-Σήμερα είναι η ημέρα τράνς ορατότητας…
-Ούτε να το σκεφτείς.
-Τι λες παιδάκι μου;
-Ούτε να το διανοηθείς. Εδώ ο κόσμος χάνεται, πεθαίνει κι εσύ το χαβά σου.
-Χαβάς είναι η ζωή μου; Εντάξει, θα μου πεις ποια ζωή; Τουλάχιστον αναπνέω ακόμη, όπως όλοι οι άλλοι, έτσι κι εγώ προσπαθώ…
-Χαχαχαχαχαχααχχαχαα, όπως οι άλλοι λέει. Τολμάς και βάζεις τον εαυτό σου σε ίσο ζύγι με τη ζωή των άλλων ανθρώπων; Το έχασες τελείως, πάει. Κοίτα αν έχεις πυρετό και έχεις παραισθήσεις. Αλλά, άστο, γιατί αν έχεις σε βλέπω να πηδάς απ’ το μπαλκόνι. Τι σήμερα, τι αύριο, δεν το γλυτώνεις.

Σηκώθηκε απότομα να της αστράψει ένα χαστούκι. Χλωμή, αδύνατη, αδύναμη και ζαλίστηκε για λίγο. Παράπαιε αποδυναμωμένη, λίγο χλωμή.

Οι λευκές ρίζες είχαν ξεπεράσει το ένα δάχτυλο κι ήταν η μόνη φορά που δεν την ένοιαζε. Ποιος θα την έβλεπε; Ποιον θα έβλεπε; Οι αγκαλιές είχαν λησμονηθεί. Ξεχνιέται η αίσθηση άραγε; Ανασύρεται; Δεν είναι μνήμη. Μα αν έκλεινε τα μάτια, όλα ήταν πιο εύκολα.

Όχι, δεν χάνεται μα θέλει κόπο να θυμηθεί το σώμα, πώς είναι ένα άγγιγμα μετά από τόσο καιρό. Και σχεδόν πονούσε το δέρμα απ’ την απώλεια. Κοιτούσε αυτόν τον “προδότη” απέναντι, σύμβουλος μοχθηρός, που τον νόμιζε για φίλο. Ώσπου άρχισε να την δείχνει αλλιώτικη, εδώ και κάτι χρόνια και δεν του πολυέκανε παρέα. Αιώνιος εραστής, σαν να του κρατούσε μούτρα. Μα ήταν θυμός. Έψαχνε με απλανές βλέμμα να βρει κάτι να πιαστεί. Άδικος κόπος. Τα μάτια είχαν καρφωθεί-δυο κάστανα καλοψημένα-κάπου ανάμεσα στο είδωλο και το απέραντο κενό.

-Που χάθηκες πάλι; Σκέφτεσαι πώς θα αφήσεις τον “κόσμο” ανημέρωτο; Χέστηκε κοπέλα μου. Έχουν χάσει τη ζωή τους όλοι, ξεκληρίζονται οικογένειες, δεν έχουν σχεδόν να φάνε κι εσύ το χαβά σου; Να τους θυμίσεις τι μέρα ξημερώνει; Γίνεται στριγκιά η φωνή. Ξένη. Απόκοσμη.
-Για τις καημενούλες τις τρανς; Η αγία Άννα των τρανς. Χαχαχαχαχαχααχχαχα! Σε ποιον θα λείψεις μωρή;
-…στη μάνα μου…
-Και που ξέρεις αν ζει; Έχεις να τη δεις έναν μήνα κοντά.
-Μα … μιλήσαμε εχθές
-Κι αν πέθανε εχθές βράδυ; Σήμερα το πρωί; Θα σου έστελνε μήνυμα;
-Σκάσε! Δεν θα μου το έκανε ποτέ αυτό η μάνα μου. Μ’ αγαπάει. Για ό,τι είμαι. Όσες πληγές κι αν της άνοιξα. Δεν ξέρεις εσύ. Να έβλεπες πώς με καμάρωνε κάθε φορά που…
-Καλά καλά, ηρέμησε. Σε πειράζω. Μια χαρά είναι η κυρά Βάσω. Κοίτα να δεις πως θα τα βγάλεις πέρα, γιατί δεν σε βλέπω καλά. Και άσε τον Δον Κιχώτη από μέσα σου να πάει καμιά βόλτα. Αυτός δεν κινδυνεύει να κολλήσει τίποτα. Ούτε πεινάει. Αλίμονο από σένα. Και οι τρανς και οι πουτάνες,ο καθένας θα βρει τον τρόπο του να επιβιώσει. Ο “σώζων εαυτόν σωθήτω” κοπελιά.

Και τι νόημα έχει η ζωή έτσι; Δεν το είπε δυνατά. Κουράστηκε απ τις φωνές. Κι αυτή φώναζε τόσα χρόνια. Παντού. Σε όλους.
Μαλάκες, είμαστε κι εμείς άνθρωποι. Απ’ τα ίδια υλικά φτιαγμένοι.
Πολλοί μας “χρειαστήκατε”. Συναινέσαμε σε παιχνίδια ευτυχίας ή αμαρτίας.
Ήμασταν εκεί. Πάντα. Σάκοι “απορριμάτων”, σάκοι του μποξ για κάθε δυσκολία σου, πτυελοδοχεία του χτικιού σου, απομιμήσεις ευτυχίας, κρεβάτια ξέστρωτα,σεντόνια υγρά, αγκαλιές αληθινές ή μη, βάθρο στον ανδρισμό σου. Μέδουσες στη γυναικεία φύση.
Σε προδώσαμε κι εμείς, σαν τον καθρέφτη στο σαλόνι μου. Σου δείχναμε ακριβώς τι είσαι. Ποια, ποιος είσαι.Και μας μισούσες μετά. Αν δεν μοιάζουμε, δεν σημαίνει ότι έχετε μεγαλύτερη αξία.

Αλλά… έχετε. Εσείς είστε η νόρμα. Οι πολλοί. Εσείς. Που πατάτε σταθερά σε δρόμους με φρέσκια, καλοστρωμένη άσφαλτο. Δεν χρειάστηκε να στραμπουλίξετε τα πόδια σας σε κακοτράχαλα δρομάκια και μονοπάτια, που πολλά δεν είχαν γυρισμό απ’ την κόλαση, που δημιούργησε ο θεός του νου σας, για να φοβάστε μη φύγετε απ την “ασφάλεια” του.

Ποιανού νου θεός, αγαπάει επιλεγμένα; Ο επιλεκτικός, ο επίκτητος, ο αναγκαίος.
Και τον βάλατε σε περίοπτη θέση, ξεχνώντας, πως η ίδια η ζωή και ο θάνατος, είναι πιο δυνατά απ’ αυτόν. Από σένα, από μένα, από ό,τι αναπνέει σε αυτόν τον πλανήτη, που σαν οικοδεσπότη δεν του φερθήκαμε καλά, τον εξαπατήσαμε κι αυτόν. Τίποτα δεν μάθαμε. Τίποτα.

Και η κάθε αξία μας περνάει από αυτό το μηχάνημα εκκαθάρισης, που ποτέ δεν ζητήσαμε να το μάθουμε, να το ανακαλύψουμε. Να το εξουσιάσουμε στη τελική. Θα ήταν η μόνη εξουσία που θα πληρώναμε και παραπάνω φόρο, αρκεί να μας κυβερνούσε.

Η συνέπεια στη ζωή. Την κάθε ζωή. Όχι μόνο τη δική μας. Ειδικά του πιο αδύναμου από εμάς. Πάντα υπάρχει κάποιος πιο αδύναμος από εμάς. Κι αν δεν υπάρχει, θα τον ανακαλύψουμε, θα τον εφεύρουμε. Βάζουμε την ανάγκη της επιβολής μπροστά, για να νιώθουμε πιο δυνατοί.

Είμαστε ασυνεπείς. Όλοι. Κι αυτή η μέγιστη αξία είναι “συνεπής” με μας. Το πληρώνουμε.
Αδρά. Όπως ακριβώς πρέπει. Κάποιοι πρέπει να κοπιάσουμε περισσότερο. Να φωνάξουμε, να σου θυμίσουμε αυτό που είπε ο Καζαντάκης :

«Ν αγαπάς την ευθύνη
να λες εγώ, εγώ μονάχος μου
θα σώσω τον κόσμο.
Αν χαθεί,εγώ θα φταίω»

-Που πας πάλι; Πάλι στο κομπιούτερ θα κάτσεις; Θα στο κόψουν κι αυτό σε λίγο.
-Να μη σε νοιάζει. Θέλω να μιλήσω. Μπορεί να είναι η τελευταία φορά…

Άννα Κουρουπού