Το Σωματείο Υποστήριξης Διεμφυλικών (Σ.Υ.Δ.) μη κυβερνητική οργάνωση εθελοντικού χαρακτήρα για την προαγωγή των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρανς, φυλοδιαφορετικών και γενικότερα των LGBTI προσώπων, καταθέτει τις προτάσεις του επί του Σχεδίου Νόμου του Υπουργείου Παιδείας με τίτλο: «Αναβάθμιση του Σχολείου και άλλες διατάξεις».

Συγκεκριμένα, το ΣΥΔ, σημειώνει τις εξής κατ’ άρθρον παρατηρήσεις:

Άρθρο 1. Εργαστήρια Δεξιοτήτων.

Σε αυτό το άρθρο ορίζεται ότι με απόφαση της Υπουργού Παιδείας, εισάγεται πιλοτικά στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια εκπαίδευση δράση με τίτλο «Εργαστήρια Δεξιοτήτων», που συνίσταται στη δοκιμαστική προσθήκη νέων θεματικών κύκλων στο Νηπιαγωγείο και στο υποχρεωτικό ωρολόγιο πρόγραμμα του Δημοτικού και του Γυμνασίου με σκοπό την ενίσχυση της καλλιέργειας ήπιων δεξιοτήτων, δεξιοτήτων ζωής και δεξιοτήτων τεχνολογίας και επιστήμης στους μαθητές. Επίσης, με όμοια απόφαση ορίζεται, ανάμεσα στα υπόλοιπα, το περιεχόμενο των νέων θεματικών κύκλων και των επιμέρους θεματικών ενοτήτων καθενός εξ αυτών, συμπεριλαμβανομένων της οργάνωσης και υλοποίησης σχετικών επιμορφωτικών και υποστηρικτικών δραστηριοτήτων. Σε αυτό το πλαίσιο, προτείνουμε:

A. Tην ενσωμάτωση θεματικών κύκλων που αφορούν την ενημέρωση και εκπαίδευση σε θέματα δημοκρατίας και εκπαίδευσης στα ανθρώπινα δικαιώματα, σε αντιστοιχία με τον Χάρτη του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Παιδεία της Δημοκρατίας και την Εκπαίδευση στα Ανθρώπινα Δικαιώματα.

Όπως αναφέρεται στην Εισαγωγή του Χάρτη: «Η εκπαίδευση διαδραματίζει ουσιαστικό ρόλο στην προώθηση των βασικών αξιών του Συμβουλίου της Ευρώπης: της δημοκρατίας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του κράτους δικαίου, καθώς και στην πρόληψη των παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Γενικότερα, η εκπαίδευση αντιμετωπίζεται όλο και περισσότερο ως μέσο άμυνας ενάντια στην αύξηση της βίας, του ρατσισμού, του εξτρεμισμού, της ξενοφοβίας, των διακρίσεων και της μισαλλοδοξίας».

Σε σχέση, μάλιστα, με την τυπική και επαγγελματική εκπαίδευση, τονίζεται στον Χάρτη: «6. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να συμπεριλάβουν την παιδεία της δημοκρατίας και την εκπαίδευση για τα ανθρώπινα δικαιώματα στα αναλυτικά προγράμματα της τυπικής εκπαίδευσης σε όλα τα επίπεδα (προσχολική, πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση) καθώς και στην επαγγελματική εκπαίδευση και επιμόρφωση. Τα κράτη μέλη πρέπει επίσης να συνεχίσουν να στηρίζουν, να αναθεωρούν και να επικαιροποιούν την εκπαίδευση για την παιδεία της δημοκρατίας και τα ανθρώπινα δικαιώματα σε αυτά τα αναλυτικά προγράμματα σπουδών, προκειμένου να εξασφαλισθεί η καταλληλότητά τους και να ενθαρρυνθεί η βιωσιμότητα του εν λόγω τομέα».

B. Την ενσωμάτωση θεματικών κύκλων προαγωγής της διαφορετικότητας, και της ενημέρωσης για θέματα σεξουαλικής αγωγής, έμφυλων ταυτοτήτων και αγωγής υγείας, σύμφωνα με τις Αρχές της Yogyakarta, του Χάρτη του Συμβουλίου της Ευρώπης, τις σχετικές διατάξεις της Σύστασης CM/Rec(2010)5 της Επιτροπής Υπουργών των κρατών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης για την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού ή ταυτότητας φύλου, καθώς και τις κατευθυντήριες οδηγίες του Επιτρόπου για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα του Συμβουλίου της Ευρώπης.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το σημείο 16 των Αρχών της Yogyakarta, τα κράτη μέλη πρέπει: «Β.Να εξασφαλίσουν ότι το εκπαιδευτικό σύστηµα στοχεύει στη µέγιστη δυνατή ανάπτυξη της προσωπικότητας, του ταλέντου και των πνευματικών και σωµατικών δεξιοτήτων των µαθητών και ότι ανταποκρίνεται στις σχετικές ανάγκες των µαθητών διαφορετικού σεξουαλικού προσανατολισµού και ταυτότητας φύλου, Δ. Να εξασφαλίζουν ότι οι εκπαιδευτικές µέθοδοι που ακολουθούνται καλλιεργούν την κατανόηση και τον σεβασµό, µεταξύ άλλων, προς τη διαφορετικότητα του σεξουαλικού προσανατολισμού και της ταυτότητας φύλου και ότι λαµβάνουν υπόψη τους τις εξειδικευμένες ανάγκες των μαθητών, των γονέων και των µελών της οικογένειάς τους σε σχέση µε αυτούς τους δύο παράγοντες».

Σύμφωνα ακόμη με την Σύσταση CM/Rec(2010)5 της Επιτροπής Υπουργών των κρατών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης: «32. Λαμβάνοντας, ιδιαιτέρως, υπόψη τα υπερέχοντα συμφέροντα του παιδιού, πρέπει να ληφθούν αποτελεσματικά μέτρα σε όλα τα επίπεδα για να προωθηθεί η αμοιβαία ανεκτικότητα και ο σεβασμός στα σχολεία, ανεξάρτητα από το σεξουαλικό προσανατολισμό και την ταυτότητα φύλου. Συνεπώς, θα πρέπει να παρέχονται αντικειμενικές πληροφορίες σχετικά με το σεξουαλικό προσανατολισμό και την ταυτότητα φύλου, για παράδειγμα στα σχολικά προγράμματα και το εκπαιδευτικό υλικό, και να δίνονται σε μαθητές και φοιτητές οι απαραίτητες πληροφορίες, προστασία και υποστήριξη προκειμένου να μπορέσουν να ζήσουν σύμφωνα με το σεξουαλικό προσανατολισμό και την ταυτότητα φύλου τους. Περαιτέρω, τα κράτη μέλη οφείλουν να καταρτίσουν και να εφαρμόσουν πολιτικές ισότητας και ασφάλειας στο σχολείο καθώς και σχέδια δράσης, ενώ παράλληλα οφείλουν να διασφαλίσουν την πρόσβαση σε επαρκή εκπαίδευση κατά των διακρίσεων, διδακτικά βοηθήματα ή προγράμματα βοήθειας. Τέτοια μέτρα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα δικαιώματα των γονέων για την εκπαίδευση των παιδιών τους».

Σύμφωνα, επίσης με τις Οδηγίες του πρώην Επιτρόπου του Συμβουλίου της Ευρώπης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, σχετικά με τον χώρο της εκπαίδευσης, αναφέρεται στο άρθρο 5: «Άρθρο 5. Προάγετε τον σεβασμό και την συμπερίληψη των ομοφυλόφιλων, λεσβιών και τρανς ατόμων στην εκπαίδευση και καλλιεργείστε αντικειμενικές γνώσεις σε θέματα που σχετίζονται με τον σεξουαλικό προσανατολισμό και την ταυτότητα φύλου στα σχολεία και σε άλλα εκπαιδευτικά ιδρύματα».

Τέλος, σύμφωνα με την Έκθεση 2019/2933/RSPτου Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου: «4. τονίζει τη σημασία της σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης, ιδίως για τα κορίτσια και τους LGBTIνέους, οι οποίοι πλήττονται ιδιαίτερα από άνισα πρότυπα φύλου· τονίζει ότι η εκπαίδευση αυτή πρέπει να περιλαμβάνει τη διδασκαλία των νέων πάνω στις σχέσεις που έχουν ως βάση την ισότητα των φύλων, τη συγκατάθεση και τον αμοιβαίο σεβασμό, ως μέσο για την πρόληψη και την καταπολέμηση των έμφυλων στερεοτύπων, της φοβίας έναντι των LGBTI και της έμφυλης βίας·»

Συνεπώς, σύμφωνα με όλα τα ανωτέρω, θεωρούμε επιβεβλημένη την εισαγωγή θεματικών κύκλων προαγωγής της διαφορετικότητας, και της ενημέρωσης για θέματα σεξουαλικής αγωγής, έμφυλων ταυτοτήτων και αγωγής υγείας, ενώ συμπληρωματικά θα πρέπει να προσθέσουμε ότι κατά την εισαγωγή αυτών των δύο θεματικών κύκλων, είναι απαραίτητος ο ρόλος και συμμετοχή μη κυβερνητικών οργανώσεων, όπως άλλωστε επισημαίνεται και στον Χάρτη του Συμβουλίου της Ευρώπης (βλέπε παραπομπή 2): «10. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να ενισχύσουν το ρόλο των μη κυβερνητικών οργανώσεων και των οργανώσεων νεολαίας στην παιδεία της δημοκρατίας και την εκπαίδευση στα ανθρώπινα δικαιώματα, ιδίως στο πλαίσιο της μη τυπικής εκπαίδευσης. Θα πρέπει να αναγνωρίζουν αυτούς τους οργανισμούς και τις δραστηριότητές τους ως ένα πολύτιμο μέρος του εκπαιδευτικού συστήματος, να τους παρέχουν, όπου είναι δυνατόν, την υποστήριξη που χρειάζονται και να κάνουν πλήρη χρήση της εξειδίκευσής τους, η οποία μπορεί να συμβάλει σε όλες τις μορφές εκπαίδευσης».

Άρθρα 3 και 4. Διδασκόμενα μαθήματα σε Δημοτικό και Γυμνάσιο.

Στα άρθρα αυτά, περιγράφεται ο χρόνος διδασκαλίας των μαθημάτων σε Δημοτικό και Γυμνάσιο.

Επ’ αυτών, θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι: α) ο χρόνος διδασκαλίας των Θρησκευτικών, δεν υπάρχει ανάγκη να υπερβαίνει την μία (1) ώρα εβδομαδιαίως, β) το περιεχόμενο θα πρέπει να περιορίζεται σε γενικές γνώσεις θρησκειολογίας ώστε να υπηρετεί το Άρθρο 13 του Συντάγματος (Η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης είναι απαραβίαστη – Ο προσηλυτισμός απαγορεύεται), ενώ γ) είναι απαραίτητη ρητή διάταξη συμμόρφωσης με την Απόφαση Παπαγεωργίου και λοιποί κατά Ελλάδας (συνεκδικασθείσες προσφυγές αρ. 4762/2018 και 6140/2018) του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ)[6], σύμφωνα με την οποία η υποχρεωτική συμμετοχή στο μάθημα των θρησκευτικών στα ελληνικά σχολεία είναι αντίθετη με το Άρθρο 2 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (δικαίωμα στην εκπαίδευση) σε συνδυασμό με το Άρθρο 9 της ΕΣΔΑ (ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας).

Στην απόφαση αυτή, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι οι ελληνικές αρχές δεν έχουν το δικαίωμα να υποχρεώνουν τους ιδιώτες να φανερώνουν τις θρησκευτικές πεποιθήσεις τους. Εντούτοις, το ισχύον σύστημα στην Ελλάδα για την απαλλαγή των παιδιών από τη συμμετοχή στο μάθημα των θρησκευτικών απαιτεί από τους γονείς την προσκόμιση υπεύθυνης δήλωσης με την οποία βεβαιώνεται ότι τα παιδιά τους δεν είναι Χριστιανοί Ορθόδοξοι. Αυτή η υποχρέωση συνιστά δυσανάλογο βάρος για τους γονείς αναφορικά με τη γνωστοποίηση πληροφοριών από την οποία μπορεί να εξαχθεί ότι οι ίδιοι και τα παιδιά τους έχουν, ή δεν έχουν, συγκεκριμένες θρησκευτικές πεποιθήσεις. Πρόσθετα, σημειώνει το ΕΔΔΑ, ένα τέτοιο σύστημα θα μπορούσε ακόμα και να αποθαρρύνει τους γονείς από την υποβολή αιτήματος απαλλαγής, ιδίως σε περίπτωση όπως η υπόθεση εν προκειμένω, όπου οι οικογένειες διαμένουν σε μικρά νησιά οι κάτοικοι των οποίων στην πλειοψηφία τους ασπάζονται μία συγκεκριμένη θρησκεία και ο κίνδυνος του δημόσιου στιγματισμού είναι ακόμα υψηλότερος. Συγκεκριμένα όπως αναφέρεται στην απόφαση του Δικαστηρίου:

«89. Στις προαναφερθείσες υποθέσεις, το Δικαστήριο ανέφερε ότι η ελευθερία για την εκδήλωση της θρησκευτικής πίστης του ατόμου περιλαμβάνει και μια αρνητική πτυχή, δηλαδή το δικαίωμα του ατόμου να μην εκδηλώνει την θρησκεία του ή τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του και να μην υποχρεώνεται να συμπεριφέρεται κατά τρόπον που θα μπορούσε να οδηγήσει σε εξαγωγή συμπερασμάτων για το αν έχει ή εάν δεν έχει τέτοιες πεποιθήσεις. Οι κρατικές αρχές δεν έχουν το δικαίωμα να επεμβαίνουν στην σφαίρα της ατομικής συνείδησης και να διαπιστώνουν τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του ατόμου ή να το υποχρεώνουν να αποκαλύπτει τις πεποιθήσεις του σχετικά με πνευματικά ζητήματα».

Με βάση όλα τα παραπάνω, και δεδομένου ότι η χώρα μας είναι υποχρεωμένη να συμμορφώνεται με τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, είναι απαραίτητη η συμπερίληψη πρόσθετης διάταξης σχετικά με την απόφαση αυτήν.

Άρθρο 5. Αναγραφή χαρακτηρισμού διαγωγής στους τίτλους σπουδών.

Σε αυτό το άρθρο επαναφέρεται η αναγραφή στους τίτλους σπουδών, συμπεριλαμβανομένων των απολυτηρίων, των αποδεικτικών απόλυσης και λοιπών αποδεικτικών και πιστοποιητικών σπουδών, οχαρακτηρισμός της διαγωγής μαθητών της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, που είχε καταργηθεί μέσω του Άρθρου 32, της Υπουργικής Απόφασης, ΥΑ 10645/22-1-2018, που όριζε ότι:

«7. α) Ο χαρακτηρισμός της διαγωγής των μαθητών/τριών της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης έχει παιδαγωγικό χαρακτήρα και αποσκοπεί στον εντοπισμό προβλημάτων συμπεριφοράς και στην καλύτερη παιδαγωγική αντιμετώπιση τους στο πλαίσιο της σχολικής ζωής. Κανένας χαρακτηρισμός που αφορά τη διαγωγή των μαθητών/τριών αυτών δεν αναγράφεται στους τίτλους σπουδών, όπως στα απολυτήρια, στα αποδεικτικά απόλυσης και στα κάθε είδους αποδεικτικά και πιστοποιητικά σπουδών.β) Αποδεικτικά απόλυσης και κάθε είδους αποδεικτικά και πιστοποιητικά σπουδών, που αφορούν μαθητές/τριες που φοίτησαν στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος, εκδίδονται εφεξής χωρίς την αναγραφή του χαρακτηρισμού της διαγωγής».

Επ’ αυτού πρέπει να σημειώσουμε ότι η αναγραφή της διαγωγής σε απολυτήρια, πιστοποιητικά απόλυση και πιστοποιητικά σπουδών: α) συνοδεύει και στιγματίζει για πάντα, β) εκφεύγει του όποιου εκπαιδευτικού χαρακτήρα και εντοπισμού προβλημάτων στην σχολική ζωή και αντίθετα αποκτά τιμωρητικό χαρακτήρα και διαταράσσει τη σχέση μαθητών – καθηγητών και την αναγάγει στον φόβο και την απειλή, γ) παραβιάζει τα προσωπικά δεδομένα των μαθητών.

Επιπλέον, επειδή στα σχολεία της χώρας μας εξακολουθούν να υπάρχουν αρνητικά στερεότυπα και προκαταλήψεις για τα LGBTI πρόσωπα, δημιουργούνται εύλογες ανησυχίες σχετικά με την εφαρμογή του μέτρου αυτού σε σχέση με τον σεξουαλικό προσανατολισμό ή την έκφραση, ταυτότητα ή χαρακτηριστικά φύλου μαθητών. Αντιθέτως, σύμφωνα με τις Αρχές της Yogyakarta, Αρχή 16, σημείο Ζ: « Να λάβουν όλα τα απαραίτητα νοµοθετικά, διοικητικά και άλλα µέτρα ώστε η λήψη πειθαρχικών µέτρων από τα εκπαιδευτικά ιδρύµατα να συνάδει µε την προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, χωρίς διακρίσεις και κυρώσεις εξαιτίας του σεξουαλικού προσανατολισμού και της ταυτότητας φύλου ή της έκφρασης αυτών». (βλέπε παραπομπή Νο3).

Λαμβάνοντας όλα τα παραπάνω υπόψιν, θεωρούμε απαραίτητη την αφαίρεση του Άρθρου 5.

Άρθρο 33, παρ. 2. Σχεδιασμός συλλογικών δράσεων.

Η διάταξη αυτή τροποποιεί το Άρθρο 47 του ν. 4547/2018, σχετικά με τον σχεδιασμό συλλογικών δράσεων. Προτείνουμε στους τομείς που συγκαταλέγονται, πέραν του ψυχολογικού κλίματος στο σχολείο, να συμπεριλαμβάνονται η πρόταση και εφαρμογή δράσεων προαγωγής της ισότητας και καταπολέμησης των στερεοτύπων, των διακρίσεων, αλλά και του εκφοβισμού ή και αποτροπής βίας για λόγους χαρακτηριστικών φυλής, χρώματος, εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, γενεαλογικών καταβολών, θρησκείας, αναπηρίας, σεξουαλικού προσανατολισμού, φύλου, έκφρασης ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύλου, όπως άλλωστε σημειώνεται και στην Σύσταση της Επιτροπής των Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης CM/Rec(2010)5, που αναφέρεται:

«31. Λαμβάνοντας, ιδιαιτέρως, υπόψη τα υπερέχοντα συμφέροντα του παιδιού, τα κράτη οφείλουν να λάβουν τα κατάλληλα νομοθετικά και λοιπά μέτρα, απευθυνόμενα προς το εκπαιδευτικό προσωπικό και τους μαθητές, ώστε να διασφαλίζεται ότι το δικαίωμα στην εκπαίδευση θα ασκείται αποτελεσματικά και χωρίς διακρίσεις λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου. Αυτό περιλαμβάνει ιδιαίτερα τη διασφάλιση του δικαιώματος των παιδιών και νέων στην εκπαίδευση σε ένα ασφαλές περιβάλλον, χωρίς βία, εκφοβισμό, κοινωνικό αποκλεισμό ή άλλες μορφές διακριτικής και ταπεινωτικής μεταχείρισης που συνδέονται με το σεξουαλικό προσανατολισμό και την ταυτότητα φύλου» (βλέπε παραπομπή Νο4)».

Άρθρο 37. Εσωτερικός κανονισμός λειτουργίας σχολικών μονάδων.

Σε αυτό το άρθρο ορίζεται ότι κάθε σχολική μονάδα οφείλει από το σχολικό έτος 2020-2021, να έχει εγκεκριμένο εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας στον οποίο αναφέρονται τα θέματα σχετικά με τη λειτουργία της.

Θεωρούμε απολύτως απαραίτητο σε συνδυασμό και με τα Άρθρα 38 και 39 που ακολουθεί ο σχολιασμός τους, να προστεθεί η ίση μεταχείριση και η απαγόρευση των διακρίσεων χαρακτηριστικά φυλής, χρώματος, εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, γενεαλογικών καταβολών, θρησκείας, αναπηρίας, σεξουαλικού προσανατολισμού, φύλου, έκφρασης ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύλου, σωματικής κατάστασης, ή άλλης πραγματικής κατάστασης, όπως άλλωστε επιτάσσουν διατάξεις διεθνών οργανισμών όπως του Συμβουλίου της Ευρώπης, του Επιτρόπου για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα του Συμβουλίου της Ευρώπης, έκθεσης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, και των Αρχών της Yogyakarta που έχουμε ήδη παραπέμψει.

Άρθρα 38 και 39. Εκπαιδευτικός εμπιστοσύνης και λήψη μέτρων και την αντιμετώπιση του σχολικού εκφοβισμού.

Στο Άρθρο 38, αρχικά, ορίζεται ο θεσμός του Εκπαιδευτικού εμπιστοσύνης, που όπως αναφέρεται στην παρ. 4: «παρεμβαίνει, καθοδηγεί και ενημερώνει μαθητές, γονείς και κηδεμόνες, σε θέματα παιδαγωγικής αντιμετώπισης ζητημάτων σε τομείς που απασχολούν τη σχολική μονάδα, όπως ενδεικτικά οι ακόλουθες: διαχείριση κρίσεων (σχολικός εκφοβισμός, επιθετικότητα), μαθησιακές δυσκολίες, προβλήματα συμπεριφοράς, πρόληψη σε θέματα ακραίων συμπεριφορών (ρατσισμός, διαφορετικότητα), συμπερίληψη και ενσωμάτωση, μαθητές με ιδιαίτερες δυνατότητες, κλίσεις και ταλέντα, μετάβαση σε άλλες βαθμίδες, σχολική κινητικότητα, συμβουλευτική και ομάδες γονέων».

Μολαταύτα, και παρ’ ότι θεωρούμε ότι βρίσκεται σε θετική κατεύθυνση κάθε προσπάθεια αντιμετώπισης του σχολικού εκφοβισμού, του ρατσισμού και προαγωγής της διαφορετικότητας, της συμπερίληψης και της ενσωμάτωσης, όλα αυτά παραμένουν κενά νοήματος όταν τα πάντα παραπέμπονται (βλέπε παρ. 5 και κυρίως Άρθρο 39) σε μελλοντικές αποφάσεις της Υπουργού, και ιδίως όταν: α) Δεν αναφέρονται οι μορφές σχολικού εκφοβισμού ή ρατσισμού και οι αιτίες τους (θεωρούμε απολύτως απαραίτητο να αναφέρονται συγκεκριμένα οι λόγοι: χαρακτηριστικά φυλής, χρώματος, εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, γενεαλογικών καταβολών, θρησκείας, αναπηρίας, σεξουαλικού προσανατολισμού, φύλου, έκφρασης ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύλου, σωματικής κατάστασης, ή άλλης πραγματικής κατάστασης), β) Δεν αναφέρονται ποια είναι τα κριτήρια που πρέπει να πληροί το πρόσωπο που θα οριστεί σε αυτήν την θέση, γ) Η κατάρτιση που πρέπει να έχει και σε ποιους συγκεκριμένους τομείς. Δίχως όλα τα παραπάνω, τα δύο αυτά άρθρα είναι κενά περιεχομένου και δίχως κανένα αποτέλεσμα.

Εφ’ όλων αυτών, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι το ζήτημα του σχολικού εκφοβισμού, ιδίως του μπούλιγνκ με ρατσιστικό ομοφοβικό και τρανσφοβικό υπόβαθρο είναι ιδιαίτερα σοβαρό καθώς συχνά LGBTIπαιδιά και έφηβοι γίνονται στόχος εκφοβισμού ή και βίας για λόγους σεξουαλικού προσανατολισμού, έκφρασης, ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύλου, όπως σημειώνουν όλοι οι διεθνείς οργανισμοί (βλέπε παραπομπές 3, 4 και 5), ενώ τα ποσοστά αυτοκτονιών για τους παραπάνω λόγους είναι πολύ υψηλά σε μέλη της LGBTIκοινότητας.

Πλέον όλων των παραπάνω, το ΣΥΔ προτείνει:

α) τη τροποποίηση της νομοθεσίας για την ίση μεταχείριση (ν. 4443/2016), ώστε να συμπεριλαμβάνονται ο σεξουαλικός προσανατολισμός, η ταυτότητα και τα χαρακτηριστικά φύλου στον χώρο της παιδείας,

β) τη λήψη νομοθετικών μέτρων για την αντιμετώπιση της δημόσιας διάδοσης, δημόσιας διανομής ή παραγωγής ή αποθήκευσης ρατσιστικού υλικού στον χώρο της εκπαίδευσης κατά τις συστάσεις του Συμβουλίου της Ευρώπης[9],

γ) την πρόσθεση ειδικών διατάξεων για τα τρανς και φυλοδιαφορετικά πρόσωπα που θα τους επιτρέπεται ανεξάρτητα απ’ το εάν έχουν μεταβάλλει νομικά την καταχώρηση στο ληξιαρχείο σύμφωνα με τη ταυτότητα φύλου τους: (i) την χρήση του ονόματος σύμφωνα με την ταυτότητα φύλου τους,(ii) την καταγραφή τους σύμφωνα με την ταυτότητα φύλου τους, και (iii) τη χρήση τουαλέτας ή και αποδυτηρίων σύμφωνα με τη ταυτότητα φύλου τους, σε συμμόρφωση με σχετική απόφαση του Συνηγόρου του Πολίτη όπου σε περίπτωση τρανς μαθήτριας πρότεινε στη διεύθυνση του σχολείου, να γίνει σεβαστή η βούλησή της σχετικά με τη χρήση του ονόματος που η ίδια επιθυμεί στις σχέσεις της με τους συμμαθητές της και τους εκπαιδευτικούς, τις γυναικείες ενδυματολογικές της προτιμήσεις, και τη χρήση της γυναικείας τουαλέτας ,

δ) διαρκή προγράμματα επιμόρφωσης σε ζητήματα σεξουαλικού προσανατολισμού, έκφρασης, ταυτότητας φύλου και χαρακτηριστικών φύλου.

Το Σωματείο Υποστήριξης Διεμφυλικών, καταθέτει τις παραπάνω προτάσεις, και καλεί το Υπουργείο Παιδείας να λάβει υπόψη του όλες τις παραπάνω παρατηρήσεις μας, στην κατεύθυνση μίας εκπαίδευσης που θα προάγει τα ανθρώπινα δικαιώματα όλων των συνανθρώπων μας, συμπεριλαμβανομένων των LGBTI προσώπων.