Οι πρώτοι μήνες της διάγνωσης μου στα τέλη του 2014, με είχαν βρει με μια επιεικώς σκατένια ψυχολογία, να καλούμαι να αντιμετωπίσω πολλαπλές προκλήσεις, χωρίς πολλά χρήματα στη διάθεση μου και χωρίς δικό μου σπίτι.

Το casual σεξ που ως τότε αποτελούσε μια γνώριμη επιλογή εκτόνωσης, είχε ξαφνικά μετατραπεί σε ένα ψυχολογικό ναρκοπέδιο. Για να το διαχειριστώ, ειδικά σε εκείνη τη φάση που δεν είχα ξεκινήσει αγωγή, αν θα έκανα σεξ, θα το έκανα με κάποιον οροθετικό, για να βγάλω τουλάχιστον το άγχος της μετάδοσης σε κάποιον άλλο απ’ το μυαλό μου. Το επόμενο ερώτημα βέβαια ήταν που σκατά θα τον έβρισκα, μιας και τα άτομα που ήταν out σε σχέση με την οροθετικότητα τους ήταν (και δυστυχώς παραμένουν) ελάχιστα.  Η ασφάλεια των dating apps με κέρδισε και σταδιακά μια νέα γλώσσα από emojis και κώδικες που μέχρι τότε δεν αναγνώριζα, άρχισε να ξετυλίγεται μπροστά μου. Ο τρόπος που θα μπορούσα να βρω αυτό που ψάχνω, χωρίς να εκτεθώ ήταν εκεί και ήταν εύκολα προσβάσιμος. Χαμογελαστά διαβολάκια, σταγονίτσες και μισο-ξεφλουδισμένες μπανάνες, γουρουνάκια ή προφίλ που είχαν παραλείψει να συμπληρώσουν το πεδίο του safer sex στο romeo, αποτελούσαν ενδείξεις στο κεφάλι μου ότι κάποιος μπορεί να είναι οροθετικός, σαν κι εμένα.

Παίρνω την απόφαση λοιπόν, να κάνω το πρώτο μου sexdate στην post-diagnosis εποχή, με ένα αγόρι που πέρα από ηλικία, βάρος, ύψος, μέγεθος, δεν είχε συμπληρώσει κάτι άλλο στο προφίλ του στο romeo και που από την κουβέντα που είχαμε κάνει δήλωνε “open-minded” και “μέσα σ’ όλα”. Να διευκρινίσω ότι επειδή η συνάντηση έγινε προφανώς χωρίς να έχουμε μιλήσει ανοιχτά για το θέμα HIV, η δική μου προσέγγιση δεν ξεπερνούσε το “trial & error”.

Ο τυπάκος αυτός, ωραίο μανάρι, μπαίνει μέσα και χωρίς να χάσουμε χρόνο αρχίζει το φάσωμα. Είμαι εγώ στον καναπέ ανάσκελα και αυτός απ’ το τρίψε-τρίψε πηγαίνει σιγά-σιγά να μπει χύμα. Του λέω “μπάτσα. θα βάλουμε καπότα;” Μου απαντάει “δεν κάνω τίποτα ρε, απλά παίζω”. “Κουλ” λέω εγώ και συνεχίζουμε τη φασούλα. Το επόμενο τσουτσούνισμα του το εξέλαβα ως ένδειξη ότι θέλει να κάνουμε σεξ χωρίς προφυλακτικό και ότι απλά δεν ψήνεται να το επικοινωνήσει ανοιχτά, αποφασίζοντας τελικά να αφεθώ στη φάση.

Κάμποση ώρα μετά και ενώ το σεξουαλικό μομέντουμ χτίζεται με περαιτέρω καυλοκουβέντες που ενισχύουν την αίσθηση άνεσης με το ακάποτο, σκάει στα τελειώματα το αγόρι κάνοντας στροφή 180 μοιρών, λέγοντας μου ότι δεν θέλει τελικά να τελειώσω μέσα του. Και εκεί φίλες και φίλες είναι και το σημείο που εγώ παθαίνω σοκ, γιατί έρχομαι αντιμέτωπος με το αρκετά ρεαλιστικό ενδεχόμενο του να έχει εκτεθεί στον ιό και στη συνέχεια με το δίλημμα του αν θα το πω ή όχι.

Ξέρω ότι αν το πω θα έχω να διαχειριστώ μια τυχόν απρόβλεπτη αντίδραση, ότι μπορεί να κατηγορηθώ ή να εκτεθώ σε τρίτους, ότι μπορεί αυτή η πληροφορία να διαρρεύσει και εν τέλει να με βλάψει. Αν δεν το πω απ’ την άλλη, θα αποφύγω ναι μεν το άβολο συναίσθημα της στιγμής, αλλά ταυτόχρονα αναρωτιόμουν αν θα είμαι σε θέση να κοιμηθώ το βράδυ γνωρίζοντας ότι μπορούσα να τον στείλω για PEP και δεν το έκανα.

Αυτή την ιστορία δεν τη μοιράζομαι για να κόψουμε την πίτα της ευθύνης, γιατί αν δε μιλάμε για βιασμό, είναι 50-50 και αυτό δεν είναι υπό διαπραγμάτευση για μένα. Αν υπάρχει όμως κάτι το οποίο κατά τη γνώμη μου χρειάζεται οπωσδήποτε επαναδιαπραγμάτευση, αυτό είναι το πως και αν θα αφήνουμε το φόβο, την άγνοια και το στίγμα του HIV να συνεχίσουν να τροφοδοτούν την επιδημία του HIV μέσα στις κοινότητες μας.

(For the record, το μαναράκι πήρε PEP, όλα πήγαν καλά και είμαι σίγουρος ότι αυτή η εμπειρία έμαθε πολλά και στους δυο μας)

Ραφαήλ Μπιλίδας