προτίμηση στα «αγορίστικα» από ότι στα «κοριτσίστικα» παιχνίδια -είχαν δηλαδή ίσο χρόνο επαφής και με τις δύο κατηγορίες. Επίσης, δεν κάνει εντελώς ξεκάθαρο πώς οι αρσενικές μαϊμούδες είχαν τον μέγιστο χρόνο επαφής με ένα ουδέτερο παιχνίδι, το λούτρινο σκυλί, ενώ οι θηλυκές έδειξαν ενδιαφέρον πρώτα στην κατσαρόλα, μετά το λούτρινο σκυλί και ύστερα την κούκλα.

Σε μια προσπάθεια να δικαιολογήσουν εκ των υστέρων την ομολογουμένως κακή επιλογή των παιχνιδιών και να χειραγωγήσουν τα ευρήματά τους προς την επιθυμητή κατεύθυνση, οι ερευνητές κατέφυγαν στο χρώμα για να εξηγήσουν γιατί τα θηλυκά στράφηκαν προς την κούκλα και την κατσαρόλα. Έπαιξε λέει ρόλο πως τα αντικείμενα είχαν κοκκινωπή απόχρωση κάτι που καταρχάς αντέκρουε την αρχική διατύπωση πως η κατσαρόλα και η κούκλα επιλέχτηκαν για το πείραμα ακριβώς ως παιχνίδια που «τυπικά προτιμώνται από κορίτσια» και όχι για το χρώμα τους. Επιπλέον, η ερμηνεία αυτή δεν εξηγεί γιατί τα θηλυκά ασχολήθηκαν περισσότερο με το μη-κοκκινωπό λούτρινο σκυλί παρά με την κούκλα ενώ ταυτόχρονα αγνοεί παντελώς το γεγονός πως η μπάλα ήταν πορτοκαλί. Εκεί το χρώμα γιατί δεν έλκυσε τα θηλυκά υποκείμενα;

Ακόμα και η ερμηνεία της έλξης των θηλυκών προς το κοκκινωπές αποχρώσεις, δηλαδή η παρουσίαση παιχνιδιών τέτοιων χρωμάτων ως «ευκαιριών για φροντίδα» βασισμένη στο γεγονός πως τα πρόσωπα του συγκεκριμένου είδους μαϊμούδων είναι ροζ, δεν ευσταθεί όταν στο άρθρο της έρευνας συνδέεται ρητά με την προτίμηση των κοριτσιών για κοκκινο-ροζ αποχρώσεις. Δεν υπάρχει κάποιος μηχανισμός που θα ευνοούσε την προτίμηση των ανθρώπων προς το ροζ καθώς δεν έχουν όλα τα βρέφη ροζ πρόσωπο. Στο ανθρώπινο είδος για παράδειγμα θα ήταν εξίσου εύλογη η έλξη των θηλυκών προς καφέ αποχρώσεις, αν λάβουμε υπόψη μας το εύρος των αποχρώσεων του ανθρώπινου δέρματος.  Οι ερευνητές επομένως κατάφεραν να μεταφέρουν όχι μόνο τις σεξιστικές αλλά και τις ρατσιστικές τους προκαταλήψεις στην μελέτη τους.

Ούτε όμως η γραμμή λογικής των ερευνητών για την επιλογή των «αγορίστικων» παιχνιδιών στέκει. Οι ερευνητές εικάζουν πως τα αντικείμενα αυτά «προσφέρουν περισσότερες ευκαιρίες για σκληρό και ενεργητικό παιχνίδι» και μπορούν να εκτοξευθούν στον χώρο, κάτι που τάχα συνάδει με τον ρόλο των αρσενικών ως κυνηγών. Αυτό όμως δεν ισχύει για το νούμερο ένα στις προτιμήσεις τους αντικείμενο -το λούτρινο σκυλί- που δεν προσφέρεται για τέτοιου είδους διάδραση ούτε μας εξηγούν γιατί η μεταλλική κατσαρόλα δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τέτοιου είδους παιχνίδι και άρα δεν ισχύει το ίδιο και για τις θηλυκές μαιμούδες. Μέσα σε όλα αυτά, καλό είναι να σημειωθεί πως το συγκεκριμένο είδος μαϊμούδων είναι φυτοφάγο και δεν κυνηγά.

Θα μπορούσαμε να υποδείξουμε κι άλλες αδυναμίες της συγκεκριμένης έρευνας (αναλυτικότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ και εδώ) αλλά και όλων των ανάλογων πειραμάτων (εδώ) που μεταφράζονται στα media σε εντυπωσιακούς τίτλους όπως «γιατί τα αγόρια και τα κορίτσια προτιμούν διαφορετικά παιχνίδια» αλλά τελοσπάντων παίρνουμε μια ιδέα για την απόκλιση ανάμεσα σε αυτό που μια έρευνα κομπάζει ότι αποδεικνύει και στα πραγματικά δεδομένα της. Αν  μη τι άλλο τα πειράματά αυτά είναι μια ευκαιρία να παρατηρήσουμε στην πράξη την «προκατάληψη επιβεβαίωσης» (confirmation bias) των επιστημόνων και γενικότερα της χειραγώγησης των ερευνών προς ευκολοχώνευτα και αξιοκλικάριστα συμπεράσματα καθώς όλοι διψάνε για επιστημονική επίρρωση της λαϊκής σοφίας και της προκατασκευασμένης κοσμοθεωρίας τους.

Δυστυχώς η ανάγκη της σεξιστικής κοινωνίας να επιβεβαιωθεί το έμφυλο δίπολο και να φυσικοποιήσει τις έμφυλες διαφορές καθοδηγεί ένα μεγάλο μέρος της εξελικτικής ψυχολογίας η οποία έχει κατηγορηθεί για μια αφελή αντίληψη προσαρμοστικότητας η οποία δε λαμβάνει υπόψη πως «στο εσωτερικό του ίδιου πληθυσμού υπάρχουν συχνά πολλαπλές λύσεις για το ίδιο πρόβλημα προσαρμογής» και επομένως «ακόμα και αν οι πρόγονοι μας στην Πλειστόκαινο είχαν μοιραστεί ένα ενιαίο περιβάλλον για δύο  εκατομμύρια χρόνιας εξέλιξης θα αναμέναμε διάφορα προβλήματα προσαρμογής να έχουν λυθεί με διαφορετικό τρόπο». Η στενή αντίληψη της εξελικτικής ψυχολογίας έχει επίσης δεχτεί κριτική από την κατεύθυνση της νευροεπιστήμης για το γεγονός ότι υποθέτει ότι οι συμπεριφορές αποτυπώνονται σε τομείς του εγκεφάλου αγνοώντας την ίδια την πλαστικότητα του οργάνου αυτού και των νευρώνων του.

Τίποτα από αυτά δεν σημαίνουν απαραίτητα ότι αποκλείεται να υπάρχουν διαφορές ως προς τις κλίσεις και τα ενδιαφέροντα ανάμεσα στα φύλα, απλά ότι η επιστήμη που τις υποστηρίζει είναι κακή και δεν έχει κατορθώσει να τεκμηριώσει κάτι τέτοιο. Ακόμα και αν υπήρχαν διαφορές άλλωστε αυτό δε θα αποτελούσε κάποιο πλήγμα ενάντια στον φεμινισμό πρώτον γιατί αυτός δεν προϋποθέτει ότι τα φύλα είναι πανομοιότυπα και δεύτερο γιατί η επίδραση του περιβάλλοντος μπορεί να είναι σημαντικότεροι από αυτή της βιολογίας. Είναι πάντως ύποπτο το πόσο οι ερευνητές το παρατραβάνε για να βρουν διαφορές -αν αυτές ήταν τόσο φυσικές δε θα έπρεπε να προκύπτουν πιο αβίαστα;

Σε κάθε περίπτωση, ως φεμινίστριες και ως άνθρωποι με κριτική σκέψη οφειλουμε να αντιμετωπίζουμε τα επιστημονικά ευρήματα με σκεπτικισμό και να τα υποβάλλουμε σε λεπτομερή εξέταση παρά να τα δεχόμαστε ως θέσφατα σύμφωνα με την σύγχρονη τάση η επιστήμη να πλασάρεται ως κάποιου είδους θρησκευτική Αλήθεια. Η επιστήμη παράγεται από ανθρώπους και οι άνθρωποι είναι και οι ίδιοι πολιτισμικά προιόντα, οπότε το λιγότερο που μπορούμε να κάνουμε είναι να διαβάζουμε κάθε έρευνα με κριτική ματιά.

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.